«Η χαμένη πίστη της Ιζόλδης Μπεκ»
«Η χαμένη πίστη της Ιζόλδης Μπεκ» του Πέτρου Γκάτζια

«Η χαμένη πίστη της Ιζόλδης Μπεκ»

Η Ιζόλδη Μπεκ ρίχνει αγανακτισμένη την εφημερίδα στο πάτωμα του μικρού της γραφείου, μέσα στο καλοφτιαγμένο σπίτι της σε ένα ήσυχο προάστειο της Βόννης. Δίπλα της στο τραπεζάκι παραμένουν τα αγαπημένα της περιοδικά και άλλη μια εβδομαδιαία εφημερίδα. Νιώθει πικραμένη και προδομένη.

Το βλέμμα της πέφτει για λίγο στη βιβλιοθήκη της και για πρώτη φορά εδώ και πολύ ώρα χαμογελά με μια νοσταλγική διάθεση. «Ευτυχώς που έχω ακόμη τους αγαπημένους μου συγγραφείς» μονολογεί, αλλά κανείς δεν είναι στο δωμάτιο για να την ακούσει.

Η Ιζόλδη Μπεκ, συνταξιούχος καθηγήτρια της Φιλολογίας, μένει μόνη εδώ και χρόνια. Όσο θυμάται τον εαυτό της, οι εφημερίδες και τα περιοδικά είναι μέρος της καθημερινότητάς της. Ο πατέρας της συνήθιζε να της λέει πως οι εφημερίδες είναι το καλύτερο σχολείο και πως οι σοβαροί και έγκριτοι δημοσιογράφοι μπορούν να της μάθουν πολλά περισσότερα για τη ζωή και τη γλώσσα απ’ ό,τι οι καθηγητές της. Μεγαλώνοντας κληρονόμησε αυτή τη συνήθεια του πατέρα, αν και εκείνη δεν έχει κάποιον για να του πει τα ίδια.

Πληρώνει συνδρομή σε δύο εφημερίδες και σε ένα περιοδικό, την Süddeutsche Zeitung, την Badische Neueste Nachrichten και το Spiegel, για να έχει την πλήρη ενημέρωση που επιθυμεί. Σπανίως ακούει ραδιόφωνο και ακόμη σπανιότερα βλέπει τηλεόραση. Προτιμά λίγη καλή μουσική την ώρα που διαβάζει στο γραφείο τα αγαπημένα της έντυπα ή τα βιβλία της.

Εδώ και λίγο καιρό κάτι είχε αρχίσει να την ενοχλεί, μέχρι που ο γερμανικός Τύπος έκανε κατ’ αυτήν, αλλά και κατά πολλούς άλλους, ένα μοιραίο λάθος: άργησε να αποκαλύψει τις σεξουαλικές επιθέσεις μιας μερίδας μεταναστών εναντίον γυναικών την Πρωτοχρονιά στην Κολωνία.

Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση, το 40% των Γερμανών δεν εμπιστεύεται πλέον τον άλλοτε έγκριτο γερμανικό Τύπο και αφορμή γι’ αυτό στάθηκε η προσφυγική κρίση και ο τρόπος που την παρουσιάζουν οι δημοσιογράφοι. Η μερίδα αυτή του αναγνωστικού κοινού θεωρεί ότι αυτά που γράφονται ελέγχονται πλήρως από τη γερμανική κυβέρνηση.
Τουλάχιστον όμως για την Ιζόλδη αυτό δεν μεταφράζεται ως ρατσιστική αντίδραση. Χρόνια τώρα δήλωνε την αντίθεσή της στα εθνικιστικά και ξενοφοβικά κινήματα, αλλά αυτό καθεαυτό το γεγονός της απόκρυψης την έκανε να νιώσει ότι τα Μέσα Ενημέρωσης την αγνοούν, δεν ενδιαφέρονται για τους φόβους της και της προκαλούν ένα άγχος και μια αβεβαιότητα.

Ωστόσο εδώ θα πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός μεταξύ αυτών που επιτίθενται λεκτικά στους δημοσιογράφους, αποκαλώντας τους «ψεύτες» και σ’ αυτούς που είναι επικριτικοί και καχύποπτοι απέναντί τους. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που αποτελούν απειλή όχι μόνο για τους δημοσιογράφους, αλλά και για την ίδια την ελευθερία του Τύπου, ενώ στη δεύτερη ανήκουν αυτοί που ασκούν κριτική και θέτουν κάποια ερωτήματα στα οποία θα πρέπει οι δημοσιογράφοι –η δημοσιογραφία εν γένει– να απαντήσουν. Το πρόβλημα είναι πως τα όρια στις δύο κατηγορίες είναι δυσδιάκριτα και πως αυτοί που ανήκουν στην πρώτη περίπτωση αρχίζουν να μην αποτελούν μειονότητα. Για παράδειγμα, το γερμανικό εθνικιστικό περιοδικό Compact προέτρεψε τους αναγνώστες του να ψηφίσουν για να αναδείξουν τους πιο ψεύτες δημοσιογράφους.

Η Ιζόλδη Μπεκ θυμάται με τρόμο την ιστορία που άκουσε από τη δημοσιογράφο και παρουσιάστρια του κρατικού δικτύου ZDF, Ντούνια Χαγιάλι, στην τελετή για τα βραβεία της Χρυσής Κάμερας στις αρχές του Φεβρουαρίου. Η ίδια είχε καταγγείλει δεκάδες φορές στο παρελθόν το ξενοφοβικό κίνημα Pegida για τις πρακτικές του. Μόλις λίγες ημέρες πριν από τα βραβεία ένας άνδρας πάνω σε μηχανάκι τής φώναξε την ώρα που ετοιμαζόταν να μπει στο σπίτι της: «Ψεύτες δημοσιογράφοι! Ψεύτρα!» Η Ντούνια καταδίκασε για άλλη μια φορά τον φασισμό και τον ρατσισμό, αλλά παραδέχθηκε πως και οι δημοσιογράφοι είναι άνθρωποι και ως άνθρωποι κάνουν πολλά λάθη.

Μετά απ’ αυτό, η Ιζόλδη Μπεκ δεν ξαναβγήκε από το σπίτι της. Δεν είναι σίγουρη για το τι κοινωνία θα αντικρύσει. Προτιμά την ασφάλεια του γραφείου της, αλλά δεν έκοψε τις συνδρομές στα αγαπημένα της έντυπα. «Δεν έχει νόημα», σκέφθηκε, «να αλλάξω μετά από τόσα χρόνια τις συνήθειές μου, γιατί δεν θα είμαι εγώ».

«Το πρόβλημα είναι», είπε δυνατά στον εαυτό της, «πως οι δημοσιογράφοι δεν είναι πλέον τόσο κοντά στον κόσμο όπως στο παρελθόν και κατά συνέπεια, οι εφημερίδες δεν είναι ο καθρέπτης της κοινωνίας». Ή μήπως είναι;


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΑΠΟΨΕΙΣ
«Από έρωτα πεθαίνουν τα κλαριά – Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα» της Ελένης Λιντζαροπούλου

Μεσούσης της Χούντας, θα ήταν 1970 ή ’71, οκτώ ή εννέα ετών εγώ, και μόλις είχαμε αποκτήσει τηλεόραση, ασπρόμαυρη. Τρελαινόμουν να παρακολουθώ, τρελαινόμουν. Άνοιγε ένα παράθυρο, νομίζω, στη ζωή μου...

ΑΠΟΨΕΙΣ
«Στη Σκόπελο όπως τα πεύκα…» της Ανθούλας Δανιήλ

Ιούλιος στο νησί, ο ποιητής, Ιούλιο κι εγώ στη Σκόπελο. Ας λέει ο Καβάφης σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος. Εγώ με το που μπήκα στο λεωφορείο ευχόμουν να είναι σύντομος. Πλατεία...

ΑΠΟΨΕΙΣ
«Κώστας Μουρσελάς: Έρωτας για τη ζωή» της Μαρίας Σκιαδαρέση

Χτύπησε το τηλέφωνο πρωί της Κυριακής, «πέθανε ο μπαμπάς μου», σπασμένη η φωνή της Κλεοπάτρας. Μ’ έπιασε ζάλη σαν από πλοίο σε φουρτούνα. Ναι, ήταν άρρωστος καιρό, περνούσε μέρες δύσκολες, όμως ποτέ δεν τον...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER