A+ A A-

«Η Αθήνα θυμάται – 12 Οκτωβρίου 1944» της Ανθούλας Δανιήλ

«Η Αθήνα θυμάται – 12 Οκτωβρίου 1944» της Ανθούλας Δανιήλ


Στις 12 Οκτωβρίου 1944, η γερμανική φρουρά υπέστειλε τη σημαία της από τον Ιερό βράχο της Ακροπόλεως, που είχε μείνει εκεί για 1.264 μέρες, από τις 27 Απριλίου 1941, και αποχωρούσε καταστρέφοντας ό,τι και όσο μπορούσε πιο πολύ. Έσκιζε έγγραφα, κατέστρεφε αρχεία, εκκένωνε το κτήριο που ανέχτηκε τη δυναστική παρουσία της. Το κτήριο που υψώνεται στην οδό Κοραή 4, στον σταθμό του Μετρό, απέναντι από το Πανεπιστήμιο, ανάμεσα Πανεπιστημίου και Σταδίου, «θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης» για την εποχή του, έργο των αρχιτεκτόνων Εμμανουήλ Κριεζή και Αναστασίου Μεταξά.

Το 1938 στέγασε την Εθνική Ασφαλιστική. Αμέσως μετά την ιταλική επίθεση, ένα μέρος του επιτάχτηκε για κρατικές υπηρεσίες και όταν ήρθαν οι Γερμανοί το επέταξαν όλο. Στέγασαν εκεί τις δικές τους υπηρεσίες και την Κομμαντατούρ, το γερμανικό Φρουραρχείο. Μετά την απελευθέρωση, στις 31 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, το κτήριο επιτάχτηκε από το ΕΑΜ. Τον Ιανουάριο του 1945 εγκαταστάθηκαν προσωρινά τα αγγλικά στρατεύματα και μετά την αποχώρηση των Άγγλων το κτήριο επιτάχτηκε από την ελληνική κυβέρνηση. Πάντα όμως ήταν περιουσία της Εθνικής Ασφαλιστικής, η οποία το 1991 το αποκατέστησε και το παρέδωσε στο κοινό. Η επιγραφή στην είσοδο ενημερώνει: «Χώρος Ιστορικής Μνήμης 1941-1944» και είναι μοναδικό ιστορικό μνημείο, αφιερωμένο στην περίοδο της Κατοχής.

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά από τη βοώσα και πλήθουσα πλατεία, έχεις την αίσθηση ότι κατεβαίνεις στον Άδη. Τα υπόγεια είναι δύο, έξι μέτρα κάτω από τη γη. Κάτω και πιο κάτω. Φτιαγμένα για να προφυλάξουν τον κόσμο από τους βομβαρδισμούς. Όμως αντί για προστασία, πρόσφεραν απόγνωση. Σ’ αυτόν τον χώρο η μνήμη είναι ζωντανή και πιο πολύ σαν εφιάλτης είναι η κόκκινη γερμανική σημαία ολοκαίνουρια, με τον μαύρο αγκυλωτό σταυρό της, αναπεπταμένη, στον τοίχο. Σαν να φτιάχτηκε μόλις τώρα για να συμμετάσχει στις εκδηλώσεις μνήμης. Μεγάλες και πλατιές οι αίθουσες, βαριές σιδερένιες οι πόρτες, σαν αυτές των πλοίων, και σιδερένια παράθυρα, σαν μικρές πόρτες και αυτά. Μόλις αφαιρέθηκε το ασβεστόχρισμα από τους τοίχους, αναδύθηκε ένα χρώμα μολυβί. Γδαρμένοι τοίχοι, γεμάτοι ονόματα, ημερομηνίες, φιγούρες από την ελληνική παράδοση, ανθρώπινες μορφές, πολεμικές σκηνές, μηνύματα: Είμαι αθώος, είναι αδικία. Με έπιασαν γιατί σκαρφάλωσα στην πόρτα του τραμ. Με κατηγόρησαν άδικα. Είχαν πιάσει τον αδελφό μου που δραπέτευσε κι έτσι έπιασαν εμένα. Ζητώ νερό. Νερό θέλω. Τέτοιες καταγραφές και σχέδια και σκίτσα και κάγκελα και πρόσωπα πίσω από τα κάγκελα, να φωνάζουν, να κλαίνε, να παραπονούνται από τους τοίχους του υπογείου της Κομμαντατούρ. Σκαλίσματα με αιχμηρό αντικείμενο, με ακίδα, γι’ αυτό και «ακιδογραφήματα» είναι η επιστημονική λέξη γι’ αυτού του είδους τις αναπαραστάσεις. Σκαλισμένη στους τοίχους απελπισία και απόγνωση είναι η φράση που τις περιγράφει. Η εικόνα για τον επισκέπτη είναι γνωστή από την αναπαραγωγή της στα ντοκιμαντέρ και στις κινηματογραφικές ταινίες. Όμως η εξ επαφής επικοινωνία με την αλήθεια είναι μια τρομακτική αίσθηση που, ενώ έρχεται από μακριά, εξακολουθεί να ακιδογραφεί πάνω στην ψυχή μας. Και είναι πολύ βαθιές αυτές οι εγγραφές.

*

«Η Αθήνα θυμάται – 12 Οκτωβρίου 1944» της Ανθούλας ΔανιήλΣτην πλατεία Κοραή μπορούμε άνετα να πίνουμε τον καφέ μας. Δεν ακούγονται, ευτυχώς, καθόλου οι κραυγές εκείνων που στοιβάζονταν στα υπόγειά του. Άλλωστε πέρασαν εβδομήντα ένα χρόνια και η μνήμη έχει το χαρακτηριστικό να απωθεί ό,τι τη δυσαρεστεί. Δεν ισχύει ο στίχος του Σεφέρη «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί». Το βουητό της πλήθουσας πλατείας και καφετέριας δεν σ’ αφήνει να ακούσεις τίποτα. Και οι τέντες της κάθε καφετέριας δεν επιτρέπουν να κοιτάξεις ψηλά το ωραίο κτήριο και να θαυμάσεις τουλάχιστον απέξω την αρχιτεκτονική του. Πόσο μάλλον να σκεφτείς τι έτρωγε ο Μινώταυρος στα υπόγειά του.

Και ενώ, καθισμένοι αναπαυτικά στις καρέκλες τους οι Αθηναίοι ασκούσαν τα δικαιώματά τους στον εσπρέσο, στον γαλλικό, στον καπουτσίνο και κάπου κάπου και στον ελληνικό, ένα μικρό συνεργείο, «ενοχλητικό», ήρθε και ξεφόρτωσε μια εργαλειοθήκη, ένα κομπρεσέρ και μια στήλη αναθηματική. Μια στήλη μνήμης. Στον ενοχλητικό θόρυβο του κομπρεσέρ οι θαμώνες αντέτειναν τη δική τους πιο δυνατή φωνή, όση είχαν. Το κομπρεσέρ ολοκλήρωσε τη διάτρηση του πεζοδρομίου, μπήκαν τα στηρίγματα και η στήλη στήθηκε με ένα 44 στην κορυφή της. Τρεις ηλικιωμένοι φίλοι άφησαν τον βαρύ γλυκό ελληνικό τους και πήγαν να δουν τι ήταν αυτό. Κανείς άλλος από την κατάμεστη πλατεία δεν έδειξε περιέργεια. Η στήλη θύμιζε στους Αθηναίους ότι αυτό το κτήριο ήταν η Κομμαντατούρ. Ότι στις 12 Οκτωβρίου του 1944 οι Γερμανοί έφυγαν. Και ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους να πανηγυρίσει ενθουσιασμένος, ελπίζοντας σε μια ειρηνική ζωή. Και οι Γερμανοί φεύγοντας, «επειδή η γης δεν έχει κρικέλια για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν», όσο μπορούσαν, εκδικούνταν τους ταλαιπωρημένους από την πείνα και το πένθος, για να μη μείνει τίποτα σ’ αυτούς τους εξαθλιωμένους που δεν μπόρεσαν να τους αλλάξουν με τα φονικά τους σύνεργα. Μπορούσαν όμως ακόμη, όσο προλάβαιναν, να τους «ξεκάμουν αν ξεγίνουνται οι ψυχές», λέει ο Σεφέρης, γι’ αυτό αποχωρούσαν σκοτώνοντας αθώους στον δρόμο, πυροβολώντας, σαμποτάροντας, γκρεμίζοντας, καταστρέφοντας.

«Γιατί τα τραβήσαμεν αυτά; Γι’ αυτείνη την πατρίδα. Και τώρα δικαιοσύνη δε βρίσκομε από κανέναν. Όλο δόλο και απάτη», έγραφε ο Στρατηγός Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του. Όλο δόλο και απάτη... Και αδιαφορία. Οι Αθηναίοι, εκεί, μπροστά σ’ αυτό το κτήριο που στέγασε την Κομμαντατούρ, πίνουν τον καφέ τους και καθόλου δεν θυμούνται ποιοι είναι, σε ποιους οφείλουν αυτό το «είναι», από πού έρχονται, κατά πού προχωρούν. Νέοι Ελπήνορες στης γης την πλάτη ανίδεοι και, παρά την κρίση, χορτάτοι, κουφοί στο κομπρεσέρ της Ιστορίας.

 

Διαβάστε επίσης
ΑΠΟΨΕΙΣ
«Θα τα ξαναπούμε στο Πάλε…» του Πέτρου Γκάτζια

Η πόλη καίγεται σαν ένα κομμάτι θυμίαμα. Στον καπνό βρυχάται η συνείδησή μας.Ράντοβαν Κάρατζιτς Ο Μπόμπαν δακρύζει όταν του ζητούν να πει δυο λόγια στον παλιό του γείτονα, τον Εμίρ, μπροστά σε μια κάμερα. Τους...

ΑΠΟΨΕΙΣ
«Για τη Βούλα Μάστορη» του Μάνου Κοντολέων

«Δεν μπορείς να πετάξεις κρατώντας το κλουβί σου» Το έργο ενός συγγραφέα αποτιμάται όταν πλέον μπορεί να θεωρηθεί πως έχει περατωθεί. Και η περάτωση ενός συγγραφικού έργου είμαστε βέβαιοι πως συντελείται με...

ΑΠΟΨΕΙΣ
«Γιώργος Χρονάς: Το μέλλον διαρκεί πολύ» του Σταύρου Σταυρόπουλου

«Το μέλλον διαρκεί πολύ». Η φράση είναι του Αλτουσέρ και αποτελεί και τον τίτλο της αυτοβιογραφίας του. Βέβαια, υπάρχει μια συνθήκη, μια αναγκαία παράμετρος. Να το τροφοδοτείς συνέχεια με παρόν....

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr