A+ A A-

«Δέκα χρόνια από τον θάνατο του Μανόλη Αναγνωστάκη» της Ελένης Λιντζαροπούλου

«Δέκα χρόνια από τον θάνατο του Μανόλη Αναγνωστάκη» της Ελένης Λιντζαροπούλου


Συντροφεύοντας τις ακριβές μας αμφιβολίες
(M.A.)

Οι αναφορές στον Μανόλη Αναγνωστάκη ως «ποιητή της ήττας» αποτελούν από τις συνηθέστερες και γνωστότερες στάσεις των μελετητών απέναντι στο έργο του. Ο ίδιος κατηγορηματικά έλεγε επ’ αυτού: «Δεν παραδέχομαι την ταμπέλα “ποίηση της ήττας” ή όπως αλλιώς, που αβασάνιστα έχει πολιτογραφηθεί κι έχει σφραγίσει ένα μόνιμο τρόπο κριτικής συμπεριφοράς. Θα παρακαλούσα να αντιπαραθέσουμε μια άλλη ποίηση της εποχής που θα τη βαφτίζαμε “ποίηση της νίκης” ή έστω “ποίηση της μη ήττας”. Εγώ τέτοια ποίηση δε βλέπω. (Κι όμως σας υπενθυμίζω ότι, όντας ένας από τους κύριους κατηγορούμενους, έχω γράψει: “Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα…” και φυσικά δεν είναι μια ωραία ποιητική φράση απλώς – αν είναι.)»[1]

Επίσης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης θεωρήθηκε ως ένας κατεξοχήν πολιτικός ποιητής εξαιτίας της τάσης της κριτικής να ερμηνεύει το έργο του με βάση τα βιογραφικά του δεδομένα. Ωστόσο, σήμερα αναθεωρούνται αυτές οι κατηγοριοποιήσεις και εξετάζονται τα υπαρξιακά ερείσματα της ποίησής του, που, όπως ομολογεί ο Νάσος Βαγενάς, με τον χαρακτηρισμό «πολιτική» την αδικούμε.[2] Ο ίδιος ο ποιητής μάλιστα δηλώνει: «Προσωπικά, δε νομίζω ότι είμαι πολιτικός ποιητής. Είμαι πολιτικός και ερωτικός μαζί. Συνδυάζονται αυτά τα δύο. Είναι η εποχή που τα συνδύαζε αυτά τα δύο».[3]

Δανείζομαι τον στίχο του ποιητή ως επίγραμμα στο παρόν σημείωμα, διότι κάθε απόπειρα ερμηνείας στον ευρύτερο χώρο της τέχνης, πολύ δε περισσότερο στον χώρο της ποίησης, βρίσκεται μακριά από οποιαδήποτε «τελεσίδικη λύση»[4], αφού αξίωμα αποτελεί το ίδιο το έργο και όχι οι όποιες αναλύσεις του, οι οποίες, φυσικά, γίνονται υπό συγκεκριμένες κοινωνικοϊστορικές συνθήκες και κάθε φορά φωτίζονται από την προσωπική ευαισθησία και θεώρηση, λογοτεχνική, αισθητική, ιδεολογική ή άλλη, του μελετητή, άρα διακατέχονται από έναν βέβαιο, μας αρέσει δεν μας αρέσει, υποκειμενισμό.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης υπήρξε για μένα ακριβός ποιητής. Ένα ποίημά του, που χρειάστηκε να διαβάσω σε μιαν εκδήλωση πριν από χρόνια, ήταν η αφορμή «γνωριμίας». Οι συγκλονιστικές μελοποιήσεις ποιημάτων του από τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Θάνο Μικρούτσικο, και αργότερα από τον Μιχάλη Γρηγορίου και την Αγγελική Ιονάτου, ηχούν ακόμη μέσα μου «θούριοι» περηφάνιας, τρυφερότητας αλλά και σεμνότητας, ενώ κάθε φορά που χρειάζεται κάτι να πω δημόσια, για το πολιτικό παρόν της δικής μου γενιάς, στην πικρή συμπύκνωση των στίχων και, συχνά, των απόψεών του, ανατρέχω. Έτσι, λοιπόν, ήταν αναμενόμενο να θελήσω να μελετήσω την ποίησή του ερευνώντας, ως θεολόγος, τα χριστολογικά και θρησκευτικά στοιχεία που εμπεριέχονται σ’ αυτήν. Εξάλλου, το εγχείρημα της διερεύνησης θρησκευτικών στοιχείων στο έργο αριστερών ποιητών και πεζογράφων δεν είναι πρωτοφανές, διότι οι αναφορές στο μεταφυσικό συχνά διαπλέκονται και ενυπάρχουν, έστω και μόνο ως σύμβολα, στην λογοτεχνική δημιουργία ανθρώπων που εντάχθηκαν ή και ταυτίστηκαν με την αριστερά. Μάλιστα, το πρόσωπο και η θυσία του Χριστού αποτελούν ένα ισχυρό σημείο παραλληλισμού ή και ταύτισης με τον αγωνιζόμενο και θυσιαζόμενο λαό.

Χριστολογικές αναφορές εκτείνονται, δίχως να είναι ιδιαίτερα πυκνές, σε όλο σχεδόν το χρονικό τόξο της ποιητικής δραστηριότητας του Αναγνωστάκη· από το 1946 ως το 1970.

Εντυπωσιακότερη όλων, πάντα κατά την προσωπική μου κρίση, κυρίως για την ανατροπή που εμφανίζει, είναι εκείνη που περιγράφει την προδοσία του ηγέτη με το κωδικό όνομα: «Αυτός», που πραγματεύεται το ποίημα «Μιλώ», όπως γράφει ο Αργυρίου[5], ενώ ο Orsina[5], για το ίδιο ποίημα, ισχυρίζεται ότι ο ποιητής σε αυτό εκφράζει την «ελπίδα του στο μέλλον, την εμπιστοσύνη του στην ιστορία». Εμπιστοσύνη της οποίας είναι κομιστές οι «σύντροφοι», που στ’ όνομά τους ξαναρχίζει ο ίδιος να μιλά, καταφεύγοντας σε αλληγορίες από την Καινή Διαθήκη. Κατά τον Orsina, ο Αναγνωστάκης «μεταφέρει σ’ ένα φανταστικό επίπεδο το ιστορικό δράμα, ζωντανεύοντας τις δικές του εικόνες με μια αλληγορική ένταση […] μέσα από την αναδρομή σε παραβολές της Καινής Διαθήκης, την οποία ο ποιητής χρησιμοποιεί για να επικαλεστεί, σε μιμητική κλίμακα, τη βασανισμένη του σχέση με τους “συντρόφους” του, με το κόμμα. […] Το οπλοστάσιο των αλληγοριών έχει οπωσδήποτε σκοπό να ανακαλέσει την τέλεση μιας αδικίας που δεν περιγράφεται διαφορετικά και που παραμένει ακατανόητη στο ίδιο το θύμα που την υφίσταται». Μάλιστα εδώ αντιστρέφεται ολωσδιόλου η ιστορία της Καινής Διαθήκης και ο συμβολισμός της χωρίς να χάνει στο ελάχιστο την δυναμική του να ανακαλέσει στην μνήμη μας τον «μύθο».

Αξίζει, νομίζω, να παραθέσουμε ολόκληρο το ποίημα, αποτύπωμα μιας εποχής, όχι απαραίτητα της εποχής του ποιητή, και μιας χώρας, όχι μόνο της Ελλάδας.

[Μιλώ…]

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή

Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια

Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.
Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του

Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει

Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Περ. η λέξη, τχ.186, σελ. 504, Αθήνα Οκτ.-Δεκ. 2005.
[2] V. Orsina, Ο στόχος και η σιωπή, σελ. 17, Νεφέλη, Αθήνα 1995.
[3] Δ. Κόκορης, «Πέραν των Ανομοιοτήτων», περ. Αντί, τχ. 775, σελ. 48, Αθήνα 2002.
[4] Μ. Αναγνωστάκης, Αντιδογματικά, σσ. 28-29, Στιγμή, Αθήνα 1985.
[5] Αλέξ. Αργυρίου, Μ. Αναγνωστάκης: Νοούμενα και υπονοούμενα της ποίησής του, σελ. 112, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2004.
[6] V. Orsina, Ο στόχος και η σιωπή, σελ. 99, Νεφέλη, Αθήνα 1995.

 

Διαβάστε επίσης
ΑΠΟΨΕΙΣ
«Θα τα ξαναπούμε στο Πάλε…» του Πέτρου Γκάτζια

Η πόλη καίγεται σαν ένα κομμάτι θυμίαμα. Στον καπνό βρυχάται η συνείδησή μας.Ράντοβαν Κάρατζιτς Ο Μπόμπαν δακρύζει όταν του ζητούν να πει δυο λόγια στον παλιό του γείτονα, τον Εμίρ, μπροστά σε μια κάμερα. Τους...

ΑΠΟΨΕΙΣ
«Για τη Βούλα Μάστορη» του Μάνου Κοντολέων

«Δεν μπορείς να πετάξεις κρατώντας το κλουβί σου» Το έργο ενός συγγραφέα αποτιμάται όταν πλέον μπορεί να θεωρηθεί πως έχει περατωθεί. Και η περάτωση ενός συγγραφικού έργου είμαστε βέβαιοι πως συντελείται με...

ΑΠΟΨΕΙΣ
«Γιώργος Χρονάς: Το μέλλον διαρκεί πολύ» του Σταύρου Σταυρόπουλου

«Το μέλλον διαρκεί πολύ». Η φράση είναι του Αλτουσέρ και αποτελεί και τον τίτλο της αυτοβιογραφίας του. Βέβαια, υπάρχει μια συνθήκη, μια αναγκαία παράμετρος. Να το τροφοδοτείς συνέχεια με παρόν....

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr