A+ A A-

ΟΤΑΝ Η ΑΥΝ ΡΑΝΤ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟ ΠΑΓΚΑΛΟ

ΟΤΑΝ Η ΑΥΝ ΡΑΝΤ  ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟ ΠΑΓΚΑΛΟτου Νίκου Καμτσή

Δηλώνω θαυμαστής της ‘Αυν Ραντ. Έχω διαβάσει το «Εμείς οι ζωντανοί» και το «Κοντά στον Ουρανό». Το πρώτο με ενόχλησε με την αδιέξοδη μουντάδα του, αλλά ευτυχώς εδραίωσα τη γνωριμία μαζί της από το δεύτερο με το οποίο συνέβη, αυτό που λένε, «έρωτας με την πρώτη ματιά». Οπότε όταν ήρθε το «Εμείς οι ζωντανοί», δικαιολόγησα το αντικομμουνιστικό και αντικαθεστωτικό της μένος, ανέχτηκα την ασφυξία του και πήγα παρακάτω. Περίμενα πώς και πώς το «Ο Άτλας επαναστάτησε». Έμπαινα κάθε μέρα στην ιστοσελίδα των εκδόσεων «Ωκεανίδα» πέρσι το καλοκαίρι και διάβαζα σελίδα-σελίδα το μυθιστόρημα που θα τυπωνόταν τον Οκτώβριο του 2011. Ήταν το μαρτύριο της σταγόνας κυριολεκτικά και δεν το άντεξα.

Καλοκαίρι 2012 και κυκλοφορώ υπό μάλης με το τρίτομο μεγαθήριο των 1800 σελίδων. Ανάμικτα τα συναισθήματα από τις πρώτες σελίδες. Με ξενίζουν οι περιγραφές μιας Αμερικής εγκαταλελειμμένης με νόμους παράλογους που δεν ακουμπούν σε καμία πραγματικότητα και κανένα ρεαλισμό, που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια από κέντρα εξουσίας αυθαίρετα, όπου κυριαρχεί η παρακμή, ο μανδαρινισμός, οι χαρτογιακάδες, και η γραφειοκρατική σχιζοφρένεια. Όπως συμβαίνει συνήθως με τους έρωτες, έτσι και ο δικός μου με την Ραντ πέρασε από μια φάση κούρασης για να επανέλθει πιο μεστός και πιο ώριμος. Με παραξένεψαν και μερικές φορές με ενόχλησαν οι σολοικισμοί και οι υπερβολές σε κάθε σελίδα που βάζουν στη δράση τρικλοποδιές και μερικές φορές την τελματώνουν. Εργοστάσια που ανατινάζονται, ορυχεία που γκρεμίζονται με δεκάδες θύματα, πόλεις που κατοικούνται από ρακένδυτους ανθρώπους και μια αδιαφορία που σου δημιουργεί ασφυξία και σε κάνει να ανοίξεις διάπλατο το στόμα για να εισπνεύσεις περισσότερο αέρα. Αναρωτιέμαι: Αυτή είναι η Αμερική της Ραντ; Η υπερβολή είναι τόσο μεγάλη που με βάζει σε υποψίες. Η Αμερική της δεν μπορεί να είναι η γνωστή Αμερική που όλοι ξέρουμε. Κάτι άλλο θέλει να πει. Όχι, η Άϋν Ραντ δεν μπορεί να περιγράφει με τέτοια μελανά χρώματα την Αμερική που αγάπησε, που την αγκάλιασε, που την έκανε διάσημη και που διατηρεί τον μύθο της και την κοσμοθεωρία της δεκαετίες μετά, την Αμερική που σε τελευταία ανάλυση υπήρξε η φωλιά και το λιμάνι της, όταν δραπέτευσε από την κομουνιστική Ρωσία το 1925 και από τη Νέα Οικονομική Πολιτική του Στάλιν που θέριζε ζωές και συνειδήσεις τότε. Η Αμερική του «Άτλαντα» είναι η Σοβιετική Ένωση που η Ραντ άφησε πίσω της ρίχνοντας όχι μαύρη πέτρα, αλλά μαύρη κοτρόνα. Εσκεμμένα βάζει τον αναγνώστη ανάμεσα σε τόσες αντιθέσεις, τερατολογίες καμιά φορά, για να αντιδράσει, να επαναστατήσει και αυτός, σαν άλλος Άτλαντας και από την επανάσταση αυτή ό,τι ήθελε προκύψει. Επίτηδες ο αναγνώστης καλείται να τα βάλει με όλο αυτό το δαιδαλώδες δίκτυο του παραλογισμού, τις στρατιές των κρατικοδίαιτων παραγόντων, των παρατρεχάμενων αρουραίων ενός κρατικού μηχανισμού που δεν κάνει τίποτα άλλο από να συντηρεί τον εαυτό του ξεσκίζοντας τις ίδιες του τις σάρκες. Τα υγιή κύτταρα αυτού του κόσμου πρέπει να ελιχθούν μέσα στα λαγούμια αυτού του υπόνομου για να εξασφαλίσουν ένα φορτίο σιδηρομεταλλεύματος ή πετρελαίου ώστε να λειτουργήσουν τα εργοστάσια τους, για να έχουν ένα κομμάτι καθαρό ουρανό πάνω από το κεφάλι τους και ένα δράμι καθαρό αέρα να αναπνεύσουν. Σε κάθε βήμα τους ένας κηφήνας κομισάριος βρίσκεται εκεί για να υψώσει τοίχους και εμπόδια. Ένα σύστημα νόμων τόσο μεγαλόστομων, όσο και δόλιων και φαρισαϊκών, διατρανώνει ότι στο όνομα του λαού και των καταπιεσμένων μαζών, πρέπει να ισοπεδωθεί κάθε δημιουργικό πνεύμα. Αναρωτιέται ο αναγνώστης: πού είναι εκείνος ο (αμερικάνικος) κρατικός μηχανισμός, ο εκφραστής του καπιταλισμού, που είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα των εργοστασιαρχών, των εφοπλιστών, των επιχειρηματιών, των καπιταλιστών κάθε είδους τέλος πάντων; Σε ποιο σημείο του πλανήτη συμβαίνουν όσα περιγράφει η Ραντ; Στην Αμερική (έστω και μυθιστορηματική) ψηφίζονται νόμοι, εκδίδονται αποφάσεις και εγκύκλιοι, εκπονούνται νομοσχέδια που απαγορεύουν το κέρδος; Υπάρχει περίπτωση, στη μήτρα του καπιταλισμού, στο όνομα μιας παραμορφωτικής ισότητας, να εκδοθούν νομοσχέδια «ίσων ευκαιριών» που ακρωτηριάζουν κάθε δημιουργικότητα, εργατικότητα, πάθος και επιβραβεύουν τον παρασιτισμό, την ανικανότητα, την αταλαντοσύνη, τη μιζέρια και την ανέχεια; Μα ναι! Αυτή είναι η Σοβιετική ένωση που άφησε πίσω της η Ραντ το 1925 όταν (σχεδόν) το έσκασε από τη Ρωσία και εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες πολιτείες. Τα οκτώ χρόνια που πρόλαβε να ζήσει στην Πετρούπολη και στην Κριμαία ήταν αρκετά για να γνωρίσει το μετεπαναστατικό κλίμα της Ρωσίας, τους διωγμούς -πάντα στο όνομα του λαού- προς κάθε αντικαθεστωτικό που αυθαδίαζε προς τον Στάλιν και τα τσιράκια του καθεστώτος. Είναι το ίδιο κλίμα που έκανε τον Μαγιακόφσκι και τον Μέγερχολντ να αυτοκτονήσουν, τον Μπουλγκάκωφ να εξαφανιστεί ανεξήγητα, τον Τρότσκι να το σκάσει για την Ευρώπη και το Μεξικό (και πολύ αργότερα τον Σολτζενίτσιν), τον Πάστερνακ να κυνηγηθεί από την KGB και την Ένωση συγγραφέων της ΕΣΣΔ, τον Ισαάκ Μπάμπελ να πεθάνει στη φυλακή, τον Αντρέι Ζαχάρωβ να κυνηγηθεί και να εξοριστεί, τον Οσίπ Μάντελσταμ, και όλη την παλιά φρουρά των Μπολσεβίκων που ο Στάλιν «εκκαθάρισε» στις δίκες της Μόσχας (1937-1939). Συστήνω στον (δικό μου) αναγνώστη να διαβάσει πρώτα το «Εμείς οι ζωντανοί» και έπειτα τον «Άτλαντα». Είναι η βασική πηγή πληροφοριών για να τις χρησιμοποιήσει μετά, όταν θα χαθεί μέσα στο σύμπαν του Άτλαντα. Θα του δημιουργήσει την αναγκαία συνθήκη για να δικαιολογήσει μετά ότι του φαίνεται παράξενο, απίστευτο, παρατραβηγμένο, στον Άτλαντα. Θα του δημιουργήσει μια αβάσταχτη ασφυξία από την οποία θα θελήσει να δραπετεύσει έτσι όπως κάνουν όλοι οι δημιουργικοί άνθρωποι της Αμερικής του «Άτλαντα» προς έναν άλλο κόσμο μια άλλη κοινωνία που δέχεται τις αξίες και μόνο αυτές. Εξαφανίζονται ανεξήγητα επιστήμονες, καλλιτέχνες, άνθρωποι παθιασμένοι, παρατώντας σπίτια, δουλειές, εργοστάσια και τρένα μέσα στη μέση του πουθενά, χωρίς να αφήσουν ίχνη παρά μονάχα την μαύρη πέτρα που ρίχνουν πίσω τους. Εγκατάλειψη παντού. Ερήμωση και εγκατάλειψη. «Σε κάθε τους βήμα οι οδηγοί αντίκριζαν σκελετούς αυτοκινήτων, που είχαν πέσει στο καθήκον κι είχαν εγκαταλειφθεί στα χαντάκια των δρόμων». Όταν τέλειωσα ένα κεφάλαιο στον β’ τόμο είπα να κάνω μια βόλτα στον «έξω κόσμο», στην αθηναϊκή Πατησίων. Η Άυν Ραντ, σαν πιστή ερωμένη, με ακολούθησε κατά πόδας. Η δική μου πραγματικότητα και η δική της σε μια συνύπαρξη κάθε άλλο παρά αρμονική. Συγκρίσεις και αντιπαραθέσεις. Δεν μπορούσα να μην αντιπαραθέσω στα εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα της Ραντ τα κλειστά καταστήματα της Πατησίων και τα λουκέτα που κρέμονται στις πόρτες. Κάθε πέντε καταστήματα τα τρία κλειστά. Και μετά δεν μπορούσα να μην σκεφτώ τους πολίτες που παραδίδουν τις πινακίδες των αυτοκινήτων τους για να μην πληρώσουν τέλη κυκλοφορίας και φόρο, τα εργοστάσια και τις βιοτεχνίες που δραπετεύουν για τη Βουλγαρία, την Αλβανία, τη ΦΥΡΟΜ … Τα συσσίτια στο κέντρο της Αθήνας, τους νεόπτωχους και τις κατά μέσο όρο δύο αυτοκτονίες την ημέρα… Ή τα νέα παιδιά που ψάχνουν να φύγουν από την Ελλάδα για κάποια χώρα που εκτιμά (στοιχειωδώς έστω) την εργατικότητα, τη δημιουργικότητα και τη γνώση, την ικανότητα και τη συνέπεια… Εκεί κάπου εγκατέλειψα την ιδέα ότι η Ραντ, από οργή για τη δική της Ρωσία, υπερβάλλει. Την εγκατέλειψα διότι είχε αρχίσει να με καταλαμβάνει η δική μου οργή, γι’ αυτά που έβλεπα, για αυτά που βιώνουμε και γι’ αυτά που μοιραία σκεφτόμουν. Πολύ περισσότερο που μαζί με τις παραπάνω σκέψεις ήρθαν αναγκαστικά και κάτι άλλες που περιελάμβαναν κάτι βουλευτές με πολυτελή βουλευτικά αυτοκίνητα (2500cc) που παίρνουν συνολικά κάπου 20.000 ευρώ μηνιαίως, κάτι άλλους πρώην βουλευτές που απαιτούν αναδρομικές συντάξεις, κάτι υπαλλήλους (της Βουλής και αυτοί) με 17 μισθούς, κάποιους συνδικαλιστές που για να «υπερασπιστούν το δίκιο του εργάτη» απολαμβάνουν ταξίδια σε χώρες εξωτικές και ένας θεός ξέρει τι μισθούς, επιδόματα και απολαβές. Όταν επέστρεψα στις σελίδες του «Άτλαντα» οι αντιστοιχίες πολλαπλασιάστηκαν σαρκαστικά. Έφτασα στην σελίδα 177 του β΄τόμου όπου η αγαπημένη μου Ραντ βάζει στο στόμα του καθηγητή/παράσιτου τα εξής καταπληκτικά: «[...] Ο μόνος τρόπος για να κρατηθείς στην εξουσία είναι να εξουσιάζεις εγκληματίες και παραβάτες. Και όταν δεν υπάρχουν αρκετοί εγκληματίες, τότε θα πρέπει να τους φτιάξεις. Πώς; Ανάγοντας τόσα πολλά πράγματα σε έγκλημα, ώστε να είναι αδύνατο να ζήσει κανείς χωρίς να παραβιάσει τους νόμους. Ποιος θέλει ένα έθνος νομοταγών πολιτών; Τι κέρδος μπορεί να έχεις από ένα τέτοιο έθνος; Όταν όμως ψηφίσεις δύο τρεις νόμους που δεν μπορούν ούτε να εφαρμοσθούν, ούτε να τηρηθούν, ούτε να ερμηνευτούν με αντικειμενικά κριτήρια τότε δημιουργείς ένα έθνος παράνομων πολιτών και τότε εξαργυρώνεις την ενοχή [...]».

ΑΥΝ ΡΑΝΤΝα λοιπόν πως χτίζεται μια «ευνομούμενη» πολιτεία που ευαγγελίζονται και διατρανώνουν πολιτικοί, πολιτικάντηδες και «πονηροί πολιτευτές». Όλος αυτός ο κυκεώνας των νόμων, νομοσχεδίων, προεδρικών διαταγμάτων, αποφάσεων, και εγκυκλίων έχει κάποια χρησιμότητα. Κάνει τους ενόχους περισσότερους και τη συνενοχή καθολική. Αν καταφέρεις κάτι τέτοιο και έχεις την υπομονή να περιμένεις αυτή την ενοχή να ωριμάσει και να δώσει καρπούς (όπως συνέβη στη δική μας μεταπολιτευτική δημοκρατία) με την μορφή της διαπλοκής, της διαφθοράς, της κατάχρησης, του λαδώματος, του βολέματος, της τακτοποίησης των δικών μας παιδιών, κάθε χρώματος, και άλλων θαυμαστών φαινομένων, τότε εύκολα μπορείς να ισχυριστείς ανερυθρίαστα ότι «μαζί τα φάγαμε».

(Ο Νίκος Καμτσής είναι σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής στο θέατρο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟΥ).

 

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr