«Μενέλαος Λουντέμης (1906-1977)» του Φίλιππου Φιλίππου

«Μενέλαος Λουντέμης (1906-1977)» του Φίλιππου Φιλίππου

Το 2015 επανεκδόθηκαν αρκετά βιβλία του Μενέλαου Λουντέμη από τις εκδόσεις Πατάκη (πήραν τη σκυτάλη από τα Ελληνικά Γράμματα και τον Δωρικό), ανάμεσά τους τα κλασικά Οδός Αβύσσου αριθμός 0, Συννεφιάζει, Οι κερασιές θ' ανθίσουν και φέτος..., Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους, Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα. Το 2016 επανεκδόθηκε το Άπαντα τα ποιητικά (περιλαμβάνει τις ποιητικές συλλογές Κραυγή στα πέρατα, Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένονησί, Το σπαθί και το φιλί, Κοντσέρτο για δυο μυδράλια κι ένα αηδόνι, Πυρπολημένη μνήμη, Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς), ενώ για το 2017, την επέτειο των 40 χρόνων από το θάνατό του, πρόκειται να εκδοθεί το Θησέας, ένα βιβλίο για παιδιά και εφήβους.

 

Περισσότερα...
«Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο μετρ του μαγικού ρεαλισμού» του Φίλιππου Φιλίππου

«Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο μετρ του μαγικού ρεαλισμού» του Φίλιππου Φιλίππου

Στο βιβλίο του Σαντιάγο Γκαμπόα (1965) Νυχτερινές ικεσίες (μετάφραση Βασιλική Κνήτου, εκδόσεις Πόλις, 2017) διαβάζουμε τη φράση του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν «Ο Σαντιάγο Γκαμπόα και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες είναι οι σημαντικότεροι Κολομβιανοί συγγραφείς» (βεβαίως, σημαντικός είναι και ο Άλβαρο Μούτις, γνωστός στους Έλληνες αναγνώστες).

Και οι δύο έχουν γράψει μυθιστορήματα για την πατρίδα τους την Κολομβία, για τους κατοίκους της, τα ήθη και τις παραδόσεις τους, όμως ο πρώτος προτιμάει ενίοτε την αστυνομική πλοκή σε συνδυασμό με την πολιτική, είναι δηλαδή ρεαλιστής, ενώ ο δεύτερος καλλιέργησε τον «μαγικό ρεαλισμό» ή αλλιώς «θαυμαστή πραγματικότητα».

 

Περισσότερα...
«Ναπολέων Λαπαθιώτης: Η τοιχογραφία μιας εποχής» της Νίκης Σαλπαδήμου

«Ναπολέων Λαπαθιώτης: Η τοιχογραφία μιας εποχής (β' μέρος)» της Νίκης Σαλπαδήμου

Β΄ ΜΕΡΟΣ

Το 1907 ο Λαπαθιώτης και οι Πολίτηδες με τον αυθορμητισμό της νιότης τους και τη φλόγα της δημιουργίας τόλμησαν να διεκδικήσουν τη δημοσιότητα μ’ ένα δικό τους λογοτεχνικό περιοδικό. Την ιδέα τους την ενστερνίστηκαν κι άλλοι εφτά κι έτσι το περιοδικό είδε το φως της δημοσιότητας με το όνομα Ηγησώ. Οι δέκα ιδρυτές του ήταν: Βάρναλης, Χατζάρας, Φιλύρας, Καρβούνης, Λέανδρος Παλαμάς, Κουμαριανός, Μήτσης Καλαμάς, Γ. και Φ. Πολίτης, Ν. Λαπαθιώτης.

Σχετικά με τον τίτλο του περιοδικού ο Λαπαθιώτης αναφέρει ότι τον πρότεινε ο Παλαμάς. Ο Βάρναλης όμως στ’ απομνημονεύματά του γράφει ότι ήταν αποτέλεσμα μακράς συζήτησης των μελών κι ότι αρχικά συμμετείχε κι ο Ρήγας Γκόλφης, που στη συνέχεια αποχώρησε για λόγους γλωσσικής ορθοδοξίας. Οι μικρότεροι της παρέας του περιοδικού, αρχίζοντας από τον μικρότερο, ήταν: Λέαν. Παλαμάς, οι Πολίτηδες και ο Λαπαθιώτης. Πριν ακόμη τυπωθεί το πρώτο τεύχος, έγινε γνωστή η επικείμενη κυκλοφορία του και ο Αλ. Πάλης, που κάτι είχε ακούσει, ρώτησε τον Παλαμά κι εκείνος του απάντησε ως εξής: «Η αλήθεια είναι πως δεν άρχισε κανένα περιοδικό, μόνο μια συντροφιά 8-9 παιδιά είπανε να βγάλουνε ένα φυλλαράκι, που να μπαίνουν στίχοι μόνον για να συγκεντρώνουν εκεί τα τραγούδια τους. Φιλοδοξίες παιδιάτικες και ποιητικές». Παρά τα λεγόμενα του Παλαμά το περιοδικό κυκλοφόρησε και με εισαγωγικό σημείωμα δικό του, το οποίο έδινε και το στίγμα του νέου περιοδικού.

 

Περισσότερα...
«Ναπολέων Λαπαθιώτης: Η τοιχογραφία μιας εποχής» της Νίκης Σαλπαδήμου

«Ναπολέων Λαπαθιώτης: Η τοιχογραφία μιας εποχής (α' μέρος)» της Νίκης Σαλπαδήμου

Α΄ ΜΕΡΟΣ

Ο Κ. Θ. Δημαράς έγραψε: «Εμείς οι Έλληνες δεν αγαπούμε να γράφουμε και να δημοσιεύουμε απομνημονεύματα. Και όμως όταν ιδεί κανείς πόσα προσφέρουν τα έργα αυτού του τύπου στην μελέτη και στην γνώση της ιστορίας, ιδίως των ιδεολογιών και των συνειδήσεων, καταλήγει σε τούτο: ότι θα μπορούσε να αποβεί πολύτιμη μια στροφή προς τα εκεί». Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης έγραψε την αυτοβιογραφία του τέσσερα χρόνια πριν τον θάνατό του και τη δημοσίευε σε συνέχειες το εβδομαδιαίο λαϊκό περιοδικό Μπουκέτο.

Η δημοσίευση στο περιοδικό ξεκίνησε στις 28 Απριλίου 1940 και τέλειωσε στις 31 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Το περιοδικό στην αναγγελία του για την προσεχή δημοσίευση της βιογραφίας του ποιητή μεταξύ άλλων γράφει: «Στις αυτοβιογραφικές σελ. του αγαπημένου σας ποιητού, τις γραμμένες μ’ εξαιρετική διάθεση, τις γεμάτες λυρισμό, περνάει μια ολόκληρη εποχή με τους τύπους της, τους φιλολογικούς της κύκλους, τις ομορφιές και τα παράδοξά της». Ο Ν. Λαπαθιώτης κινήθηκε προς τα εκεί, ίσως για εντελώς διαφορετικούς λόγους απ’ αυτούς που εννοούσε ο Δημαράς, αλλά το αποτέλεσμα μετράει και τους καρπούς του γευόμαστε.

Ο Ν. Λαπαθιώτης γεννήθηκε στις 31/10/1888 στην Αθήνα σ’ ένα σπίτι της πλατείας Αγίων Θεοδώρων και Ευριπίδου. Ο τοκετός ήταν πολύ δύσκολος και η μητέρα του κινδύνεψε να πεθάνει. Οι πιο ονομαστοί γιατροί της εποχής σήκωσαν τα χέρια ψηλά, δεν μπορούσαν ν’ αντιμετωπίσουν τον επιλόχειο πυρετό. Μια γειτόνισσα που έκανε και χρέη νοσοκόμας, αργά το βράδυ καθισμένη στην καρέκλα λαγοκοιμόταν κι είδε δυο ψηλούς άντρες με παράξενες φορεσιές ν’ ανεβαίνουν τη σκάλα. Μόλις τους είδε φώναξε: «Πού πάτε; Μέσα έχουμε τη μητερούλα άρρωστη και θα πεθάνει». Εκείνοι της χαμογέλασαν και είπαν: «Γι’ αυτήν ερχόμαστε θα την κάνουμε καλά και θα ζήσει». Η ανάρρωσή της αποδόθηκε σε θαύμα των αγίων Θεοδώρων, οι οποίοι όταν ζούσαν ήταν γιατροί. Ο ποιητής αναφέρει, τότε που έγραψε τη βιογραφία του, ότι υπήρχε ακόμη εκείνο το σπίτι ίδιο κι απαράλλαχτο, μόνον που είχαν ρίξει ένα πάτωμα ακόμη. Γι’ αυτό δεν αληθεύει αυτό που γράφεται ότι στο σπίτι που γεννήθηκε στο ίδιο σπίτι πέθανε ο ποιητής. Πέθανε στο ιδιόκτητο σπίτι του Κουντουριώτη και Οικονόμου στα Εξάρχεια, που είχε αγοράσει ο πατέρας του.

Η μητέρα του Λαπαθιώτη ήταν αληθινή καλλονή, ακόμη κι ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄, όταν είδε φωτογραφία της φώναξε στα γαλλικά: «C’est quelque chose d’ideal». Ήταν ανιψιά του Χαρ. Τρικούπη, μεγάλωσε στο σπίτι του και για τη σωστή ανατροφή της είχε φροντίσει ο ίδιος. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός με καταγωγή από την Κύπρο αλλά γεννημένος στην Αθήνα. Ο Ν. Λαπαθιώτης, μοναδικό παιδί της οικογένειάς του, πέρασε τα παιδικά του χρόνια απολαμβάνοντας την αγάπη και την τρυφερή φροντίδα των γονιών του και κυρίως της μητέρας του. Η οικονομική άνεση της οικογένειας καθώς και οι γνωριμίες και φιλίες με άτομα της κοινωνικής ελίτ της εποχής επέτρεψαν στον μικρό Ν. να πραγματοποιεί τις εμπνεύσεις του, να γράφει τα ποιήματά του και να δημοσιεύονται, ακόμη κι αν επρόκειτο για παιδικά ψελλίσματα, όπως έλεγε ο Γρηγ. Ξενόπουλος. Εκτός από την ποίηση ο Λαπαθιώτης είχε ακόμη μια μεγάλη αγάπη, το θέατρο. Σε πολύ μικρή ηλικία παρακολούθησε θεατρική παράσταση και από τότε ήθελε κι ο ίδιος να δοκιμάζει την υποκριτική του δεινότητα με αυτοσχέδια πατριωτικά θέματα και με θεατές τους γονείς του. Την εποχή εκείνη οι γόνοι εύπορων οικογενειών μάθαιναν απαραιτήτως πιάνο και γαλλικά. Ο Λαπαθιώτης από μικρός διδασκόταν πιάνο και γαλλικά με δασκάλες στο σπίτι, που δεν καλοπερνούσαν μαζί του, ήταν πειραχτήρι, σκάρωνε σκανταλιές και τις έφερναν σε δύσκολη θέση.

Το πρώτο του ποίημα το έγραψε σε ηλικία 8 ετών, ήταν πατριωτικό κι αναφερόταν σε 9 μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Για το πρώτο ποίημά του κάνει αναφορά και στη βιογραφία του, λέγοντας ότι το είχε σ’ ένα μεγάλο άλμπουμ, όπως ακριβώς το είχε πρωτογράψει. Από τότε τα ποιήματα, τα διηγήματα, τα άρθρα, τα θεατρικά αποτελούσαν την καθημερινή του ευχαρίστηση. Την εποχή εκείνη έγραψε και το ποίημα «Στον τάφο του Τρικούπη». Ο πατέρας του βλέποντας τις καλλιτεχνικές τάσεις του γιου του προβληματίστηκε κι επειδή είχε βαθιά φιλία με τον Αριστομένη Προβελέγγιο, ήταν συμμαθητές στο σχολείο, πήρε τον Ναπολέοντα και πήγαν στο σπίτι του. Ο Ν. Λαπαθιώτης γράφει ότι ο Προβελέγγιος με την ποιητικότατη μορφή του ήταν γλυκός και ευγενικός στους τρόπους. Όταν ο πατέρας του του μίλησε για τους παιδαριώδεις ποιητικούς του οίστρους, εκείνος απάντησε: «Κι αν έχει το δαιμόνιον;». Από τότε μεταξύ τους τον Προβελέγγιο τον αποκαλούσαν «δαιμόνιο».

Από την παιδική του ηλικία ο Λαπαθιώτης είχε ευαισθησίες που δεν ήταν συμβατές με την ηλικία του και πολλές απ’ αυτές θα διαμορφώσουν τον χαρακτήρα του κατοπινού ενήλικα. Ο άνεμος είναι κάτι που τον τρομάζει όπως και η θάλασσα, γι’ αυτό δεν έμαθε κολύμπι. Η μουσική αγγίζει βαθιά την ψυχή του σε βαθμό που να αναλύεται σε λυγμούς ακόμη και σε δημόσιο χώρο. Είναι πολύ ευαίσθητος με τα ζώα που υπεραγαπά και δένεται μαζί τους τόσο, που στην απώλειά τους να μένει απαρηγόρητος για καιρό. Η ερημιά της πρωτεύουσας την Κ. Δευτέρα, επειδή όλοι οι Αθηναίοι ξεχύνονταν στα περίχωρα για να γιορτάσουν τα κούλουμα, του δημιουργούσε ένα συναίσθημα νέκρας και πένθους, που τον τυραννούσε ακόμη και μεγάλο. Όταν πέθανε ο θείος του Χαρ. Τρικούπης έκλαιγε ασταμάτητα μισή μέρα κι ήταν μόλις 8 ετών.

Γράφει για τα ζώα: «Το πόσο πόνεσα για τα ζώα πολλές φορές με τις αρρώστιες και με τους θανάτους των, το ξέρουν μόνον όσοι με γνωρίζουν, κι όσοι παρακολούθησαν τη σπιτική ζωή μου. Αλλά αν τα ζώα γενικά τα συμπαθώ η γάτα είναι η προτίμησή μου. Το σιωπηλό, μυστηριώδες αυτό λεπτούργημα με συγκινεί σαν κάτι πιο δικό μου, σαν ένα κομμάτι της ψυχής μου! Με συγκινεί σαν καλλιτέχνη και σαν άνθρωπο. Και όσοι την αγαπούν καθώς εγώ δεν είναι δυνατόν, κατά τη γνώμη μου, παρά να είναι οι λεπτοί και οι ραφιναρισμένοι. Η αγάπη προς αυτό το ζώο είναι για μένα η λυδία λίθος της πραγματικής ευαισθησίας και της ευγένειας αισθημάτων – ένα λεπτό γνώρισμα των διανοουμένων από τα βαθύτερα χαρακτηριστικά…».

Στη βιογραφία του αναφέρεται συχνά στη Σοφία Τρικούπη, αδελφή του Χαρίλαου, που δεν παντρεύτηκε, αλλά αφοσιώθηκε στον αδελφό της, που τόσο θαύμαζε. Μετά τον θάνατό του συγκέντρωσε τα δημοσιεύματα, που αφορούσαν τον αδελφό της από την αρχή της πολιτικής του καριέρας έως το 1917 και τα εξέδωσε σε 13 τόμους, χωρίς όμως να προλάβει να δει ολοκληρωμένο το έργο της. Μετά τον θάνατο του Τρικούπη το σπίτι βυθίστηκε στο πένθος, ο ποιητής γράφει ότι όλο το σπίτι ήταν μαυροντυμένο, έτσι συνήθιζαν τότε να πενθούν τους νεκρούς τους. Η Σοφία δεχόταν αυστηρά ορισμένες επισκέψεις, φίλους παλιούς και συγγενείς, διπλωμάτες, υπουργούς, πρωθυπουργούς, ξένους βασιλείς, την Αλεξάνδρα της Αγγλίας, με την οποία τη συνέδεε βαθιά φιλία από τα παιδικά τους χρόνια. Πολύ συχνά την επισκεπτόταν με τη μητέρα του ο Λαπαθιώτης κι αφού καθόταν λίγο με τους μεγάλους, η Σοφία τον άφηνε να μπει στη βιβλιοθήκη του αδελφού της, να βλέπει τα αμέτρητα βιβλία, που τόσο αγαπούσε, όπως και τον αγαπημένο παπαγάλο της Σοφίας, που δεν τον πλησίαζε, τον φοβόταν. Ο Λαπαθιώτης το 1916 δημοσίευσε στην Ακρόπολη του Γαβριηλίδη άρθρο με τίτλο «Τρικούπης», στο οποίο περιέγραψε όσα συνέβησαν στην κηδεία του, κυρίως την ατμόσφαιρα που επικρατούσε και τις προσωπικές του αναμνήσεις από το γεγονός.

Στα 10 του χρόνια πηγαίνει για πρώτη φορά στο σχολείο, στο Εθνικό Λύκειο, στην πρώτη του Ελληνικού, χωρίς να έχει φοιτήσει σε καμία τάξη του δημοτικού. Διδασκόταν από δασκάλους στο σπίτι τα ανάλογα μαθήματα. Η μη φοίτησή του ίσως να οφειλόταν στον στρατιωτικό πατέρα του, που μετατίθετο σε διάφορα μέρη, Ναύπλιο, Αγρίνιο κ.α., όπου και παρέμεναν για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Στον ίδιο ίσως λόγο οφείλονταν και οι πολλές αλλαγές σπιτιών, όταν βρίσκονταν στην Αθήνα. Γράφει ο ίδιος: «Αλλάζαμε σπίτι με τόση ευκολία σαν να ήταν το πιο απλό πράγμα». Απ’ αυτές τις μετακομίσεις σε διάφορα σπίτια εντός και εκτός Αθηνών θυμάται πολλά περιστατικά άλλα συγκινητικά και άλλα φαιδρά, όπως τα ένιωθε και τα κατέγραφε εκείνος.

Στο σχολείο ο μικρός Ναπολέων προσγειώθηκε ανώμαλα, αλλιώς μαθημένος βρέθηκε σ’ ένα περιβάλλον που τον στενοχωρούσε, λόγω της πειθαρχίας και του εξαναγκασμού στη μάθηση. Την καταπίεση δεν την ανεχόταν, είχε μάθει να ζει σ’ ένα περιβάλλον ελευθερίας, χωρίς την παραμικρή πίεση από τους δικούς του. Ο ίδιος γράφει: «Αν η σπουδή και η μελέτη δεν είχαν αυτόν τον χαρακτήρα κι ήσαν μάλλον προαιρετικά θα τ’ αγαπούσα και θα επιδιδόμουν μ’ όλη μου τη φυσική κλίση προς αυτά και θα ήμουν πρώτος ίσως μες στην τάξη. Αλλά επειδή στα μάτια μου έπαιρναν τη μορφή του καταναγκασμού ήμουν ένας μαθητής καλός αλλά τυχαίος». Στα μαθηματικά είχε τις δυσκολίες του αλλά ο πατέρας του διαπρεπής μαθηματικός, δίδασκε σ’ όλες σχεδόν τις στρατιωτικές σχολές, τον βοηθούσε κι έτσι τα κατάφερνε. Μόλις άρχισε να φοιτά στο γυμνάσιο έγραψε ένα σατιρικό δράμα σε δυο πράξεις με τίτλο «Νέρων ο τύραννος», το οποίο ο πατέρας του το τύπωσε και ο Ναπολέων το μοίρασε σε φίλους του και σε κάποιους καθηγητές του, που διέκριναν το ταλέντο του. Και κάποια ποιήματα πρωτόλεια δημοσιεύτηκαν στην Εστία.

Στο γυμνάσιο ουσιαστικά αρχίζουν και οι φιλίες με συνομηλίκους του. Στενός φίλος του από τους πρώτους ήταν ο Σπύρος Τρικούπης, γιος κι αυτός στρατιωτικού. Έγραφαν κι οι δυο στη Διάπλαση των Παίδων, ο Λαπαθιώτης με το ψευδώνυμο Αιθήρ. Όταν πήγε με τη θεία του να γραφτεί συνδρομητής πρωτοσυνάντησε τον Γρηγ. Ξενόπουλο, με τα γυαλάκια του, ο οποίος μάλιστα σηκώθηκε απ’ το γραφείο του, τον χάιδεψε και τον ρώτησε ποιο ψευδώνυμο είχε διαλέξει. Ο Τρικούπης είχε το ψευδώνυμο Μεσολογγιτάκι. Ο Τρικούπης εκτός από νομικά βιβλία που έγραψε, ασχολήθηκε με την πολιτική, διετέλεσε υπουργός και αντιπρόεδρος της Βουλής.

Το «Εθνικό Λύκειο», όπως και το «Λύκειο Δελλίου», στο οποίο γράφτηκε μετά, ήταν σχολεία ιδιωτικά. Στο «Λύκειο Δελλίου» φοιτούσαν και τ’ αδέλφια Γιώργος και Φώτος Πολίτης, γιοι του Ν. Πολίτη, με τους οποίους συνδέθηκε με στενή φιλία, κυρίως με τον Γιώργο, που ταίριαζαν περισσότερο. Την 25η Μαρτίου το σχολείο τους ανέθεσε στον Γ. Πολίτη και στον Λαπαθιώτη όχι μόνον την αγορά του στεφανιού που θα κατέθεταν, αλλά και το λογύδριο που θα εκφωνούσαν στο ηρώο. Και προς μεγάλη τους έκπληξη είδαν την επομένη δημοσιευμένα στην εφημερίδα Νέον Άστυ τα λογύδριά τους με πολύ ευμενή σχόλια. Τον καιρό που φοιτούσε στο «Λύκειο Δελλίου» έγραψε ένα ποίημα με τίτλο «Μαρτινίκα» σε άψογο ομηρικό εξάμετρο, με αφορμή τις εκρήξεις ηφαιστείων στο νησί, και το οποίο έφτασε στα χέρια όλων των καθηγητών του. Ο καθηγητής της ιστορίας Μπουκουβάλας τον κάλεσε στο γραφείο και τον ρωτούσε πώς είχε αυτή την έμπνευση και πώς είχε συνθέσει τόσο άρτιους στίχους.

Την εποχή εκείνη ο Ταγκόπουλος έμενε στην οδό Οικονόμου, πολύ κοντά στο σπίτι του Λαπαθιώτη, κι η γνωριμία μαζί του του έδωσε την ευκαιρία να δημοσιεύσει στον Νουμά μερικά ποιήματά του: «Έκσταση», «Στα περασμένα», «Το παράπονο του τραγουδιστή», «Stabat mater doloresa». Ο Ξενόπουλος από την πρώτη κιόλας δημοσίευση του έστειλε ένα μπιλιετάκι και του εξέφραζε τη χαρά του, γιατί είδε ότι τα παιδικά ψελλίσματά του μεταβάλλονταν σε ωραία μελωδική φωνή. Στο σπίτι του Πολίτη γνώρισε τον Ρώμο Φιλύρα. Ο Φιλύρας με τον αυθόρμητο ενθουσιασμό του, όταν ο Λαπαθιώτης απήγγειλε κάποια ποιήματά του, τον ανακήρυξε απερίφραστα Σέλεϋ της Ελλάδας.

«Σαν αεράκι»

Χρυσή μου αγάπη, αν ήξερες
τι μέλι είσαι για μένα...
Τα μπουμπουκάκια τα όμορφα,
τα μοσχομυρισμένα.
Και τ’ αγεράκια που φυσούν
σα λιποθυμισμένα
δεν έχουνε το βάλσαμο
που ’χεις εσύ για μένα... 

Της λίμνης τ’ αφρολούλουδο
και του γιαλού η γαλήνη.
Η σμύρνα, το ροδόσταμο
που αργοσταλάει και σβήνει.
Κι οι ροδωνιές, κι η ολόδροση
του κήπου ανθοπλημμύρα,
των δυο χειλιών σου των γλυκών
δεν στάζουνε τα μύρα...!!!

Πάω στην τρισέρημη αμμουδιά
και μόνη τι να κάμω;
Χαράζω κύκλους απαλούς
Στο μουσκεμένον άμμο...
Σαν αγεράκι χάνονται στο κύμα
Απάνω απάνω
Και απόμεινα στην ερημιά
Μονάχη... Τι να κάμω!!!

Τώρα το ετοιμοθάνατο
βαλσαμωμένο αγέρι,
γλυκά τραγούδια θλιβερά
ν’ αναστενάξει ξέρει...
Αλήθεια! Ξέρει πιο γλυκά
να τραγουδάει από μένα!
Εγώ δεν ξέρω πιο γλυκά
μα ξέρω πιο θλιμμένα…


Όπως προαναφέρθηκε, ο Λαπαθιώτης διδασκόταν πιάνο. Είχε δασκάλα την Αθηνά Σερεμέτη, γυναίκα εξαιρετικής μόρφωσης και διακεκριμένη πιανίστρια. Στο σπίτι της σύχναζαν σπουδαίες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, κι έτσι ο Λαπαθιώτης είχε την ευκαιρία να γνωρίσει κορυφαίους δημιουργούς, όπως τον ζωγράφο Ν. Λύτρα, γέρος πια, και τον Ζ. Παπαντωνίου, που τον είδε να παίζει μαντολίνο με τη Σερεμέτη στο πιάνο. Σε μια από τις συγκεντρώσεις της Σερεμέτη –πήγαινε ταχτικά και η μητέρα του εκεί– η μικρότερη αδελφή του Κακλαμάνου έπαιξε στο πιάνο τη «Νυχτωδία» του Σοπέν, ένα πένθιμο εμβατήριο. Ο Λαπαθιώτης συγκινήθηκε τόσο πολύ, που αναγκάστηκε να βγει από τη σάλα. Γράφει ο ίδιος για την ευαισθησία του στη μουσική: «Βγήκα τρέχοντας απ’ την κάμαρα και κρυμμένος στο διάδρομο πνίγηκα κυριολεκτικά στα κλάματα! Και το κομμάτι αυτό που είναι το υπ’ αριθ. 15, σε φα μινόρε, από τις Νοκτούρν, ακόμη και τώρα μου δίνει το ίδιο ρίγος και την ίδια θανάσιμη απόγνωση που μου ’δωσε τότε που το πρωτάκουσα παιδί. Και το περιστατικό αυτό μου θυμίζει κι άλλα προηγούμενα, κάποτε κι ελαφρότερα, που μ’ έκαναν να κλαίω απαρηγόρητα σα μωρό παιδί δίχως να μπορώ να πω το γιατί. Τα κομμάτια αυτά, που τα έχω σημειωμένα και τα παίζω κάποιες ώρες μοναξιάς και περισυλλογής, μου ανοίγουν θαρρείς κόσμους περασμένους, κόσμους ομορφιάς και νοσταλγίας, χαμένους για πάντα ή προσωρινά, που η ανάμνησή τους με σπαράζει: άμα τ’ ακούω νιώθω πως είμαι ένας εξόριστος στη γη και πως η πραγματική πατρίδα μου είναι κάπου αλλού, σε κάποιους άλλους ουρανούς που ίσως κάποτε και να ξαναγυρίσω».

Στο σπίτι της Σερεμέτη γνώρισε τον Πολύβ. Δημητρακόπουλο, συγγραφέα και δημοσιογράφο, τον Γ. Τσοκόπουλο, τον Κακλαμάνο, κι όλοι αυτοί τον έβλεπαν μ’ ένα ύφος ειρωνικό, ως νεοσσό στον κύκλο της φιλολογίας. Την εποχή εκείνη γίνονταν συγκεντρώσεις σε σπίτια είτε για διασκέδαση είτε για φιλολογικές και άλλες συζητήσεις. Σε μια τέτοια συγκέντρωση στο σπίτι του Πολίτη, ήταν παρών και ο Παλαμάς, ο Λαπαθιώτης απήγγειλε ένα ποίημα, και ο Παλαμάς τον συγχάρηκε μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο που τον συγκίνησε πολύ και το κατέγραψε: «Ένα απόγευμα στο σπίτι του Πολίτη σε μια συγκέντρωση απαγγείλαμε, παίξαμε πιάνο κι εγώ απήγγειλα ένα ποίημά μου με τον τίτλο “Ο Τρελός”, που τελείωνε μ’ έναν κλαυσίγελο: “Κι έχω απομείνει μοναχά / εγώ ο τρελός! Χα χα χα χα!” Ο Παλαμάς πλησίασε σιωπηλά και μου έσφιξε το χέρι. Κι αυτό το άφωνό του θερμό συγχαρητήριο με συγκίνησε θυμάμαι πολύ βαθύτερα παρά αν μου ’λεγε κοινές φιλοφρονήσεις… Και το λογάριασα αυτό με πιο ικανοποίηση, παρά τα τυπικά χειροκροτήματα της κατάμεστης και φωτισμένης σάλας».

Όταν τέλειωσε το γυμνάσιο έπρεπε να γραφτεί στο πανεπιστήμιο. Οι γονείς του δεν τον πίεσαν, τον άφησαν ελεύθερο ν’ αποφασίσει ο ίδιος ποια επιστήμη ήθελε ν’ ακολουθήσει, αλλά ούτε κι εκείνος είχε κατασταλάξει, και ο χρόνος εγγραφής πίεζε. Εντελώς τυχαία γράφτηκε στη Νομική, γιατί όπως πίστευε ο ίδιος «το μη χείρον βέλτιστον». Σ’ ένα χειρόγραφό του γράφει σχετικά με τη επιλογή του: «Σπούδασα νομικά εντελώς τυχαία και με αρκετή μάλιστα αντιπάθεια σ’ αυτή την επιστήμη. Το αποφάσισα αυτό απέξω από το πανεπιστήμιο πέντε λεπτά πριν εγγραφώ ως φοιτητής. Και έφτασα, Θεέ μου, μέχρι του να πάρω και δίπλωμα – ευτυχώς μονάχα με “καλώς”… Οι άλλες μου σπουδές ήταν γαλλικά, εγγλέζικα και πιάνο. Απ’ αυτά δεν επέφεραν καρπούς παρά το πιάνο και τα γαλλικά».

Διαβάστε εδώ το Β΄ ΜΕΡΟΣ

Την εποχή εκείνη ο Λαπαθιώτης γνώρισε τον Χρηστομάνο, τον εμπνευστή και ιδρυτή της Νέας Σκηνής, τον εξαίσιο καμπούρη, τον μέγα γόη, τον χαριτολόγο, τον μοναδικό αισθητικό. Η ίδρυση της Νέας Σκηνής είχε σκοπό, σύμφωνα με το καταστατικό της, την αναγέννηση της δραματικής ποίησης και σκηνικής τέχνης στην Ελλάδα, την παραγωγή δραματικών έργων που να ανταποκρίνονται στα ιδεώδη της υπέροχης ποιητικής δημιουργίας καθώς και στη μόρφωση ικανών προσώπων, που να τα ερμηνεύσουν σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νεότερης σκηνικής τέχνης. Το ιδρυτικό καταστατικό, εκτός από τον Χρηστομάνο, το υπέγραψαν ο Παλαμάς και ο Κακλαμάνος. Ο Λαπαθιώτης, λάτρης του θεάτρου, είδε τη Νέα Σκηνή ως ευκαιρία να πραγματοποιήσει το όνειρό του, κι άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα 2-3 φορές την εβδομάδα. Τότε υπέβαλε στον Χρηστομάνο ένα δικό του μονόπρακτο δράμα με τον τίτλο «Απ’ τα μεσάνυχτα ως τα γλυκοχαράματα», που άρεσε πολύ. Το έδωσε και στην Κοτοπούλη, αλλά τελικά το χειρόγραφο χάθηκε. Σ’ ένα απ’ τα μαθήματα ήρθε στη Νέα Σκηνή και ο Σικελιανός, μαθητής του Χρηστομάνου, που με τη βροντώδη φωνή του απήγγειλε κομμάτια από τον «Αλαφροΐσκιωτο», και θυμάται ο Λαπαθιώτης ότι έτριζαν τα τζάμια. Η γνωριμία του με τον Σικελιανό εξελίχτηκε σε μια βαθιά φιλία.

 

«Ο Άγις Στίνας, ένας Κερκυραίος σοσιαλιστής» του Φίλιππου Φιλίππου

«Ο Άγις Στίνας, ένας Κερκυραίος σοσιαλιστής» του Φίλιππου Φιλίππου

Το 20ό Συνέδριο του ΚΚΕ στον Περισσό έληξε στις 2 Απριλίου. Σε αυτό, ο γενικός γραμματέας του κόμματος Δημήτρης Κουτσούμπας έκανε μιαν εισήγηση-απολογισμό κι έθεσε στόχους για το μέλλον. Τον επόμενο χρόνο θα γιορταστεί η επέτειος των 100 χρόνων από την ίδρυσή του. Η στιγμή λοιπόν είναι ιδανική για να θυμηθούμε έναν ξεχασμένο αγωνιστή που συμμετείχε στις πρώτες προσπάθειες για τη δημιουργία και το δυνάμωμά του, τον Κερκυραίο Άγι Στίνα.

«Με τον θάνατο του Στίνα χάθηκε όχι μόνο ένας ήρωας, αλλά ένας τύπος ανθρώπου που η σημερινή κοινωνία δεν φαίνεται πια ικανή να δημιουργήσει κι ούτε καν και να ανεχτεί». Μ’ αυτά τα λόγια ο Κορνήλιος Καστοριάδης άρχισε την παρέμβασή του στο πολιτικό μνημόσυνο του Στίνα που πραγματοποιήθηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας τον Μάρτιο του 1989. Ο έπαινος δεν ήταν τυχαίος, οι δυο τους υπήρξαν σύντροφοι.

Ο Άγις Στίνας γεννήθηκε στο χωριό Σπαρτίλλας της Κέρκυρας το 1900 ως Σπύρος Πρίφτης. Ανήκε σε ευκατάστατη οικογένεια, αλλά ξόδεψε την περιουσία του στην πολιτική δράση. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Μέση Εμπορική Σχολή, στην ηλικία των 14-15 ετών, ήρθε σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες.

Στο βιβλίο του Αναμνήσεις διαβάζουμε: «Από παιδί 14-15 χρονών επηρεάστηκα από τις σοσιαλιστικές ιδέες και από 18 χρονών αφιέρωσα τον εαυτό μου στο απελευθερωτικό κίνημα της εργατικής τάξης». Πιο κάτω: «Το βιβλιάριο του κόμματος το πήρα το Μάη του 1920. Έπρεπε σύμφωνα με το καταστατικό για να πάρω το βιβλιάριο του μέλους να είμαι 20 χρονών και τότε το Μάη του 1920 έκλεισα τα 20 χρόνια. Από πολύ προηγούμενα όμως συμμετείχα ενεργά και στη διάδοση και υπεράσπιση των αρχών της οκτωβριανής επανάστασης και στην εκκαθάριση της Σοσιαλιστικής Ομάδας Κερκύρας από τα ξένα στο σοσιαλισμό στοιχεία».

Όλα αυτά που αναφέρει ο Στίνας στο βιβλίο του ίσως να μην ενδιαφέρουν τον σημερινό αναγνώστη, ούτε τον σύγχρονο αριστερό πολίτη. Είναι χρήσιμα, ωστόσο, για όσους θέλουν να γνωρίσουν τον τρόπο σκέψης εκείνων των πρωτοπόρων που εμπνεύστηκαν από τη νίκη της επανάστασης κατά του τσάρου της Ρωσίας, που ενστερνίστηκαν τις ιδέες του Λένιν και του Τρότσκι, οι οποίες εξαπλώθηκαν σε όλο τον κόσμο. Εκείνοι οι άνθρωποι, όπως ο Άγις Στίνας, αγωνίστηκαν με πείσμα και θυσιάστηκαν για έναν ιερό σκοπό, όπως οι πρώτοι χριστιανοί, μέχρι που αποδείχτηκε (εκείνοι δεν πρόλαβαν να το δουν), πως είχαν παλέψει για μιαν ουτοπία, «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη», για να θυμηθούμε τον Σεφέρη.

Ο Στίνας έγινε σοσιαλιστής σε μια περιοχή που υπήρξε φυτώριο σοσιαλιστών λόγω των ειδικών συνθηκών που επικρατούσαν εκεί. Ας δούμε τι γράφει: «Η σοσιαλιστική ομάδα της Κέρκυρας υπήρχε πολύ πριν από την ίδρυση του ΚΚΕ. Αποτελούνταν από τους πιο προοδευτικούς για την εποχή τους διανοούμενους»: Κωνσταντίνος Θεοτόκης – συγγραφέας, Αριστοτέλης Σίδερης – φοιτητής Νομικής, Αντώνης Μουσούρης – δημοσιογράφος, Στέφανος Γισδάκης – γιατρός, Νίκος Βαρότσης – καθηγητής ιταλικών, Νίκος και Σπύρος Λευτεριώτης, Σπυρός Νικοκάβουρας – ποιητής. Μαζί τους ήταν και πολύ λίγοι εργάτες: Κώστας Βιτουλαδίτης, Τίτος Ρέγγης, Πλάτων Μπονέλλος, Σπύρος Τράνακας, Σπύρος Λούμπος.

Η ομάδα είναι ο Σοσιαλιστικός Όμιλος Κερκύρας που ιδρύθηκε το 1911 και το 1912 εξέδωσε τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία. Μέχρι τότε στην Κέρκυρα υπήρχε το Σοσιαλιστικό Κέντρο Κερκύρας που εξέδιδε την εφημερίδα Εργάτης, η οποία τον Αύγουστο του 1912 πουλούσε 900 φύλλα.

Όταν τον Νοέμβριο του 1918 ιδρύθηκε στον Πειραιά το ΣΕΚΕ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας) από τριάντα περίπου άτομα, ο Σοσιαλιστικός Όμιλος Κερκύρας συμμετείχε με αντιπρόσωπο τον φοιτητή της Φυσικομαθηματικής Φραγκίσκο Τζουλάτι.

Εκείνη την εποχή η Κέρκυρα ήταν ίσως η περισσότερο βιομηχανικά ανεπτυγμένη από όλες τις επαρχιακές πόλεις της χώρας. Το εργοστάσιο του Ασπιώτη (το μοναδικό στη χώρα μεγάλο και με σύγχρονα τεχνικά μέσα λιθογραφείο), η βιομηχανία του Δεσύλλα, οι αλευρόμυλοι, τα εργοστάσια μακαρονοποιίας, η χαρτοποιία, η γαλακτοκομία Μαργαρίτη, (μοναδική στη χώρα), το εργοστάσιο αεριόφωτος, το λιμάνι με τη μεγάλη και διαρκή κίνηση, απασχολούσαν χιλιάδες εργάτες και υπαλλήλους.

Ήταν λοιπόν φυσικό να δημιουργηθούν στην πόλη εργατικά σωματεία. Οργανωμένοι συνδικαλιστικά εργάτες ήταν οι εργάτες στο λιμάνι, οι βαρκάρηδες, οι αρτεργάτες, οι μυλεργάτες, οι μακαρονοποιοί, οι ραφτάδες, οι κουρείς, οι τσαγκαράδες και οι τσιγαράδες, το πιο μαχητικό συνδικάτο. Όταν τον Οκτώβριο του 1923 απολύθηκε από στρατιώτης, ο Στίνας έγινε μέλος της τοπικής επιτροπής του ΚΚΕ, η οποία τον εξέλεξε γραμματέα της. Οι παλιοί όμως στον οργάνωση το μόνο που έκαναν ήταν συζητήσεις στα γραφεία ή δημόσιες διαλέξεις. Ο Στίνας και οι καινούριοι ξεκαθαρίσανε την οργάνωση από τους παλιούς και συνδεθήκανε με εργάτες και χωρικούς, έκαναν πυρήνες στα εργοστάσια, φράξιες στα συνδικάτα και ομίλους στα χωριά (Σπαρτίλλα, Βελονάδες, Καρουσάδες, Περλεψιμάδες, Λευκίμμη). Στον Σπαρτίλλα οργάνωσαν μια απεργία εργατών γης που έληξε με πλήρη επιτυχία.

Από τις 26 Νοεμβρίου έως τις 2 Δεκεμβρίου 1924 έγινε μυστικά, χωρίς να προηγηθεί καμιά συζήτηση, το 3ο Έκτακτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ, το οποίο μετονομάστηκε σε ΚΚΕ και προσχώρησε στην Κομμουνιστική Διεθνή. Γραμματέας εξελέγη ο νομικός Παντελής Πουλιόπουλος. Στην ουσία, γράφει ο Στίνας, ήταν το ιδρυτικό συνέδριο του κόμματος, όπου την ηγεσία αποτελέσαν όχι εκλεγμένα πρόσωπα, αλλά διορισμένα από την Κ.Δ., πρόσωπα άγνωστα στο κόμμα και το εργατικό κίνημα, η υπό διαμόρφωση σταλινική φράξια. To 1926 ήταν υποψήφιος βουλευτής στο νομό Κερκύρας, αργότερα, γραμματέας της Κ.Ο. του Πειραιά, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, γραμματέας της περιφέρειας Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας.

Το 1932 διαγράφτηκε από το ΚΚΕ (με δημοσίευμα στον Ριζοσπάστη), δεδομένης της διαφωνίας του με την καθαίρεση της εκλεγμένης στο 4ο συνέδριο Κεντρικής Επιτροπής και τον διορισμό νέας, με επικεφαλής τον Νίκο Ζαχαριάδη, ύστερα από επέμβαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Προσχώρησε σε μια αριστερή ομάδα έξω από το ΚΚΕ και συνδέθηκε με τους αρχειομαρξιστές, που είχαν τροτσκιστικό προσανατολισμό. Στην τελευταία του συνέντευξη στον Σπύρο Ζηνιάτη (περιοδικό Τότε, αρ. 29, Δεκέμβριος, 1987) ο Στίνας είπε πως η εποχή που ο Νίκος Ζαχαριάδης ανέλαβε γραμματέας ήταν «η περίοδος της οριστικής σταλινικοποίησης του κόμματος» και πως «το κριτικό πνεύμα είχε τελείως εξοστρακιστεί από το κόμμα».

Πάνω απ’ όλα, όμως, η επανάσταση. Έτσι, στα τέλη του 1934 που διασπάστηκε ο αρχειομαρξισμός (είχε εμφανιστεί την πρωτομαγιά του 1923 με την έκδοση του περιοδικού Αρχείον Μαρξισμού και εμπνευστή τον Φραγκίσκο Τζουλάτι), ο Στίνας έφυγε από την Κέρκυρα για τον Πειραιά για να πάρει μέρος στις συζητήσεις. Στη δικτατορία του Μεταξά ανήκε σε μια οργάνωση που δρούσε εκδίδοντας παράνομα μια εφημερίδα. Στις 6 Απριλίου του 1937 συνελήφθη από την Ειδική Ασφάλεια και βασανίστηκε. Στάλθηκε στις φυλακές της Αίγινας και της Ακροναυπλίας, όπου ήταν μαζί με τον τροτσκιστή Μιχάλη Ράπτη (αργότερα Πάμπλο).

Εκεί το 1937 διαμόρφωσε τη θέση ενάντια στην υπεράσπιση της ΕΣΣΔ στον διαφαινόμενο επόμενο πόλεμο και ανήκε σε μια τροτσκιστική ομάδα που υποστήριζε πως το καθήκον του ρωσικού προλεταριάτου ήταν η ανατροπή του σταλινικού καθεστώτος. Στην Ακροναυπλία γνώρισε και τον Νίκο Μπελογιάννη, αλλά δεν συνδέθηκε μαζί του. Γι’ αυτόν είπε στον Ζηνιάτη ότι έχαιρε καθολικής εκτίμησης, σαν ένας ήρεμος χαρακτήρας, «αφοσιωμένος παντοτινά σχεδόν στο διάβασμα», μάθαινε ρωσικά διαβάζοντας μια ρωσική και μια ελληνική Βίβλο.

Στη διάρκεια της Κατοχής, μετά την εκκένωση της Ακροναυπλίας, τον μεταφέρανε σε κάποιο χωριό της Εύβοιας, εξόριστο μαζί με άλλους. Κατάφερε να δραπετεύσει και να πάει στην Αθήνα, όπου συγκρότησε μια ομάδα με ομοϊδεάτες του, τυπώνοντας την εφημερίδα Εργατικό Μέτωπο και σύνθημα «Ζήτω η παγκόσμια Σοσιαλιστική Επανάσταση».

Επιστρέφοντας στο χωριό του το 1949, κι αφού κατήγγειλε το ΚΚΕ για τον Εμφύλιο, συμμετείχε στην ίδρυση του σωματείου Εργατική Ένωσις Σπαρτίλλα. Το 1956 πήγε στην Αθήνα κι επέκρινε στην ΕΔΑ ως όχημα του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Το 1958 ασχολήθηκε με τη μετάφραση βιβλίων και το 1965 συμμετείχε στη βραχύβια ομάδα Νέο Ξεκίνημα με την οποία εξέδιδε την εφημερίδα Εργατικό Μέτωπο. Μετά τη δικτατορία των συνταγματαρχών έδινε ομιλίες και συνεντεύξεις. Πέθανε στις 7 Νοεμβρίου 1987, μετά από αποτυχημένη χειρουργική επέμβαση στα μάτια. Παρότι οι γιατροί είχαν προειδοποιήσει για την κρισιμότητά της, λόγω του ότι έπασχε από σάκχαρο, ο ίδιος επέμενε στην πραγματοποίησή της για να μπορεί να διαβάζει.

 

Βιβλιογραφία
Άγις Στίνας, Αναμνήσεις (Εκδόσεις Βέργος, 1977 και Ύψιλον, 1985)
Άγις Στίνας, ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ (Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1984)
Σοσιαλιστικός Όμιλος Κερκύρας (Γιώργος Ζούμπος, Κώστας Θύμης, Αλέκος
Πρίφτης, Φίλιππος Φιλίππου), εκδόσεις Αλκίνοος, 2011

 

«Συγγενή πνεύματα: Ντοστογιέφσκι και Νίτσε» της Ελένης Λαδιά

«Συγγενή πνεύματα: Ντοστογιέφσκι και Νίτσε» της Ελένης Λαδιά

Στο βιβλίο του Φρειδερίκος Νίτσε ο Ντανιέλ Αλεβύ αναφέρει τη συνάντηση των δύο συγγραφέων [1]. Βεβαίως ήταν συνάντηση τυχαία και νοητή, διότι το 1887 ο Νίτσε ήταν σαράντα τριών ετών και ο Ντοστογιέφσκι έξι έτη νεκρός. Κατά τον Αλεβύ ο Νίτσε γράφει στον φίλο του Πέτερ Γκαστ τα εξής γι’ αυτήν τη μοιραία συνάντηση: «Ένα βιβλίο με άγνωστο τίτλο, με άγνωστο όνομα συγγραφέα, ανοιγμένο στην τύχη πάνω σ’ ένα εκθετήριο βιβλιοπωλείου – και το ένστικτο μιλά ξαφνικά: ένας από τους κοντινούς σου βρίσκεται εδώ».

Το βιβλίο έφερε τον τίτλο Το υποχθόνιο πνεύμα, αναφέρει ο Αλεβύ. Είναι όμως λάθος, διότι κανένα βιβλίο του Ντοστογιέφσκι δεν είχε αυτόν τον τίτλο. Επίσης αναφέρει και το όνομα του ήρωος στο βιβλίο: λέγεται Ορντίνοφ. Κι αυτό λάθος. Εδώ πρόκειται για μια παρανόηση κατά την πρώτη μετάφραση του Ντοστογιέφσκι στα Γαλλικά, κι αυτό αποδεικνύεται και στην μετάφραση του Υπογείου από τον Γιώργο Σημηριώτη από τα Γαλλικά. Στον πρόλογό του αναφέρει κι αυτός το όνομα του Ορντίνοφ και το συνδέει με το Υπόγειο. Πολλές νουβέλες του Ντοστογιέφσκι κυκλοφόρησαν με λανθασμένους τίτλους στην γλώσσα μας, όπως η Σπιτονοικοκυρά ως Υποχθόνιο πνεύμα, η Μειλίχια ως Αδύναμη καρδιά, κ.ά. Τώρα οι σημερινές εκδόσεις του ντοστογιεφσκικού έργου φέρουν τους αληθινούς τίτλους από τα Ρωσικά.
Το έργο που αναφέρει ο Αλεβύ είναι βεβαίως το Υπόγειο, του οποίου ο ήρωας είναι ανώνυμος, ενώ ο Ορντίνοφ είναι το κύριο πρόσωπο της Σπιτονοικοκυράς.

«Δυο μέρη» γράφει ο Νίτσε στον Πέτερ Γκαστ «υπάρχουν στο βιβλίο. Το πρώτο ένα διήγημα, κάτι σαν άγνωστη μουσική. Το δεύτερο μια μεγαλοφυής τομή, ένας άθλος ψυχολόγου. Ένας φοβερά σκληρός σαρκασμός, χαραγμένος με μια τόλμη γεμάτη ελαφράδα. Είμαι καταγοητευμένος».

Στο βιβλίο του Ρόναλντ Χάιμαν2 Η τραγική ζωή μιας μεγαλοφυΐας δεν δίνονται πολλές λεπτομέρειες γι’ αυτήν τη γνωριμία, αλλά το όνομα του βιβλίου είναι σωστό. Όντως το 1887 ο Νίτσε ανεκάλυψε τυχαίως σε ένα βιβλιοπωλείο το Υπόγειο. Ο Χάιμαν αναφέρει επίσης πως ο φιλόσοφος δεν διάβασε τους Αδελφούς Καραμάζοφ, αλλά εκτός από το Υπόγειο γνώριζε τις Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων και τους Ταπεινούς και καταφρονεμένους.

Τι ήταν όμως αυτό που καταγοήτευσε τον Νίτσε στο Υπόγειο και γιατί υπήρξαν συγγενή πνεύματα, όπως ομολογεί ο ίδιος; Οι εξωτερικές τους ζωές ήταν ανόμοιες: ο Ντοστογιέφσκι ταξίδευε συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, ενώ ο Νίτσε οδοιπορούσε ολομόναχος μέσα στα δάση και ζούσε σε ένα δωμάτιο στις πόλεις που επισκεπτόταν. Ο Ρώσος πέθανε στα χέρια της αγαπημένης του οικογένειας (60 ετών) ενώ ο Γερμανός στα σκοτάδια της παραφροσύνης του (55). Όμως οι εξωτερικές ζωές φαίνεται πως είναι απλώς το περίβλημα, το όστρακο που κρύβει ένα ίδιο ή σχεδόν ίδιο πνευματικό περιεχόμενο. Ο ήρωας του Υπογείου αυτοεξευτελισμένος ομολογεί πως δεν μπόρεσε να γίνει τίποτα στην ζωή του, ούτε καν ένα έντομο, αλλά οι φωνές από τα πολύπτυχα προσωπεία του Νίτσε κραυγάζουν δύναμη και νόηση σε βαθμό αλαζονείας.

Στα σημεία που άπτονται τα δύο πνεύματα είναι η αίσθηση της μοναδικότητας: «είμαι ο ένας και αυτοί είναι η ολότητα» [3] κραύγαζε από το βάθος του υπογείου ο ανώνυμος ήρωας, και ο Νίτσε το γνώριζε πολύ καλά αυτό. Απασχολούν και τους δύο τα προβλήματα της συνείδησης και της αυτογνωσίας, ιδωμένα από κοινή σκοπιά. Εναντιώνονται και οι δύο στο «ευκλείδειο πνεύμα», όπως χαρακτηριστικά προσδιόριζε ο Μπερντάγιεφ τη λογική της ολότητας, τη σαρκάζουν με αφορισμούς και περιφρονούν αμφότεροι τα αξιώματά της, μολονότι αυτή η άρνηση γίνεται τελικώς παραδοχή κάποιου άλλου αξιώματος. Έχουν και οι δύο ψυχολογική σκέψη: δεν σκέφτονται ούτε λογικά ούτε συναισθηματικά, σκέφτονται ψυχολογικά. Αυτή η ψυχολογική σκέψη είναι ένα κράμα ψυχής και μυαλού, που αρνείται τα παραδεκτά από την ολότητα αξιώματα, που εφευρίσκει δικά της αλλά η διάθεση να τα αμφισβητήσει αμέσως τα αποδεικνύει γερά σαν χάρτινους πύργους. Στο υπόγειο του Ντοστογιέφσκι και στο σπήλαιο του Νίτσε καταργούνται οι παλιές αξίες, και οι ίδιοι γίνονται οι περιφρονητές των παλαιών αξιών και οι κήρυκες των νέων.
Το δραματικό όμως είναι πως ενώ για τον Ντοστογιέσκι όλα αυτά ήταν σκέψεις των ηρώων του, αφού ο ίδιος ήταν σταθερά περιφρουρημένος από την πίστη του στον ορθόδοξο χριστιανισμό και στον σωβινισμό του, στον Νίτσε οι βιωμένες ιδέες του πυρπόλησαν το είναι του και τον έκαψαν.

Το θέμα του Ενός και της ολότητας στον Ντοστογιέφσκι και στον Νίτσε μας απασχόλησε και παλαιότερα [4]. Ο Ρασκόλνικοφ από το Έγκλημα και τιμωρία διαιρεί τους ανθρώπους σε κοινούς και εξαιρετικούς. Οι εξαιρετικοί έχουν το χάρισμα ή το ταλέντο να φέρουν κάτι νέο στο περιβάλλον τους, ενώ οι κοινοί άνθρωποι είναι γεννημένοι για τη συντήρηση, την πειθαρχία και την υπακοή. Οι εκλεκτοί παραβαίνουν τον νόμο, μπορούν ακόμη και να εγκληματίζουν για το καλό της ανθρωπότητας. Η κατηγορία των κοινών ανθρώπων είναι πάντοτε κυρίαρχη του παρόντος, ενώ η κατηγορία των εκλεκτών του μέλλοντος. Σε αυτούς όλα επιτρέπονται. Κι ο ήρως του Υπογείου επίσης ζητά να θέσει σε εφαρμογή τη διάκριση φύσης και νόμου. Ο Νίτσε στα έργα του διαχωρίζει την ηθική κυρίων και δούλων και ευαγγελίζεται τον Υπεράνθρωπό του. «Με τους ιεροκήρυκες αυτούς της ισότητας δεν θέλω να με ανακατεύουν και να με συγχέουν: γιατί έτσι μιλεί σε μένα η διακαιοσύνη: οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι». διακηρύττει ο Ζαρατούστρα του.

Σχετικά με το θέμα του Ενός και της ολότητας πρότυπο και για τους δύο συγγραφείς αποτελεί ο Έλληνας, ο πλατωνικός Καλλικλής. Ποιος ήταν όμως ο Καλλικλής, ο αντίπαλος συνομιλητής του Σωκράτους, ο οποίος εμφανίζεται στον διάλογο Γοργίας; Ήταν όντως κάποιο υπαρκτό –όπως αναφέρεται από τους μελετητές– πρόσωπο, καταγόμενο από τις Αχαρνές, που ζητούσε να πολιτευθεί; Εμείς θεωρούμε πως ο Καλλικλής ήταν ίσως το alter ego του Πλάτωνος, η δαιμονική πλευρά, όπως ήταν και ο σκοτεινός Σωκράτης της Πολιτείας, καθώς και ο Θρασύμαχος, ο εκπρόσωπος της «νέας ηθικής» στο ίδιο έργο, αυτός που θεωρούσε ολόκληρη την ηθική μια σύμβαση.

Στο σημείο όμως όπου η εκλεκτική αυτή συγγένεια αποκαλύπτεται διθυραμβικά είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζουν το θέμα του Θεού η καλύτερα τον θάνατό του.

Στο έργο Αδελφοί Καραμάζοφ ο διανοητικός αλλά ψυχασθενικός Ιβάν βλέπει και ακούει τον Διάβολο να του μιλά για τον θάνατο του Θεού και τα μετέπειτα οφέλη της ανθρωπότητας. Αυτός ο διάβολος που ενσαρκώνει τη σκοτεινή πλευρά του Ιβάν είναι ένας κανονικός άνθρωπος, ένας «γνωστής ποιότητας Ρώσος τζέντλεμαν, καμιά πενηνταριά χρονώ». Το ντύσιμό του επίσης δεν είχε κάτι το εξαιρετικό. Όλος ο διάλογος μεταξύ διαβόλου και Ιβάν αρχικώς άπτεται καθημερινών θεμάτων. Ο άρρωστος Ιβάν προσπαθεί να πείσει τον διαβολικό επισκέπτη του πως δεν είναι αληθινή ύπαρξη αλλά ένα φάντασμα, ένα ψέμα, μια φαντασία. Τα λόγια του Διαβόλου προϋπήρχαν ήδη στην σκέψη του Ιβάν, ο οποίος τον ψέγει πως του τα κλέβει. Αυτός ο φτωχός πλην τίμιος διάβολος, όπως τον περιγράφει ο Ντοστογιέφσκι, διαμαρτύρεται για την οντότητά του, και προκαλεί τον Ιβάν λέγοντάς του: «Στην πραγματικότητα θυμώνεις μαζί μου για το ότι δεν παρουσιάστηκα μπροστά σου μέσα σε κόκκινη άλω, βροντοφωνώντας κι αστράφτοντας με καψαλισμένα φτερά, αλλά εμφανίστηκα μ’ αυτή τη σεμνή μορφή. Νιώθεις ότι έχουν πληγεί, πρώτον, το αισθητικό σου κριτήριο, και δεύτερον, η υπερηφάνειά σου: πως δηλαδή, έναν τόσο μεγάλο άντρα τόλμησε να τον επισκεφτεί ένας τόσο χυδαίος διάβολος» [5].

Η λεκτική διαμάχη μεταξύ διαβόλου και Ιβάν φθάνει στο αποκορύφωμα, όταν ο πρώτος προτείνει ένα εξωφρενικό σχέδιο: δεν χρειάζεται, είπε ειρωνικά, υπαινισσόμενος μια παλαιότερη σκέψη του Ιβάν, να τα καταστρέψετε όλα και να αρχίσετε από την ανθρωποφαγία. Χρειάζεται μόνον να καταστρέψετε στην ανθρωπότητα την ιδέα του Θεού. Όταν ολόκληρη η ανθρωπότητα αρνηθεί τον Θεό, τότε θα τελειώσει όλη η προηγούμενη κοσμοαντίληψη, η προηγούμενη ηθική, και θα ’ρθεί το καινούργιο. Τότε θα προκύψει ο άνθρωπος-θεός. Φυσικά, συμπληρώνει πάντοτε υπονοώντας τον Ιβάν, ο νεαρός στοχαστής μου σκεφτόταν αν μπορεί να έρθει μια τέτοια εποχή. Αν φτάσει, όλα θα είναι καλά. Αν όμως λόγω της ανθρώπινης βλακείας δεν θα γίνει ούτε σε χίλια χρόνια, τότε όποιος συνειδητοποιεί από τώρα αυτήν την αλήθεια, θα γίνει ανθρωποθεός και σε αυτόν όλα θα επιτρέπονται.

Όπως ο Ντοστογιέφσκι βάζει στο στόμα του Διαβόλου τα λόγια για τον θάνατο του Θεού, έτσι και ο Νίτσε διαλέγει γι’ αυτό τον ασχημότερο των ανθρώπων. Περιπλανώμενος ο Ζαρατούστρα στα όρη και τα δάση, φθάνει σε μια στροφή του δρόμου στο βασίλειο του θανάτου. Εκεί υπήρχαν μαύροι και κόκκινοι βράχοι. Δεν φύτρωνε χορτάρι, ούτε δένδρο κι έλειπε το κελάηδημα του πουλιού. Στο φαράγγι που τρόμαζαν ακόμη και τα άγρια θηρία, υπήρχαν μόνον φίδια χοντρά, πράσινα και φριχτά, όπου πήγαιναν για να πεθάνουν. Ο Ζαρατούστρα είχε την αίσθηση πως ξαναπήγε σε αυτό το φαράγγι, όταν άκουσε μια ανθρώπινη φωνή να του λέει: «Ζαρατούστρα, Ζαρατούστρα! Λύσε το αίνιγμά μου! Μίλα! Μίλα! Ποιά είναι η εκδίκηση εναντίον του μάρτυρα;» [6].

Στην αρχή ο Ζαρατούστρα, κυριευμένος από τον οίκτο, έπεσε σαν ξυλοκοπημένη δρυς. Σηκώθηκε όμως γρήγορα, το πρόσωπό του σκλήρυνε και απάντησε: σε αναγνωρίζω τελειως. Είσαι ο δολοφόνος του Θεού.

Ο ασχημότερος των ανθρώπων απεκάλυψε την αλήθεια: ναι, σκότωσε τον Θεό, γιατί δεν ήθελε να υπάρχει ο μάρτυρας, αυτός που έβλεπε τις αβύσσους της ανθρώπινης ψυχής, τις ντροπές και τις ασχήμιες. «Έπρεπε πια να πεθάνει ο υπερπερίεργος αυτός, ο υπεραδιάκριτος, ο υπερπονόψυχος!»

Μετά τον θάνατο του Θεού ο Νίτσε ευαγγελίζεται, κυρίως μέσα από τον Ζαρατούστρα, τον υπεράνθρωπο, όπως ο Ντοστογιέφσκι μέσα από τον διάβολο τον ανθρωποθεό.

Στη Χαρούμενη επιστήμη, ο Νίτσε με ένα σπαρακτικό απόσπασμα περιγράφει το κενό και τη θλίψη για τον θάνατο του Θεού. Εδώ δεν είναι ο ασχημότερος των ανθρώπων αλλά ένας τρελός που ψάχνει με το φανάρι του το καταμεσήμερο για τον Θεό, ρωτώντας τους συναγμένους ανθρώπους στην πλατεία. Εκείνοι τον σαρκάζουν και τον ειρωνεύονται, μέχρι που ο τρελός τους φώναξε κατάμουτρα πως εμείς όλοι σκοτώσαμε τον Θεό, είμαστε οι δολοφόνοι του. Κι ύστερα αρχίζει μια σειρά πικρών ερωτήσεων: πώς μπορέσαμε να αδειάσουμε τη θάλασσα, πώς σβήσαμε τον ορίζοντα και σπάσαμε την αλυσίδα που έδενε τον ήλιο με τη γη; Πού πάμε, πώς πέφτουμε συνεχώς και περιπλανιόμαστε σε ένα άπειρο χάος και νιώθουμε στο πρόσωπό μας την πνοή του κενού; Πέθανε ο Θεός και πώς θα παρηγορηθούμε εμείς, οι πιο φονιάδες από τους φονιάδες; «Κάτω από το μαχαίρι μας, μάτωσε ό,τι πιο ιερό και πιο δυνατό είχε ποτές του ο κόσμος...» Στο τέλος ο τρελός αναρωτιέται αν πρέπει ύστερα από τον θάνατο του Θεού, να γίνουμε εμείς θεοί, για να φανούμε αντάξιοι της πράξης μας [7].

Στον Ντοστογιέφσκι ο θάνατος του Θεού ήταν μια ιδέα του ήρωά του Ιβάν, μια ιδέα που δεν σημάδεψε τη ζωή του συγγραφέως· στον Νίτσε αντιθέτως η ιδέα του νεκρού Θεού έγινε βίωμα κι έζησε ο φιλόσοφος όλη του τη ζωή με το βάρος αυτής της ιδέας. Βεβαίως ο συγγραφεύς υφίσταται πάντα το φορτίο και τον πόνο αυτού που περιγράφει, αλλά είναι πολύ διαφορετικό να κυριεύει μια τέτοια συγκλονιστική ιδέα τη ζωή του ανθρώπου. Εδώ δεν πρόκειται για τον αρνητή του Θεού, για τον απ’ αρχής άθεο, αλλά για ένα πιστό πνεύμα που δολοφονεί τον Θεό για να ενισχύσει τη δύναμη της ανθρωπότητας, και που γνωρίζει τις συνέπειες αυτής της τρομερής δολοφονίας.

Πολλά κοινά μεταξύ των δύο πνευμάτων, ακόμη και σε δευτερεύοντα θέματα. Θα τονίσουμε όμως πως και για τους δύο είχε ο πόνος έναν παιδευτικό χαρακτήρα, που μπορεί να μην μας κάνει καλύτερους αλλά οπωσδήποτε βαθύτερους.

Η διαφορά του συγγραφέως που δίνει στους ήρωές του τις πιο παράτολμες ιδέες με τον φιλόσοφο, και ιδιαιτέρως τον Νίτσε που υφίσταται και βιώνει τις ιδέες του, φανερώνεται με ανάγλυφο τρόπο στα «άλογα των συγγραφέων»[8]. Ο Ρασκόλνικοφ ονειρεύεται τον εαυτό του παιδί να παρακολουθεί τον άγριο ξυλοδαρμό των μεθυσμένων σε ένα σκελετωμένο αλογάκι, μέχρι να το σκοτώσουν. Το παιδί κλαίει, αγκαλιάζει τη ματωμένη μουσούδα του ζώου και το φιλεί στα μάτια και στα χείλη. Όλα συμβαίνουν μέσα στο όνειρο του ντοστογιεφσκικού ήρωα. Στο όναρ.

Στο Τορίνο όμως της πραγματικότητας διαδραματίζεται μια άλλη σκηνή, που περιγράφει ο Ντανιέλ Αλεβύ. Ο Νίτσε βγαίνοντας από το σπίτι είδε έναν καροτσέρη να δέρνει το άλογό του. Τότε αγανακτισμένος ρίχτηκε ανάμεσα στον άνθρωπο και στο ζώο, που αγκαλιάζοντάς το του φιλούσε τα ρουθούνια και απαγόρευε να το αγγίξουν. Ύστερα πέφτοντας σε εγκεφαλικό παραλήρημα, σωριάστηκε στο πλακόστρωτο. Στο ύπαρ (πραγματικότητα).

Όναρ στον Ντοστογιέφσκι, ύπαρ στον Νίτσε. Να και μία διαφορά!

 

Σημειώσεις
[1] Ντανιέλ Αλεβύ, Φρειδερίκος Νίτσε, μτφρ. Άρης Δικταίος, εκδόσεις Λογοτεχνική [χ.χ.]
[2] Ρόναλντ Χάιμαν, Φρειδερίκος Νίτσε η τραγική ζωή μιας μεγαλοφυΐας, μτφρ. Μαρία Αναγνώστου, εκδόσεις Νεφέλη 2005
[3] Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Σημειώσεις από το Υπόγειο, μτφρ. Ελένη Λαδιά - Τατιάνα Ντίκο, εκδόσεις Αρμός 2003
[4] Ελένη Λαδιά, Το ποικιλόγραφο βιβλίο: άρθρα-ομιλίες-δοκίμια, 1972-2012, εκδόσεις Αρμός, β΄ έκδ. 2016
[5] Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμάζοφ, μτρφ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδόσεις Ίνδικτος 2011
[6] Φρειδερίκος Νίτσε, Τάδε έφη Ζαρατούστρα, μτφρ. Νίκος Καζαντζάκης, εκδόσεις Φέξη 1965
[7] Φρειδερίκος Νίτσε, Χαρούμενη επιστήμη, μτφρ. Μίνα Ζωγράφου, εκδόσεις Δαρεμά 1961
[8] Ελένη Λαδιά, Τα άλογα των συγγραφέων: μικρά δοκίμια, εκδόσεις Εστία 2016

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER