«Μάνος Χατζιδάκις και Νίκος Κούνδουρος, μια μεγάλη φιλία» του Φίλιππου Φιλίππου

«Μάνος Χατζιδάκις και Νίκος Κούνδουρος, μια μεγάλη φιλία» του Φίλιππου Φιλίππου

«Μάνος Χατζιδάκις και Νίκος Κούνδουρος, μια μεγάλη φιλία» του Φίλιππου Φιλίππου
Στην κηδεία του Μάνου Χατζιδάκι, που έγινε στις 16 Ιουνίου 1994 στο νεκροταφείο της Παιανίας, παραβρέθηκαν, μεταξύ άλλων, και μερικοί φίλοι του από την περίοδο της Κατοχής και της Απελευθέρωσης: ο Νίκος Κούνδουρος, ο Μάριος Πλωρίτης, ο Νίκος Μαμαγκάκης, η Άννα Συνοδινού. Αυτός κι ο Κούνδουρος, ο πιο αγαπημένος ανάμεσα στους αγαπημένους του, γνωρίστηκαν το 1944. Είκοσι μέρες προτού πεθάνει, τον κάλεσε για δείπνο μαζί με τον Νίκο Μαμαγκάκη. Ήταν αδύνατος και καταβεβλημένος. Οι τρεις τους μίλησαν για μουσική και για τέχνη, αλλά ίσως αναφέρθηκαν και στον θάνατο, την κοινή μοίρα των ανθρώπων.

O Νίκος Κούνδουρος έχει αναφερθεί συχνά στον Μάνο Χατζιδάκι· τα λόγια του έχουν αποτυπωθεί σε βιβλία και σε εφημερίδες. Η φιλία τους ήταν γερή κι ακλόνητη. «Θυμάμαι τη ζωή μου με τον Μάνο Χατζιδάκι και γεμίζει μουσικές το μυαλό μου», γράφει σε με «επιστολή» του, δημοσιευμένη στο βιβλίο Ανοιχτές επιστολές στον Μάνο Χατζιδάκι. Και συνεχίζει: «Αχόρταγος ο ίδιος, ακτινοβολούσε εκείνη τη λαιμαργία για τη ζωή που ήτανε κολλητική και για τους άλλους, τους πιο συμμαζεμένους. Άνοιγε δρόμο σε χώρους απάτητους, κι όπως όλα ήταν καινούργια τότε, εμείς χαζεύαμε μαζί του, κι αυτός μας έσερνε να μας δείξει το κουτούκι όπου κάποιος Μάρκος έπαιζε μπουζούκι ή το πιο μικρό σκοτεινό θεατράκι της πλατείας Καρύτση, όπου ο “Κάρολος” θ’ ανέβαζε κάποιον Ο’ Νηλ, κάποιον Τένεσση Ουίλλιαμς, κάποιον Λόρκα. Πρωτοπήγαμε και στην Επίδαυρο μαζί του, και στους Δελφούς. Ανακαλύψαμε και τον Αριστοφάνη και τον Καραγκιόζη. Κάθε μέρα ήταν πανηγύρι, καθώς μοιάζανε ατέλειωτα τα θαύματα του κόσμου που φτάνανε σιγά σιγά ως τη ματωμένη από τον Εμφύλιο πατρίδα, τη βουβαμένη απ’ την τρομάρα που οι νικητές σκορπάγανε γύρω τους. Κι εμείς ακούγαμε μουσικές και διαβάσματα και κουβέντες ατέλειωτες στην τρομοκρατία του χωροφύλακα και του λογοκριτή, και στήναμε με πείσμα και με πονηριές το δικό μας καινούργιο κόσμο κάτω από το αιμοβόρο βλέμμα του Κράτους. Λέω “εμείς”, γιατί τότε ο Χατζιδάκις ήταν ΕΑΜίτης».

 

Περισσότερα...
«Η Μοίρα και η Τύχη στον αρχαιοελληνικό κόσμο» της Ελένης Λαδιά

«Η Μοίρα και η Τύχη στον αρχαιοελληνικό κόσμο» της Ελένης Λαδιά

Στην μνήμη της μητέρας μου, Ευδοξίας Λαδιά 

Στον Όμηρο, η Μοίρα είναι παντοδύναμη, απρόσωπη και ανώνυμη. Μπροστά της θεοί και θνητοί λυγίζουν. «Μοίρα μ’εδάμασσε» γράφεται και στο ορφικό έλασμα από τους Θουρίους της Ιταλίας, που αναφέρεται στον νεκρό μύστη.

Η φοβερή και αναπότρεπτη έννοια της Μοίρας (μείρομαι = παίρνω το μέρος που μου ανήκει, Ειμαρμένη = αυτή που έχει μοιραστεί) φανερώνεται στην Π ραψωδία της Ιλιάδος, στα Πατρόκλεια, με τον θάνατο του Σαρπηδόνος, του βασιλέως της Λυκίας και γιου του Διός. Ο ήρωας υπήρξε το αγαπημένο τέκνο του Διός, το οποίο προξένησε στον πατέρα του «βαρύαν οδύνην», όπως αναφέρει ο Καβάφης στο ποίημά του με τον τίτλο «Η κηδεία του Σαρπηδόνος», ποίημα που μοιάζει σαν μετάφραση από την Ιλιάδα. Αυτός ο θάνατος υποδηλώνει την ομηρική αντίληψη για την πανίσχυρη Μοίρα, διότι ο Ζευς, μολονότι ήταν ο πρώτος θεός και λαχταρούσε να σώσει τον γιο του, δεν το μπόρεσε, γιατί είχε φθάσει πλέον «το αίσιμον ήμαρ», η μοιραία ημέρα. Στην κύλικα[1] του Βρετανικού Μουσείου (510 π.Χ.), που υπογράφει ο αγγειοπλάστης Παμφαίος και που πιθανόν ζωγραφίστηκε από τον ζωγράφο του Νικοσθένους, απεικονίζεται νεκρός πολεμιστής, του οποίου το σώμα μεταφέρουν οι φτερωτοί δαίμονες και δίδυμα αδέλφια, ο Ύπνος και ο Θάνατος. Γυμνό το σώμα του νεκρού Σαρπηδόνος με διαγραφόμενα τα εντόσθια και τα γεννητικά όργανα, μεταφέρεται τρυφερά από τον Ύπνο και τον Θάνατο, οι οποίοι με τα τεράστια φτερά και τις περικεφαλαίες τους μοιάζουν με αρχαγγέλους ή στρατιωτικούς αγίους.

Είναι μία από τις πιο πικρές και σκληρές σκέψεις του Πλάτωνος να εκλέγει ο άνθρωπος τον δαίμονά του. Ο θνητός μένει τελείως απροστάτευτος μπροστά σε έναν αναίτιο θεό και σε μια αρετή που είναι αδέσποτο κτήμα, παίρνοντας έτσι όλη την ευθύνη στους αδύναμους ώμους του. Η δύναμη της Μοίρας λιγοστεύει, βεβαίως, αλλά και η ελευθέρα βούληση του ανθρώπου χρυσοπληρώνεται.

Μεταξύ των ανδρών που θα σκοτώσει ο Πάτροκλος, προφητεύει ο Ζευς στην Ήρα, θα είναι και ο αγαπημένος του Σαρπηδών. Παρακολουθώντας την μονομαχία Πατρόκλου και Σαρπηδόνος από τον Όλυμπο, είπε συντετριμμένος στην σύζυγό του πως ο Σαρπηδών θα πεθάνει. Για μια στιγμή εξέφρασε μία πολύ ανθρώπινη επιθυμία να τον αρπάξει από την μάχη, να τον γλιτώσει και να τον στείλει πίσω στην πατρίδα του, Λυκία. Η Ήρα τού απάντησε πως η επιθυμία του θα διασάλευε την κοσμική νομοτέλεια, διότι και άλλοι γιοι των θεών μάχονταν στην πόλη του Πριάμου, κι έτσι ο κάθε θεός θα ήθελε να σώσει το δικό του παιδί. Ο Ζευς αναγκάστηκε να υπακούσει στην Μοίρα. Και μετά το τέλος της μάχης φροντίζει για τον νεκρό του γιο. Στέλνει τον Απόλλωνα να περιποιηθεί το σώμα του νεκρού και να καλέσει τους φτερωτούς αδελφούς Ύπνο και Θάνατο να τον μεταφέρουν στη Λυκία. Κι όπως γράφει ο Καβάφης, του οποίου οι στίχοι αντιστοιχούν σχεδόν επακριβώς στους ομηρικούς[2]: «Του ήρωος τον νεκρό μ’ ευλάβεια και με λύπη/ σηκώνει ο Φοίβος και τον πάει στον ποταμό./ Τον πλένει από τες σκόνες κι απ’ τα αίματα/ κλείει τες φοβερές πληγές, μη αφίνοντας/ κανένα ίχνος να φανεί· της αμβροσίας/ τ’ αρώματα χύνει επάνω του· και με λαμπρά/ Ολύμπια φορέματα τον ντύνει».

Στην προσωκρατική φιλοσοφία, η Μοίρα είναι επίσης μια παντοδύναμη αρχή αλλά με διάφορα ονόματα: στον Αναξίμανδρο, η έκφραση «κατά το χρεών» είναι τόσο απρόσωπη και σκληρή, ώστε κατά την ελληνιστική εποχή έγινε μια περιφραστική ονομασία του θανάτου. Στον Παρμενίδη αναφέρεται η λέξη Μοίρα, η οποία αναγκάζει το ον να είναι ακίνητο και ολόκληρο. Ισοδύναμο της Μοίρας είναι και η Ανάγκη στο παρμενίδειο σύστημα. Στον μυστηριακό στίχο από τους Καθαρμούς του Εμπεδοκλέους (απ.115) αναφέρεται: «υπάρχει της Ανάγκης ένας χρησμός, των θεών αρχαίο ψήφισμα/ αιώνιο με όρκους πλατιούς σφραγισμένο». Στον Ηράκλειτο, η Μοίρα χάνει την κοσμογονική της υφή και ταυτίζεται με τον χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου. Η μοίρα του ανθρώπου είναι ο χαρακτήρας του, γράφει ο φιλόσοφος.
Ο Ησίοδος πρώτος έδωσε ονόματα στις Μοίρες, τις ενσαρκωμένες σε γυναικείες μορφές. Εδώ κατακερματίζεται η έννοια της Μοίρας και τριχοτομείται. Ο ποιητής τις θεωρεί θυγατέρες της Νύχτας, η οποία γέννησε ολομόναχη τον Μόρο, την Κήρα, τον Ύπνο και τον Θάνατο, τα γένη των Ονείρων, τον Μώμο και την Αθλιότητα, χωρίς να κοιμηθεί με κάποιον από τους θεούς. Γέννησε επίσης την Νέμεση, την Απάτη, τη Φιλότητα, τις Εσπερίδες, τις Κήρες, τις Μοίρες, το ουλόμενον γήρας (το ολέθριον γήρας) και την καρτερόψυχη Έριν. (Θεογονία στ.211-226).Τα ονόματα των τριών Μοιρών είναι Κλωθώ (η κλώθουσα), Λάχεσις (λαγχάνω, λαχνός) και Άτροπος (α+τρέπω, η αμετάβλητη, η αναπότρεπτη). Η Κλωθώ συνδέεται με το παρόν, η Λάχεσις με το μέλλον και η Άτροπος με το παρελθόν.

Στον Ορφισμό, συνδυάζονται η Μοίρα με την κοσμογονική της σημασία και οι Μοίρες. «Ω Μοίρες απειράριθμες, προσφιλή τέκνα της μαύρης Νυκτός»: έτσι αρχίζει ο ορφικός ύμνος για τις Μοίρες.[3] Τις θεωρεί απειράριθμες και κατοίκους της ουράνιας λίμνης και τις επικαλείται να πετάξουν προς την απέραντη γη, προς το ανθρώπινο γένος, το μάταιο σε ελπίδα. Τις καλεί να βαδίσουν καλυμμένες με τα πορφυρά λινά τους ενδύματα στην μοιραία πεδιάδα. Στον 11ο στίχο, ο μύστης αναφέρεται στην Μοίρα ως νοητή αρχή, η οποία προνοεί για τον βίο των θνητών, αυτή κι άλλος κανείς από τους αθανάτους, που κατέχουν την κορυφή του χιονοσκέπαστου Ολύμπου. Η Μοίρα και ο τέλειος οφθαλμός του Διός. Διότι όλα όσα συμβαίνουν τα γνωρίζει η Μοίρα και ο νους του Διός. Ο ορφικός ύμνος αναφέρει επίσης και τα γνωστά ονόματα των τριών Μοιρών: Άτροπος, Κλωθώ, Λάχεσις. Διασώζει επίσης και συγκεραίνει όλες τις αντιλήψεις σχετικά με τις Μοίρες. Μία Μοίρα, η νοητή αρχή, οι απειράριθμες Μοίρες και οι τρεις επώνυμες.

Στον Πλάτωνα περιορίζεται το παντοδύναμο πρόσωπο της Μοίρας κι ο άνθρωπος απολαμβάνει κάποια ελευθερία. Στο β’ μέρος του μύθου (Πολιτεία Ι), ο Ηρ αφηγείται πώς οι ψυχές έφθαναν στον τόπο όπου καθόταν η Ανάγκη με τις τρεις θυγατέρες της, τις Μοίρες Κλωθώ, Λάχεσι και Άτροπο, λευκοντυμένες και εστεμμένες να υμνούν, σύμφωνα με την αρμονία των Σειρήνων, καθεμία και ένα τμήμα του Χρόνου – το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Οι ψυχές πρωτοπαρουσιάζονταν στην Λάχεσι. Στην αρχή, ένας προφήτης τις ξεχώριζε και παίρνοντας από τα γόνατα της Μοίρας του μέλλοντος τους κλήρους και τα παραδείγματα των βίων, ανέβαινε σε ένα ψηλό βήμα και μιλούσε εκ μέρους της αποκαλώντας τις ψυχές εφήμερες, αφού άρχιζε για το θνητό γένος μία άλλη περίοδος ζωής, που θα κατέληγε σε θάνατο. «Ψυχαί εφήμεροι, αρχή άλλης περιόδου θνητού γένους θανατηφόρου. Ουχ υμάς δαίμων λήξεται, αλλ’ υμείς δαίμονα αιρήσεσθε». Δεν θα σας διαλέξει ο δαίμων, αλλά εσείς θα διαλέξετε τον δαίμονά σας. Είπε ακόμη πως η αρετή είναι κτήμα αδέσποτο, δεν την διαφεντεύει δηλαδή κανείς, κι έτσι καθένας, αναλόγως με την εκτίμηση ή την περιφρόνηση που θα της δείξει, θα λάβει μεγαλύτερο ή μικρότερο μερίδιο. Η αιτία είναι του εκλέγοντος· ο θεός είναι αναίτιος. Αιτία ελομένου· θεός αναίτιος. Έπειτα, ο προφήτης έριξε τους κλήρους μπροστά σε όλους εκτός από τον Ήρα, ο οποίος ήταν ο μόνος παρατηρητής.

Είναι μία από τις πιο πικρές και σκληρές σκέψεις του Πλάτωνος να εκλέγει ο άνθρωπος τον δαίμονά του. Ο θνητός μένει τελείως απροστάτευτος μπροστά σε έναν αναίτιο θεό και σε μια αρετή που είναι αδέσποτο κτήμα, παίρνοντας έτσι όλη την ευθύνη στους αδύναμους ώμους του. Η δύναμη της Μοίρας λιγοστεύει, βεβαίως, αλλά και η ελευθέρα βούληση του ανθρώπου χρυσοπληρώνεται.

Στους αρχαίους ελληνικούς χρόνους, η Μοίρα –με τις ονομασίες Αίσα, Ανάγκη, Ειμαρμένη– βρίσκεται πάνω από τους θεούς, σε έναν κόσμο ιεραρχημένο, διαρθρωμένο και κατασκευασμένο πάνω στην κοσμική νομοτέλεια.

Στην ελληνιστική εποχή, όπου κυριαρχεί ο συγκερασμός των θρησκειών και η μείξη νοοτροπιών και τεχνών, δεν υπήρχε το σοβαρό πρόσωπο της Μοίρας αλλά το αλλοπρόσαλλο της Τύχης. Η θεά Τύχη καταλύει το κράτος των θείων δυνάμεων.[4] Κάθε πόλη είχε την δική της θεά Τύχη, όπως ήταν η Τύχη της Αντιοχείας, της Ρώμης, της Αλεξανδρείας κ.ά., οι οποίες είχαν και τον ναό τους, τον ονομαζόμενο Τυχαίο. Εκτός από τα αγάλματα της Τύχης, κυκλοφορούσαν και αγαλματίδιά της εν είδει φυλαχτού, όπως και εικόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Πλούταρχος έγραψε την πραγματεία Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής, για να εξουδετερώσει την φθονερή παράδοση που ανέφερε πως το έργο του ήρωα οφειλόταν στην Τύχη. Κατά τον φιλόσοφο, η Τύχη έπρεπε να συνοδεύεται από την Αρετή, με την οποία ήταν κοσμημένος ο Αλέξανδρος. Διότι, όταν η Τύχη εξυψώνει ένα τιποτένιο ήθος με πράγματα που έχουν κύρος και φήμη, τότε φανερώνει και ντροπιάζει περισσότερο τον κατεστραμμένο και κλονισμένο από την κενοδοξία του άνθρωπο.

Η Τύχη, αναφέρει ο Παυσανίας («Μεσσηνιακά» 30.6), πρωτοεμφανίζεται στον ομηρικό ύμνο της Δήμητρος. Ο Όμηρος την θεωρεί Ωκεανίδα και συμπαίκτρια της Περσεφόνης στο ιερό λιβάδι. Ο περιηγητής αναφέρει επίσης πως ο γλύπτης Βούπαλος κατασκεύασε το άγαλμα της Τύχης για τους κατοίκους της Σμύρνης. Την παρίστανε με πόλο στο κεφάλι και με το κέρας της Αμαλθείας (αφθονίας) στο χέρι. Στην ύστερη αρχαιότητα συνηθίζονταν τα αγάλματα της Τύχης σε διάφορες πόλεις, όπως στην Κόρινθο, στο Άργος, στην Αθήνα και στην Ήλιν. Η λέξη Τύχη αναφέρεται και στην Θεογονία του Ησιόδου, ο οποίος την θεωρεί κόρη του Ωκεανού, καθώς και στον δωδέκατο Ολυμπιόνικο του Πινδάρου, που την αποκαλεί θυγατέρα του Διός.

Το δισυπόστατο της Τύχης (καλή η κακή) μνημονεύεται στον ορφικό ύμνο της Τύχης: «γιατί από σένα υπάρχει ο πολυποίκιλος βίος των θνητών·/ γιατί σ’ άλλους παρέχεις πάμπλουτο πλήθος κτημάτων,/ και σ’ άλλους την κακή πενία που στην ψυχή φουντώνει την οργή./ Αλλά, θεά, παρακαλώ σε νάρθεις ευμενής στον βίο,/ γεμάτη μ’ ευτυχίες και πλούσια δωρήματα».[5]

Στην ελληνιστική φιλοσοφία, από το 330-31 π.Χ. κυριαρχούν τέσσερα κατευθυντήρια φιλοσοφικά ρεύματα: των Περιπατητικών, των Στωικών, των Επικουρείων και των Σκεπτικών, με κοινό τους στόχο την απάθεια ή την αταραξία του ανθρώπου, που ήταν βεβαίως αποτέλεσμα της πολυπολιτισμικής μείξης, η οποία επέφερε την ανασφάλεια και την αψυχολόγητη συγχώνευση των αντιθέτων. Ο Στωικισμός δεν έδινε καμία απολύτως σημασία στην Τύχη, διότι ήταν αλλοπρόσαλλη. Ένα πολύ ενδιαφέρον αλλά λιγότερο γνωστό βιβλίο είναι ο Πίναξ του Κέβητος[6], όπου βρίσκονται αρκετές ιδέες του Στωικισμού. Αυτός ο Πίναξ βρίθει καλών και κακών προσωποποιημένων εννοιών, όπως είναι η Απάτη, η Ακράτεια, η Καρτερία, η Ασωτία, η Κολακεία, η Εγκράτεια, η Ευτυχία και η Αληθινή Παιδεία. Η Τύχη παρουσιάζεται στο βιβλίο σαν μία γυναίκα που στέκεται πάνω σε έναν στρογγυλό λίθο, ενώ μοιάζει τυφλή και τρελή. Είναι όμως και κωφή. Τρέχει παντού· από άλλους αρπάζει τα υπάρχοντα και σε άλλους τα δίνει. Αυτό κάνει συνεχώς, δίνει και παίρνει. Το στρογγυλό λιθάρι δηλώνει την φύση της, διότι το δώρο που δίνει το ξαναπαίρνει. Όταν την εμπιστεύεται κάποιος, τον βρίσκουν συμφορές. Κι αυτά που δίνει, όπως πλούτο, δόξα, εξουσία, οι περισσότεροι άνθρωποι τα θεωρούν αγαθά. Το συμπέρασμα του βιβλίου είναι να μην πιστεύουν την Τύχη, που στέκεται στο στρογγυλό λιθάρι. Διότι δεν κάνει τίποτα σύμφωνα με την λογική, αλλά στα τυφλά. Την ίδια δυσπιστία να δείχνει ο άνθρωπος και στα δώρα της, διότι η Τύχη δεν έχει σταθερό χαρακτήρα. Δίνει και ξαναπαίρνει. Οι άνθρωποι πρέπει να παίρνουν ό,τι τους δίνει αλλά να φεύγουν αμέσως, έχοντας την προσοχή τους στο βέβαιο δώρο, που δίνει η Αληθινή Παιδεία.

Δυο δυνάμεις, λοιπόν, χαρακτηρίζουν τις ιστορικές περιόδους: η σοβαρή, νομοτελειακή δύναμη της Μοίρας πρωτοστατεί στον δομημένο κλασικό κόσμο και η αλλοπρόσαλλη, ροϊκή Τύχη στην πολυπολιτισμική ελληνιστική εποχή.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ελένης Λαδιά, Το ποικιλόγραφο βιβλίο (άρθρα – ομιλίες – δοκίμια 1972-2012), Ο θάνατος του Σαρπηδόνος πάνω στα αγγεία, εκδ. Αθήνα 2012.
[2] Ελένης Λαδιά, Άρθρα για την καβαφική ποίηση (βλ. παραστάσεις αγγείων και καβαφικοί στίχοι), εκδ. Φέξη 1975.
[3] Ορφικοί ύμνοι, μτφρ. Δ.Π. Παπαδίτσα – Ελένης Λαδιά.
[4] Λεωνίδα Ι. Φιλιππίδη, Ιστορία της εποχής της Καινής Διαθήκης, Αθήνα 1958.
[5] Ορφικοί ύμνοι, μτφρ. Δ.Π. Παπαδίτσα – Ελένης Λαδιά.
[6] Κέβητος Πίναξ, εισαγωγή – μετάφραση – σημειώσεις Αθαν. Θ. Φλώρου, εκδ. Πάπυρος 1975.

 

«Μεταφράζοντας Αραγκόν το 1952-1953» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

«Μεταφράζοντας Αραγκόν το 1952-1953» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

Η συλλογή διηγημάτων Σκλαβιά και μεγαλείο του Λουί Αραγκόν, στη μετάφραση του Κοσμά Πολίτη, κυκλοφόρησε πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1953, από τις Εκδόσεις Σύγχρονα Βιβλία, και δεύτερη φορά το 1988, μετά τον θάνατο του μεταφραστή, από τις Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος (συμπληρωμένη με ένα μάλλον εκτενές Βιογραφικό Σημείωμα για τον Γάλλο συγγραφέα, για το οποίο δεν αναφέρεται μεταφραστής)· έκτοτε κυκλοφορεί μέχρι σήμερα. Το γεγονός ότι ο Κοσμάς Πολίτης μεταφράζει έναν κομμουνιστή συγγραφέα το 1953 δεν είναι, μάλλον, τυχαίο, καθώς, μόλις το 1951 είχε κατέβει ο ίδιος ως υποψήφιος βουλευτής της ΕΔΑ (αργότερα, δε, κάτι αντίστοιχο δεν θα ήταν εξίσου πιθανό, δεδομένου ότι ο συγγραφέας διέκοψε πιθανότατα τους δεσμούς του τόσο με το ΚΚΕ όσο και με την ΕΔΑ), παρόλο που, όπως είναι γνωστό (και ισχύει, εξάλλου, έως έναν βαθμό γενικότερα), δεν επέλεγε ο ίδιος τα προς μετάφραση κείμενα, αλλά κατά κανόνα δεχόταν ό,τι του ανέθεταν· κάποιον ρόλο, πάντως, είναι πιθανόν να έπαιξε και η ιδεολογική σύμπλευσή του τότε με τον Αραγκόν. (Τα παραπάνω, ωστόσο, καθόλου δεν εξασφάλιζαν, όπως θα δούμε, και την «ακεραιότητα» του πρωτότυπου κειμένου.)

Η σχέση του Λουί Αραγκόν με τη σύγχρονή του τότε ελληνική πνευματική ζωή, κυρίως, δε, με την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου (και πολύ αργότερα και με τον ίδιο τον ποιητή), είναι ασφαλώς γνωστή, ενώ, από την ελληνική πλευρά, γενικότερα η γενιά του ’30, ιδιαίτερα, δε, ο Οδυσσέας Ελύτης και οι υπερρεαλιστές Ανδρέας Εμπειρίκος και Νίκος Εγγονόπουλος γνώριζαν, βέβαια, ήδη, πολύ καλά και διαλέγονταν με το έργο τόσο του Λουί Αραγκόν όσο και των Πολ Ελιάρ και Αντρέ Μπρετόν, των θεμελιωτών, δηλαδή, του Υπερρεαλιστικού κινήματος. Από ένα σημείο και μετά, ωστόσο, ο Αραγκόν, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας ήδη από το 1927, διαχώρισε τη θέση του (όπως και ο Πολ Ελιάρ), αποφασίζοντας να υιοθετήσει ως «γνώμονα της τέχνης του», ποιητικής και πεζογραφικής, τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό» (Σπανός 1987: 11), ο οποίος, βεβαίως, «πόρρω απέχει από τα προτάγματα του υπερρεαλισμού» (Δημητρούλια 2013: 3), χωρίς αυτό να σημαίνει και ότι υποτάχθηκε στις σοβιετικές κατευθυντήριες γραμμές. Παρασημοφορημένος, επιπλέον, ήδη, με τον Πολεμικό Σταυρό του Μετώπου κατά τον Α′ Παγκόσμιο Πόλεμο και μαχόμενος δίπλα στον Αντρέ Μαλρό ενάντια στον φασισμό, μέσα από τον Διεθνή Σύνδεσμο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού, ο Αραγκόν επιστρατεύεται, το 1940, ύστερα και από δικό του αίτημα (στην ηλικία των 43 ετών), και πολεμά στη Φλάνδρα. «Μετά την ανακωχή του 1940 ετοιμάζει με άλλους συγγραφείς την Αντίσταση. Στη Νότια Γαλλία, μετά στη Λυών, οργανώνεται σε παράνομα δίκτυα», ενώ «με ψευδώνυμο ή και επώνυμα γράφει ακατάπαυστα» (Σπανός 1987: 8-9, 11).

Η επιλογή, λοιπόν, να μεταφραστούν κάποια από τα διηγήματα της συλλογής Σκλαβιά και μεγαλείο των Γάλλων στα ελληνικά σήμαινε την απόφαση να μεταφερθούν στη γλώσσα ενός επίσης πολύ (αν όχι περισσότερο) βασανισμένου από τη Γερμανική Κατοχή λαού τα αντιστασιακά διηγήματα του Γάλλου εθνικού ποιητή, όσο ακόμα ο απόηχος του Πολέμου δεν είχε σβήσει. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι αυτός ο εθνικός ποιητής συνέβαινε να είναι κομμουνιστής είχε έναν πολύ συγκεκριμένο αντίκτυπο στο μεταφρασμένο στην ελληνική κείμενο, μιας και θα έπρεπε, λόγω των εγχώριων πολιτικών συνθηκών, να απαλειφθούν ορισμένα επίμαχα σημεία του πρωτοτύπου.

Η συλλογή των διηγημάτων του με τον τίτλο Servitude et grandeur des Français (Σκλαβιά και μεγαλείο των Γάλλων) εκδίδεται στις 22 Μαΐου 1945, μετά την απελευθέρωση, και συγκεντρώνει υπό κοινή στέγη τα διηγήματα: «Συναπαντήματα» («Les Rencontres»), «Οι καλοί γειτόνοι» («Les Bons Voisins»), «Εξομολόγηση του 1943» («Pénitent 1943»), «Ο Βαλτός» («Le Mouton»), «Ο Συνεργάτης» («Le Collaborateur»), «Οι νέοι άνθρωποι» («Le Jeunes Gens») και «Το ρωμαϊκό δίκαιο δεν υπάρχει πια» («Le droit romain n’est plus») – από αυτά τα επτά διηγήματα στην ελληνική έκδοση συμπεριελήφθησαν μόνον τα τέσσερα πρώτα (των οποίων οι τίτλοι παρετέθησαν εδώ στη μετάφραση του Κοσμά Πολίτη). Από την προηγηθείσα παράθεση γίνεται, δε, φανερό ότι ο τίτλος της συλλογής (στην ελληνική έκδοση παραλείφθηκε ο προσδιορισμός «των Γάλλων», που υπήρχε στο πρωτότυπο, με αποτέλεσμα να διευρυνθούν οι δυνατότητες απήχησης και εφαρμογής της συγκεκριμένης θεματικής) δεν είναι δανεισμένος, όπως συνηθίζεται, από κάποιο από τα διηγήματα, αλλά τίθεται συνειδητά ως σχόλιο του συγγραφέα επί της θεματικής και του στόχου τους, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον έπαινο, τη δοξολογία των Γάλλων που στρατεύθηκαν με γενναιότητα στην Αντίσταση κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο[1]. Άλλωστε, ο Αραγκόν «ήταν πια ο εθνικός ποιητής της Γαλλίας, ακολουθώντας τα χνάρια του Ουγκώ» (Δημητρούλια 2013: 4), ο «εθνικός βάρδος» της (Σπανός 1987: 12)· είναι, εξάλλου, ο πιο πολυτραγουδισμένος Γάλλος ποιητής (Sadoul 1985: 229). Tα ποιήματά του «τα έριχναν σαν προκηρύξεις τα συμμαχικά αεροπλάνα» και «τα διάβαζε όλος ο κόσμος», ενώ ο Στρατηγός ντε Γκολ είχε «απαγγείλει τρεις στίχους από το ποίημα “Πιο όμορφη από τα δάκρυα” / “Plus belle que les larmes” σε μια ομιλία του το 1943», η οποία είχε μεταδοθεί από το ραδιόφωνο (Aragon 2000, «Chronologie», σ. LXIII ).

Η επιλογή, λοιπόν, να μεταφραστούν κάποια από τα διηγήματα της συλλογής Σκλαβιά και μεγαλείο των Γάλλων στα ελληνικά σήμαινε την απόφαση να μεταφερθούν στη γλώσσα ενός επίσης πολύ (αν όχι περισσότερο) βασανισμένου από τη Γερμανική Κατοχή λαού τα αντιστασιακά διηγήματα του Γάλλου εθνικού ποιητή, όσο ακόμα ο απόηχος του Πολέμου δεν είχε σβήσει. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι αυτός ο εθνικός ποιητής συνέβαινε να είναι κομμουνιστής είχε έναν πολύ συγκεκριμένο αντίκτυπο στο μεταφρασμένο στην ελληνική κείμενο, μιας και θα έπρεπε, λόγω των εγχώριων πολιτικών συνθηκών, να απαλειφθούν ορισμένα επίμαχα σημεία του πρωτοτύπου. Έτσι, δεν μπορούμε παρά να εικάσουμε ότι ο Κοσμάς Πολίτης υποχρεώθηκε στις ακόλουθες, μεταξύ άλλων, προσαρμογές: α) στο μεταφρασμένο κείμενο, το «communiste» του πρωτοτύπου κάποτε, αν και όχι όλες τις φορές, αποδίδεται ως «επαναστάτης», κάποτε ως «αντάρτης» και κάποτε ως «αριστερός» (Αραγκόν 1988: 20, 21, 8 αντίστοιχα), β) από το μετάφρασμα έχουν παραλειφθεί γενικότερα κάποιες σχετικές με τον κομμουνισμό και τους κομμουνιστές αναφορές (για κάποιες τέτοιες παραλείψεις βλ., επί παραδείγματι, στο Aragon 2000: 1136), γ) μεταξύ των, λίγο έως πολύ, αναμενόμενων, σε κάθε απόπειρα μετάφρασης, παραλείψεων, που αφορούν σε λέξεις ή φράσεις του εκάστοτε πρωτότυπου κειμένου, συγκαταλέγονται εδώ, προφανώς διόλου τυχαία, και οι αναφορές του ονόματος του κομμουνιστή στρατάρχη Τίτο (βλ. στο πρωτότυπο, Aragon 2000: 1136, 1139, 1140).

Ως προς την, ήδη θιγείσα νωρίτερα εδώ, ιδεολογική συμπόρευση μεταφραζομένου και μεταφραστή, προκειμένου για εκείνη ειδικά την εποχή, πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η κομμουνιστική συνείδηση του Αραγκόν σε αυτά τα διηγήματα δεν παρουσιάζεται αρραγής· αντιθέτως, αντιμετωπίζει συγκεκριμένα διλήμματα, δημιουργημένα κυρίως από τον ευρύτερο διχασμό των Ευρωπαίων κομμουνιστών απέναντι της εθνικής, από τη μια, ή της διεθνικής οδού, από την άλλη, και, επιπλέον, από το ειδικότερο πρόβλημα το οποίο είχε προκύψει ύστερα από την υπογραφή του Γερμανοσοβιετικού Συμφώνου, στις 23 Αυγούστου 1939. Η ως άνω διλημματική κατάσταση απηχείται ορισμένως τόσο στη θεματική όσο και στους χαρακτήρες της συλλογής, η συγγραφή των διηγημάτων της οποίας συμπίπτει, εν πολλοίς, με την αρχή της συγγραφής του εξάτομου έργου του Αραγκόν Οι Κομμουνιστές. (Να σημειώσουμε, παρεμπιπτόντως, εδώ ότι και ο ίδιος ο Κοσμάς Πολίτης είχε συγγράψει, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1945, δύο αντιστασιακά διηγήματα, με τους τίτλους «Το ρέμα» και «Ένα διπλό» αντίστοιχα, ενταγμένα τώρα στη συλλογή Η Κορομηλιά. Και άλλα διηγήματα· στο δεύτερο από αυτά, διαβάζουμε τον διάλογο ανάμεσα σε έναν φασίστα και έναν κομμουνιστή.)

Τρία από τα διηγήματα της συλλογής Σκλαβιά και μεγαλείο (το 2ο, το 3ο και το 4ο) είχαν ήδη κυκλοφορήσει παράνομα στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής στη Γαλλία, αν και, βέβαια, δεν θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τα ποιήματα του Αραγκόν της ίδιας περιόδου, από την άποψη του εθνικού ενθουσιασμού και της αγωνιστικής διάθεσης που αυτά τα τελευταία ενέπνεαν. Ποιοτικά άνισα μεταξύ τους, τα διηγήματα της συγκεκριμένης συλλογής πέρασαν μάλλον απαρατήρητα, αν και βασίζονταν σε αληθινά γεγονότα, στοιχείο που θα μπορούσε να τα προσδιορίσει και ως μαρτυρίες, ανάμεικτες πάντως, ενίοτε, με ελαφρότερα ζητήματα. Αυτό το χαρακτηριστικό οφείλεται οπωσδήποτε και στις ιδιαίτερες συνθήκες της περιόδου κατά την οποία, κυρίως τα τελευταία από αυτά, γράφτηκαν: τους μήνες Μάιο-Ιούλιο του 1944, η ήττα των Γερμανών προδιαγράφεται όλο και σαφέστερα, ενώ, εξαιτίας αυτού, οι ίδιοι γίνονται όλο και πιο σκληροί. Συνάγεται από ορισμένα στοιχεία (πρόσωπα που επανέρχονται, κοινοί χώροι δράσης) ότι ο Λουί Αραγκόν πιθανόν να ήθελε να εντάξει αυτές τις ιστορίες σε ένα ενιαίο (μυθιστορηματικό;) κάδρο, ενώ απολύτως σίγουρο και πασιφανές είναι το ιδεολογικό μήνυμα: η αντίσταση στον γερμανικό ναζισμό έτεινε να γίνει το εθνικό σπορ των Γάλλων, ήδη από το 1942. Ενδεικτικά: ο δημοσιογράφος Vandermeulen, του πρώτου διηγήματος, αρχικά εχθρικός απέναντι στους κομμουνιστές, σιγά σιγά συντάσσεται με τις θέσεις των Αντιστασιακών, ενώ ακόμα και οι, λίγοι συγκριτικά, καταδότες δεν αποτελούν πάντοτε περιπτώσεις μη αναστρέψιμες, όπως διαμηνύει ένα από τα διηγήματα που δεν συμπεριελήφθησαν στην ελληνική έκδοση (το «Le Collaborateur»). Ο Daniel Bougnoux, επιμελητής της έκδοσης στη Βιβλιοθήκη Pléiade, θεωρεί πως αδίκως αυτά τα διηγήματα παραμένουν ξεχασμένα, καθώς, στις καλύτερες από τις σελίδες της συλλογής, το εθνικό τραγούδι του ποιητή Αραγκόν συνοδεύεται αξιέπαινα από το άλλο του πρόσωπο, τον καλό πεζογράφο.

Μεταξύ των διηγημάτων, πάντως, ξεχωρίζει για τον κεφάτο χαρακτήρα του, στοιχείο που εξηγεί εύκολα το γεγονός ότι είναι και το πιο δημοφιλές, το διήγημα με τον τίτλο «Οι καλοί γειτόνοι» (ήδη από τον τίτλο φαίνεται η «προσαρμογή» του Κοσμά Πολίτη στην ανάλαφρη διάθεση του Αραγκόν). Μικρή θεατρική κωμωδία (saynete) το χαρακτηρίζει ο επιμελητής Daniel Bougnoux (Aragon 2000: «Notice», 1446), όπου ο Αραγκόν βρίσκει την ευκαιρία, διασκεδάζοντας τον ζόφο των ημερών, να εκμεταλλευθεί το πάθος του για τις διαλογικές σκηνές, καταγράφοντας με έμπνευση μία πολυφωνία προερχόμενη τόσο από εξωτερικές όσο και από εσωτερικές πηγές. Ο ως άνω κινηματογραφικός-ραδιοφωνικός οίστρος, ωστόσο, τον οποίο, σημειωτέον, ο Έλληνας μεταφραστής αποδίδει με επιτυχία, δεν αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη, ο οποίος, παρ’ όλο το ευτράπελο του επεισοδίου, όπως αυτό παρουσιάζεται από τον συγγραφέα, είναι σε θέση να κατανοήσει ότι παρόμοιες βάρβαρες εισβολές τής, πανταχού παρούσας και αλαζονικής, αστυνομίας, στα σπίτια των συνηθισμένων ανθρώπων, εντάσσονταν στην πολύ δύσκολη καθημερινότητα της περιόδου της Γερμανικής Κατοχής (η εσωτερική χρονολόγηση του διηγήματος το τοποθετεί στον Ιούλιο του 1942, δίνοντάς του έτσι και τη χρονική προτεραιότητα συγγραφής έναντι των υπολοίπων). Η προαναφερθείσα, δε, αναφορά των διηγημάτων σε αληθινά γεγονότα ενισχύεται, μεταξύ άλλων, και από την εμφάνιση, με άλλο όνομα (αν και όχι τόσο διαφορετικό από το πραγματικό), ενός ιστορικού – πραγματικού προσώπου, στο τρίτο από τα μεταφρασμένα διηγήματα, στο διήγημα με τον τίτλο «Εξομολόγηση του 1943»: ο εφημέριος Λερουά (Leroy), ο οποίος συμπρωταγωνιστεί εκεί με τον «εξομολογούμενο» του τίτλου, είναι ο αβάς François Larue, ένας από τους μάρτυρες της λυονέζικης Αντίστασης, στο πρεσβυτέριο του οποίου λάμβαναν χώρα μυστικές συναντήσεις, με τη συμμετοχή σε κάποιες (κατά το 1943) και του ίδιου του Αραγκόν (Aragon 2000: «Notes et Variantes», 1448). Ο Αραγκόν είχε γράψει, με άλλη ευκαιρία, για την ηρωική αφοσίωση αυτού του ιερωμένου, τον οποίο οι στρατιώτες του Χίτλερ έκαψαν ζωντανό, ενώ στο χειρόγραφο του διηγήματος, πριν από την έντυπη έκδοση, το αληθινό όνομά του κοσμούσε τις σελίδες ως ελάχιστος φόρος τιμής. Είναι φανερό πως ο Αραγκόν του συγκεκριμένου διηγήματος (αλλά και γενικότερα αυτής της συλλογής) βρίσκεται πολύ μακριά από τον συγγραφέα των αντικληρικών κειμένων της προηγούμενης δεκαετίας, καθώς εκείνο που επιδιώκει και, τελικά, κατορθώνει να παρουσιάσει είναι η συνένωση όλων των ζωντανών δυνάμεων της κατεχόμενης Γαλλίας, των χριστιανών συμπεριλαμβανομένων, στον αγώνα κατά του φασισμού (Aragon 2000: 1447).

Όσο για το τέταρτο και τελευταίο από τα διηγήματα που μετέφρασε ο Κοσμάς Πολίτης, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε τον εμπνευσμένα μεταφρασμένο τίτλο του: το «Ο Βαλτός», γραμμένο με κεφαλαία και στις δύο εκδόσεις, μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί «Ο Βάλτος», ενώ αποτελεί απόδοση στην ελληνική του γαλλικού «Le Μouton»· παρατήρηση η οποία μας φέρνει στο ζήτημα της μετάφρασης αυτής καθεαυτήν από τον Έλληνα συγγραφέα.

Πέρα από τις ιδιαιτερότητες του λεξιλογίου του ίδιου του Κοσμά Πολίτη[2] και τα αρκετά, οπωσδήποτε, μεταφραστικά λάθη (εκτός των προαναφερθεισών εδώ και επιβεβλημένων, όπως είδαμε, για συγκεκριμένους λόγους, παραλείψεων και αλλαγών) που υπάρχουν (και για των οποίων την επισήμανση και διόρθωση θα χρειαζόταν ειδική μελέτη), οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ο μεταφραστής κατορθώνει να μεταφέρει με αρκετή πιστότητα τον, συχνά πολύ κοντά στον προφορικό, αφηγηματικό λόγο του Αραγκόν, δημιουργώντας παράλληλα ένα ρέον, εύληπτο κείμενο στην ελληνική γλώσσα. Υπάρχουν, δε, σημεία στο μεταφρασμένο κείμενο, τα οποία (κατόπιν αντιπαραβολής με το πρωτότυπο) διαβεβαιώνουν τον μελετητή τόσο για την πολύ καλή γνώση της γαλλικής από τον μεταφραστή Κοσμά Πολίτη (της γαλλικής γλώσσας όχι μόνον των βιβλίων και των λεξικών, αλλά και της καθημερινής συνομιλίας), όσο και για το συγγραφικό ταλέντο του – στοιχείο το οποίο τον κατέστησε ικανό να συλλάβει το ιδιαίτερο ύφος του μεταφραζόμενου Αραγκόν και να το μεταφέρει στην ελληνική, όχι αυτούσιο (ετούτο, ούτως ή άλλως, δεν είναι ποτέ εφικτό), αλλά προσαρμοσμένο στις δικές της συνθήκες, πάντα όμως διακριτό και ελκυστικό, ως αποτέλεσμα μιας ευπρόσδεκτης υφολογικής (και ιδεολογικής) μείξης και συμφωνίας.

[1 ] Σχετικά με τη διατιτλική σχέση, η οποία συνδέει αυτήν τη συλλογή διηγημάτων του Louis Aragon με το έργο, κατά κύριο λόγο, του Alfred de Vigny, Servitude et grandeur militaires (1835), αλλά και με το έργο του Berthold Brecht, βλ. στο: Aragon 2000, «Notice du Recueil» (par Daniel Bougnoux), σ. 1439 (εκεί και μία νύξη για τη διατιτλική-διακειμενική σχέση που συνδέει δύο από τα διηγήματα αυτής της συλλογής του Aragon με ένα θεατρικό κείμενο του Brecht). Συνολικά οι παραπομπές στο παρόν άρθρο γίνονται στις ακόλουθες εκδόσεις: Aragon, Œuvres romanesques complètes II, Édition publiée sous la direction de Daniel Bougnoux avec, pour ce volume, la collaboration de Raphaël Lafhail-Molino, Bibliothèque de la Pléiade, nrf, Gallimard, 2000// Aragon, LouisΜπλανς ή Η λησμονιά, Εισαγωγή – Μετάφραση: Γιώργος Σπανός, Σύγχρονη Κλασική Βιβλιοθήκη/ Εξάντας, 1987// Αραγκόν, Επιμέλεια γαλλικής έκδοσης: Georges Sadoul, Μετάφραση: Γιώργος Σπανός, Πλέθρον, <Πρόσωπα και Ιδέες/ Λογοτεχνία 8>, Αθήνα, 1985// Αραγκόν, Λουΐ Σκλαβιά και μεγαλείο (Διηγήματα), Μετάφραση: Κοσμά Πολίτη, Εκδοτικός οίκος Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος & ΣΙΑ Ο.Ε., <Κλασική Λογοτεχνία 108>, Αθήνα, 1988// Αραγκόν, Σκλαβιά και μεγαλείο (Διηγήματα), Μετάφραση: Κοσμά Πολίτη, Σύγχρονα βιβλία, Αθήνα, Ιούλιος 1953// Δημητρούλια, Τιτίκα «Ο ποιητής Λουΐ Αραγκόν σήμερα», Τα Ποιητικά 10, Ιούνιος 2013, σσ. 1-5/ Πολίτης, Κοσμάς Η Κορομηλιά. Και άλλα διηγήματα, Ερμής, Αθήνα, 1990. 

[2 ] Βλ. σχετικά και εκτενώς στο Επίμετρο της έκδοσης: Πόε, Έδγαρ Άλλαν Αφηγήματα. Οι ιστορικές μεταφράσεις από τον Κοσμά Πολίτη, Επιμέλεια – Επίμετρο: Στέφανος Μπεκατώρος, Ελληνικά Γράμματα, 2006.

 

 

 

 

«Ο Τζον Στάινμπεκ ως πολιτικός συγγραφέας» του Φίλιππου Φιλίππου

«Ο Τζον Στάινμπεκ ως πολιτικός συγγραφέας» του Φίλιππου Φιλίππου

Η έκδοση του μυθιστορήματος του Τζον Στάινμπεκ Τα λιβάδια του ουρανού σε καινούργια μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος (από τον ίδιο οίκο έχουν κυκλοφορήσει τα δύο εμβληματικά βιβλία του, Τα σταφύλια της οργής και Άνθρωποι και ποντίκια), μας ωθεί να θυμηθούμε τον σπουδαίο Αμερικανό συγγραφέα. Πριν από δεκαετίες, αγαπήθηκε από το παγκόσμιο κοινό χάρη στα βιβλία του, τα σενάριά του που έγιναν αξιομνημόνευτες ταινίες και τις ιστορίες του που διασκευάστηκαν και παίχτηκαν επί σκηνής.

Ο Στάινμπεκ γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1902 στο Σαλίνας της Καλιφόρνιας. Το 1925 διέκοψε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο για να εργαστεί ως οικοδόμος και ως δημοσιογράφος. Ήδη, είχε δουλέψει ως αγρότης, στη συγκομιδή μήλων, εργάτης, τυπογράφος, σερβιτόρος και πωλητής σε καταστήματα. Το μεγάλο κραχ στη Γουόλ Στριτ το 1929 και η οικονομική κρίση που ακολούθησε, οδηγώντας εκατομμύρια Αμερικανούς στη φτώχεια και την ανέχεια, ταλάνισε και τον Στάινμπεκ, ο οποίος είχε προβλήματα επιβίωσης. Το 1929 εκδόθηκε το πρώτο μυθιστόρημά του, το Χρυσό κύπελλο, και το 1932 το δεύτερο, Τα λιβάδια του ουρανού, τα οποία δεν του απέφεραν ούτε δόξα ούτε χρήματα. Η πρώτη επιτυχία του ήρθε το 1935 με το βιβλίο Τορτίγια φλατ. Ακολούθησαν τα Άνθρωποι και ποντίκια το 1937 και Τα σταφύλια της οργής το 1939. Αυτό το τελευταίο τού χάρισε το βραβείο Πούλιτζερ κι έγινε ταινία που του άνοιξε καινούργιους συγγραφικούς δρόμους.

Από τα πρώτα του μυθιστορήματα ο Στάινμπεκ έδειξε μια κοινωνική ευαισθησία, σπάνια για την εποχή του, που αμέσως προκάλεσε την προσοχή. Ρεαλιστής στο έπακρο, μίλησε για τις άθλιες συνθήκες ζωής και εργασίας των εργατών, την εκμετάλλευσή τους από τους εργοδότες, και πρότεινε τη συλλογική δράση ως αναγκαία προϋπόθεση για την κοινωνική τους απελευθέρωση. Ειδικά, το μυθιστόρημα Τα σταφύλια της οργής θεωρήθηκε από κάποιους ως κομμουνιστικό μανιφέστο και κατασχέθηκε από σχολεία και πολλές δημόσιες βιβλιοθήκες (βλέπε το άρθρο της Κάτιας Γεωργουδάκη «Τζον Στάινμπεκ: Κύρια λογοτεχνικά έργα και κριτικές απόψεις», στο περιοδικό Διαβάζω, αρ.173, 2 Σεπτεμβρίου 1987).

Το έργο μα και η ζωή του έδωσαν την αφορμή στους εχθρούς του να τον χαρακτηρίσουν κομμουνιστή, κάτι που ανατράπηκε στα τέλη του βίου του. Το 1935 ο Στάινμπεκ ανήκε σε μια ομάδα αριστερών διανοουμένων που περιλάμβανε συγγραφείς, ποιητές, δημοσιογράφους και συνδικαλιστές. Είχε συνδεθεί με τον Σύνδεσμο Αμερικανών Συγγραφέων (LAW), μια οργάνωση που είχε άμεση σχέση με το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ. O Σύνδεσμος σύντομα δέχτηκε στις τάξεις του εξέχοντες συγγραφείς, όπως ο Τόμας Μαν, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Θίοντορ Ντράιζερ, η Λίλιαν Χέλμαν, σύντροφος του Ντάσιελ Χάμετ. Λίγο αργότερα, το 1939, ο Στάινμπεκ υπέγραψε μαζί με άλλους συγγραφείς μια επιστολή που υποστήριζε τη σοβιετική εισβολή στη Φινλανδία, καθώς και την κυβέρνηση που είχαν τοποθετήσει στη χώρα οι Σοβιετικοί, ύστερα από τη συμφωνία Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, δηλαδή του Στάλιν και του Χίτλερ, που διευκόλυνε τις κατακτητικές βλέψεις των ναζί στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το 1942 το FBI του Έντγκαρ Χούβερ τον παρακολουθούσε ως επικίνδυνο σοβιετόφιλο.

Το 1943 ήταν ανταποκριτής της εφημερίδας NewYorkHeraldTribuneστα πολεμικά μέτωπα της Ευρώπης και ταυτόχρονα εργαζόταν στο Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών (OSS) των ΗΠΑ, που αργότερα μετεξελίχτηκε στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (CIA).

Το 1947, κι ενώ είχε αρχίσει ο Ψυχρός Πόλεμος, ο Στάινμπεκ ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση μαζί με τον φωτογράφο Ρόμπερτ Κάπα και κατέγραψε τις εντυπώσεις του από τη χώρα του Στάλιν, του οποίου οι εικόνες και τα αγάλματα είχαν πλημμυρίσει τις πόλεις και την επαρχία. Το ταξίδι του εκείνο (ακολούθησαν κι άλλα) έγινε βιβλίο με τον τίτλο Ρωσικό ημερολόγιο, προκαλώντας αντιφατικές αντιδράσεις. Το 1957 ήταν φιλικά συνδεδεμένος με τον Άρθουρ Μίλερ, γνωστό υπέρμαχο της Σοβιετικής Ένωσης, ο οποίος είχε αρνηθεί να κατονομάσει κομμουνιστές φίλους του στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών του γερουσιαστή. Μακάρθι.

Μέχρι το 1962, όταν τιμήθηκε με το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, ο Στάινμπεκ εθεωρείτο αριστερός. Μάλιστα, μόλις πήρε το βραβείο, στον αμερικανικό Τύπο εμφανίστηκαν επικριτικά άρθρα για τη βράβευσή του. Κάποιοι έγραψαν πως δεν άξιζε το βραβείο, κάτι που σήμερα αποδίδεται σε πολιτικούς λόγους.

Βαθμιαία προέκυψε η πολιτική του μεταστροφή, δηλαδή έγινε μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο έβλεπε τα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα, απογοητεύοντας πλήρως εκείνους που τον θεωρούσαν αριστερό και υποστηρικτή των δικαίων των λαών και των εργαζομένων απανταχού της γης. Το 1964 ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον τού απένειμε το Μετάλλιο της Ελευθερίας. Το 1965 στην εφημερίδα της Νέας Υόρκης Newsday είχε δική του στήλη, όπου έγραφε ειδήσεις και σχόλια για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, που τον χαρακτήριζε ηρωικό τόλμημα εκ μέρους των ΗΠΑ.

Η απευθείας εμπλοκή του στον πόλεμο του Βιετνάμ σκλήρυνε την εθνικιστική και αντικομμουνιστική στάση του. Το 1967 είχε αποσταλεί από την εφημερίδα για να καλύψει τον πόλεμο κι εκείνος έγραφε σκληρά άρθρα, υποστηρίζοντας την επέμβαση του αμερικανικού στρατού στη χώρα, καθώς και την αμερικανική βοήθεια στην κυβέρνηση ανδρεικέλων του Νότιου Βιετνάμ. Μάλιστα, είχε χαρακτηριστεί «γεράκι του πολέμου». Η στράτευση και των δύο γιων του, του Τόμας και του Τζον, στα χαρακώματα του Βιετνάμ (υπάρχει φωτογραφία στην οποία απεικονίζονται ο Στάινμπεκ, ο γιος του, Τζον, και ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον), χειροτέρεψε τα πράγματα.

Ήταν τόση η δυσαρέσκεια των ανά τον κόσμο φίλων και θαυμαστών του για την πολιτική του στροφή, που εκείνη τη χρονιά η εφημερίδα της Νέας Υόρκης Post τον κατηγόρησε ότι πρόδωσε το προοδευτικό παρελθόν του. Στην Ελλάδα, ο Νίκος Καββαδίας, ως γνωστόν αριστερών πεποιθήσεων, δήλωσε στους φοιτητές Μάκη Ρηγάτο και Γιάννη Καούνη (η συνέντευξή του στην εφημερίδα Πανσπουδαστική δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 1967) τα εξής: «Για μένα έχει πέσει τελείως. Όχι από προκατάληψη. Από σιχαμάρα πια. Γιατί εκείνα τα ωραία πράγματα που έγραψε, υποτίθεται ότι είναι ψεύτικα. Τους έδωσε μία και τα πέταξε με το πόδι του, όταν κάθισε κι είπε εκείνα τα βρωμερά για ανθρώπους που σφάζονται, αποκαλώντας τους γιους πουτάνας».

Ο Στάινμπεκ, που πρόλαβε να επισκεφτεί (το 1966) το Ισραήλ, όπου ο παππούς του είχε ιδρύσει ένα κιμπούτς, πέθανε στις 20 Δεκεμβρίου 1968 στη Νέα Υόρκη από την καρδιά του. Έτσι, δεν πρόλαβε να δει το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ (πόλεμος που χαρακτηρίστηκε βρόμικος και αποτελεί μέχρι σήμερα τραύμα στο συλλογικό υποσυνείδητο των Αμερικανών), ένα δυνατό χαστούκι για τις ΗΠΑ, αφού οι κομμουνιστικές δυνάμεις του Βορείου Βιετνάμ που είχαν τη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης κατέλαβαν την εξουσία και το νότιο τμήμα της χώρας.

Πρόσφατα, το 2012, δημοσιοποιήθηκαν έγγραφα με τα οποία αποκαλύφθηκε πως το 1952 είχε συνδεθεί με τη CIA, χωρίς όμως να γίνει σαφές τι ακριβώς έκανε για τη συγκεκριμένη υπηρεσία. Ωστόσο, ο Στάινμπεκ στη συνείδηση των αναγνωστών του παραμένει ένας σπουδαίος συγγραφέας, ο οποίος απεικόνισε με δραματικό τρόπο τον αγώνα των συμπατριωτών του για επιβίωση, δείχνοντας τη σαθρότητα του περίφημου «αμερικανικού ονείρου».

 

«Ως την τελευταία φλοίδα του κρεμμυδιού – για τον Γκίντερ Γκρας» του Μιχάλη Μακρόπουλου

«Ως την τελευταία φλοίδα του κρεμμυδιού – για τον Γκίντερ Γκρας» του Μιχάλη Μακρόπουλου
«Η ενοχή όμως, τόσο η αποδεδειγμένη όσο και η καλυμμένη ή ακόμη και η υποτιθέμενη, μένει. Σε τύπτει συνεχώς, ακόμη και όταν ταξιδεύεις στο πουθενά, αυτή είναι ήδη εκεί και δεν το κουνάει από τη θέση της... Καθώς το κρεμμύδι φυραίνει φλούδα μετά τη φλούδα, τη βλέπεις ανεξίτηλη στις νεαρότερες φλούδες: πότε με κεφαλαία, πότε ως δευτερεύουσα πρόταση ή υποσημείωση, πότε ευανάγνωστη, έπειτα πάλι με ιερογλυφικά που η αποκρυπτογράφησή τους είναι δύσκολη, εάν όχι αδύνατη. Όσον αφορά εμένα, ευανάγνωστη προβάλλει η επιγραφή: Σιώπησα. Επειδή όμως σιώπησαν τόσο πολλοί, παραμένει μεγάλος ο πειρασμός να αγνοήσω εντελώς τη δική μου αφλογιστία, να καταθέσω αντ' αυτού αγωγή εναντίον της γενικής ενοχής ή να μιλήσω για μένα μεταφορικά στο τρίτο πρόσωπο: ήταν, είδε, έκανε, είπε, σιώπησε...»

Με δύο συγγραφείς έχει πιο πολύ συνδεθεί ο μεταπολεμικός γερμανικός λόγος γιατί δεν σιώπησαν: με τον Χάινριχ Μπελ και τον Γκίντερ Γκρας (ήταν μέλη, και οι δύο, της περίφημης λογοτεχνικής ομάδας Gruppe 47, μαζί με την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, τον Μάρτιν Βάλσερ, τον Ζίγκφριντ Λεντς, κ.ά.π.). Ο πρώτος έφερε τα τραύματα του πολέμου στο κορμί του το ίδιο (λαβώθηκε τέσσερις φορές ως στρατιώτης της Βέρμαχτ) και τούτη η άμεση βίωση της φρίκης, η σωματική, τον έκανε ίσως να 'ναι στον λόγο του πιο λεπτός και υπαινιχτικός, να γράψει σύνθετα ψυχογραφήματα.

 

Περισσότερα...
«Για τον ποιητή Ρούπερτ Μπρουκ» της Ανθούλας Δανιήλ

«Για τον ποιητή Ρούπερτ Μπρουκ» της Ανθούλας Δανιήλ

Πέρασαν εκατό χρόνια από τον άδοξο θάνατο του ωραίου, νέου ποιητή Ρούπερτ Μπρουκ (1887-1915), ανθυποπλοίαρχου του Αγγλικού Στόλου. Δεν κινδύνευσε από τα εχθρικά πυρά και δεν σκοτώθηκε σε ναυμαχία, αλλά πέθανε από σηψαιμία στις 23 Απριλίου 1915, ύστερα από τσίμπημα μολυσμένου κουνουπιού. Στα 28 του χρόνια άφησε την τελευταία του πνοή στο γαλλικό πλωτό νοσοκομείο που είχε ξεκινήσει για να συμμετάσχει στην εκστρατεία των Δαρδανελίων. Η στρατιωτική μοίρα του Μπρουκ είχε φθάσει λίγες μέρες νωρίτερα στην περιοχή της Σκύρου. Εκεί έκανε γυμνάσια και εκεί οι στρατιώτες κατέβαιναν και χαίρονταν τις ομορφιές της φύσης. Ωστόσο, η μοίρα φθόνησε τον ωραίο ποιητή. Οξύμωρο σχήμα συνιστά το ελάχιστο μέγεθος του «θύτη» σε σχέση με το μέγεθος του θύματος. Η μητέρα του Μπρουκ θα μπορούσε να έχει πει στον θρήνο της «με ένα τόσο δα μικρό κουνουπάκι», όπως η Κατίνα Παξινού στην ανάλογη περίπτωση (Ματωμένος γάμος) είχε πει για τον δικό της γιο το συγκλονιστικό εκείνο: «με ένα τόσο δα μικρό μαχαιράκι». Το τόσο μικρό, τόσο δραστικά μεγάλο για το απόλυτο κακό.

Φαίνεται πως ο θάνατος του νεαρού Άγγλου ποιητή συγκίνησε πάρα πολύ τους Έλληνες λογοτέχνες, οι οποίοι τον μνημονεύουν συχνά στα γραπτά τους. Ο Γεώργιος Δροσίνης (Σκόρπια φύλλα της ζωής μου, 7ος τόμ., επιμ. Γιάννης Παπακώστας, ΣΩΒ 2001) γράφει για τα δέντρα στους τάφους των ποιητών: «Σύντροφοι των ποιητών πιστοί τα δέντρα: στου Μυσσέ τον τάφο μια ιτιά, στου Ρούπερτ Μπρουκ μια ελιά, στου Βιζυηνού ένα πεύκο. Πονετικότερο το Πεύκο: με την καλοκαιρινή λαύρα, της ρετσίνας οι στάλες πέφτουν σα δάκρυα από τους απόγυρτους κλώνους του στην επιτάφια πλάκα» (σελ.170) και αλλού: «Εκείνο όμως που έριξε στα βάθη της καρδιάς μου τον πρώτο σπόρο για το άγνωστο νησί, ήτον ο θάνατος του Άγγλου Ρούπερτ Μπρουκ στα Σκυριανά νερά, κ' η ταφή του σ' ένα έρημο Σκυριανό ακρογιάλι. Κάτι επίμονο μ' έκραζε να πάω εκεί. Κ' ένας ξενιτεμένος φίλος μου [...] μ' αποκρίθηκε: ''θα πας, μα βέβαια θα πας. Μπορεί κανείς ν' αντισταθή στην έλξη των ζωντανών, όχι όμως των νεκρών''» (σσ.260-261) και είναι πολλοί οι ποιητές που βρήκαν τάφο σε ξένη γη. Ο Κητς και ο Σέλλεϋ στη Ρώμη, η Ελισάβετ Μπράουνιγκ στη Φλωρεντία και, βέβαια, ο δικός μας Ανδρέας Κάλβος στο Λάουθ της Αγγλίας (τα οστά του Κάλβου το 1960 ήρθαν στην Ελλάδα και πήραν τη θέση τους πλάι στου Σολωμού, στη Ζάκυνθο). Στη συνέχεια, ο Δροσίνης επισκέπτεται έπειτα από κοπιαστική πορεία τον τάφο: «Με τα πολλά άσπρισε κάτι ανάμεσα στα κρεμαστά γαλαζοπράσινα κλωνάρια μιας ελιάς: ήτον το λαμπερό μάρμαρο του τάφου». Ο Δροσίνης είχε στον νου την εικόνα του τάφου από μια ακουαρέλα που του είχε χαρίσει ο αρχαιολόγος Χέρτλεϋ, ο οποίος είχε περάσει έναν μήνα «κάτω από σκηνή για να φέρει σε τέλος την επιθυμία της μητέρας του Μπρουκ που δε θέλησε να μετακινήση το νεκρό παιδί της από κει που θάφτηκε,

καθώς το είχε ποθήση στα τραγούδια του :
σ' ένα νησί των Μύθων...» («Ο στρατιώτης ποιητής»)

Οι στίχοι αυτοί είναι οι εναρκτήριοι ενός ποιήματος του Αιμίλιου Βεράρεν, σε μετάφραση Δροσίνη (Ποίηση, 2ος τόμ., σελ.313, επιμ. Γ. Παπακώστας). Ο Δροσίνης κοιτάζοντας τον τάφο παρατηρεί: «Ας αρνηθή λοιπόν κανένας της Μοίρας τα γραμμένα, καθώς τα λέει ο λαός. Ένα ευγενικό παλικάρι ήσυχο κ' αμέριμνο, ένα γλυκόφωνο τραγουδιστή τον αρπάζει μια μέρα ο σίφουνας του πολέμου από τη βορεινή πατρίδα του και τον πετά στην Ανατολή, για να πεθάνη μέσα σ' ένα καράβι αραγμένο ίσα ίσα μπροστά σ' ένα ποθητό του Ν η σ ί τ ω ν Μ ύ θ ω ν» (σσ.282-283).

Ο Δροσίνης επανέρχεται στο θέμα Μπρουκ μέσα από ένα γράμμα που του απευθύνει ο Κωστής Παλαμάς από την Αιδηψό: «Σε φανταζόμουνα όλο αυτό το διάστημα στη Σκύρο, να θυμάσαι το Φιλοκτήτη, να κάνης σπουδές στον τάφο του Μπρουκ» (Σκόρπια φύλλα της ζωής μου, 8ος τόμ., σελ.73). Επίσης, περιγράφοντας ένα σκυριανό δωμάτιο κάνει λόγο για την ακουαρέλα του τάφου του Ρούπερτ Μπρουκ στη Σκύρο, φιλοτεχνημένη από τον Άγγλο αρχαιολόγο Χέρτλεϋ (σελ.145). Μια ακόμη, και η σημαντικότερη αναφορά, είναι αυτή που γίνεται με αφορμή το δωμάτιο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Γράφει ο Δροσίνης για τις τελευταίες στιγμές του Σκιαθίτη λογοτέχνη: «Σ' ένα σανιδένιο τραπεζάκι [...] τα δράματα του Σαίξπηρ». Ο Παπαδιαμάντης ζήτησε από την αδελφή του να του τα φέρει για να διαβάσει, αλλά δεν μπόρεσε. Και συνεχίζει: «Έτσι χωρίς να το θέλη, ο Παπαδιαμάντης ξεπλήρωνε το χρέος μας στο Σέλλεϋ και στο Ρούπερτ Μπρουκ: για τη λατρεία και των δυο προς την ελληνική ποίηση. Στην τσέπη του Σέλλεϋ, όταν τον ξέβρασε πνιγμένον η θάλασσα, βρήκαν το Σοφοκλή, και στου Μπρουκ το νεκρικό προσκέφαλο τον Αριστοφάνη» (σελ.230).

«The soldier»

If I should die, think only this of me:
That there's some corner of a foreign field
That is for ever England. There shall be
In that rich earth a richer dust concealed;
A dust whom England bore, shaped, made aware,
Gave, once, her flowers to love, her ways to roam,
A body of England's, breathing English air,
Washed by the rivers, blest by suns of home.
And think, this heart, all evil shed away,
A pulse in the eternal mind, no less
Gives somewhere back the thoughts by England given;
Her sights and sounds; dreams happy as her day;
And laughter, learnt of friends; and gentleness,
In hearts at peace, under an English heaven.

Η ζωή του ωραίου ποιητή που τόσα άδικα χάθηκε έγινε ταινία και τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν και τραγουδήθηκαν από τους Pink Floyd. Τον έθαψαν στη θέση Τρεις Μπούκες των νοτιοανατολικών παραλίων του ήρεμου ελληνικού νησιού. Στον λιτό τάφο τοποθετήθηκε ένας σταυρός και η επιγραφή: «Εδώ βρίσκεται ο υπηρέτης του Θεού, Υπολοχαγός του Βρετανικού Ναυτικού, ο οποίος απέθανε για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους». Ένας φίλος του έγραψε πως ξεκουράζεται «σε μία από τις πιο όμορφες τοποθεσίες, με σταχτοπράσινες ελιές γύρω του και με μία που μοιάζει σαν να κλαίει από πάνω του». Αργότερα, η μητέρα και οι φίλοι του ποιητή, με την έγκριση του αγγλικού Κοινοβουλίου και με ελληνοβρετανικό έρανο, φρόντισαν για τη δημιουργία τύμβου στο σημείο της ταφής του, στα αποκαλυπτήρια του οποίου παραβρέθηκε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στις 5 Απριλίου 1931. Μια πλατεία της Χώρας, κοντά στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας, πήρε το όνομά του, Πλατεία Μπρουκ, και εκεί στήθηκε ανδριάντας που φιλοτεχνήθηκε από τον Μ. Τόμπρο. Μοντέλο του ήταν ο ωραίος νέος χορευτής Αλέξανδρος Ιόλας.

Στη σύντομη ζωή του, ο Μπρουκ υπήρξε ο ρομαντικός, αγνός, ιδεαλιστής, ο πατριώτης ποιητής που περιγράφει στα ποιήματά του.

Ο διάσημος Αμερικανός συγγραφέας και φίλος του, Χένρυ Τζέημς, είχε πει για τον ωραίο νέο ποιητή: «Έκανε δική του ολόκληρη την ποιητική συναίσθηση με την οποία ήταν γεννημένος, και περιπλανιόταν μέσα της σαν γυμνός νεαρός κολυμβητής [...] ο Ρούπερτ μας εξέφραζε όλους». Ο Γουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, που επίσης ήταν φίλος του, έλεγε πως «είναι ο πιο ελκυστικός άντρας στην Αγγλία και φοράει τα ωραιότερα πουκάμισα» (μτφρ. Χάρης Βλαβιανός). Οι δυο πρώτοι στίχοι του ποιήματος «Ο στρατιώτης», Αν ήθελα πεθάνει αυτό για μένα σκέψου μόνο:/ πως κάπου υπάρχει μια γωνιά σένα χωράφι ξένο/ πούναι για πάντ' Αγγλία, τονίζουν τον ιδεαλισμό και τη φιλοπατρία του.

Η μετάφραση του ποιήματος «Ο στρατιώτης» από τον Γλαύκο Αλιθέρση έχει ως εξής:

Αν ήθελα πεθάνει αυτό για μένα σκέψου μόνο:
πως κάπου υπάρχει μια γωνιά σένα χωράφι ξένο
πούναι για πάντ' Αγγλία. Εκεί θα βρίσκεται μια σκόνη
κρυμένη, πλουσιώτερη κι από τη γη την πλούσια·
σκόνη που γέννησε η Αγγλία, διάπλασε και μόρφωσε,
κι άνθη έδωσέ της ν' αγαπά και δρόμους να πηγαίνη,
ένα κορμί Αγγλικό, Αγγλικό αναπνέοντας αγέρα
λουσμένο, ευλογημένο από τους ήλιους της πατρίδας.
Και σκέψου πως αυτή η καρδιά, που οι κακίες της σκόρπισαν,
μες την αιώνια διάνοιαν ένας παλμός τις σκέψες
που απ' την Αγγλία της δόθηκαν τις έχει ανταποδώσει·
θεάματα, στόνους· κι όνειρα ευτυχή σαν τη μέρα της·
το, που απ' τους φίλους έμαθε γέλοιο· και την ευγένεια,
πώχουν οι ειρηνικές καρδιές στον Αγγλικό ουρανό μας.

Η μοίρα του Άγγλου ποιητή συγκίνησε τους Έλληνες λογοτέχνες, των οποίων ο αριθμός είναι πολύ μεγάλος και έπαινος ύψιστος.

Το ποίημα του Χάινε που ακολουθεί μοιάζει να απαντά στον «Στρατιώτη» του Μπρουκ:

«Πού;»

Πού θα 'ναι ο τόπος της τελικής μου
απ' τις περιπλανήσεις της ανάπαυσης;
Κάτω από φοίνικες στο Νότο;
Δίπλα στο Ρήνο οι φλαμουριές;

Θα 'ναι εκεί που σε μιαν έρημο
ξένο θα με σκεπάσει χέρι;
Ή στην ακτή μιας θάλασσας
θ' αναπαυθώ την άμμο;

Όπως και να 'ναι, κι εκεί κι εδώ
του Θεού θα μ' αγκαλιάζει ο ουρανός,
και, σαν καντήλια νεκρικά, θα κρέμονται
ολονυχτίς επάνω μου τ' αστέρια.
(μτφρ. Αντώνης Η. Σακελλαρίου)

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER