A+ A A-

«Μεταφράζοντας Αραγκόν το 1952-1953» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

«Μεταφράζοντας Αραγκόν το 1952-1953» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου
Η συλλογή διηγημάτων Σκλαβιά και μεγαλείο του Λουί Αραγκόν, στη μετάφραση του Κοσμά Πολίτη, κυκλοφόρησε πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1953, από τις Εκδόσεις Σύγχρονα Βιβλία, και δεύτερη φορά το 1988, μετά τον θάνατο του μεταφραστή, από τις Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος (συμπληρωμένη με ένα μάλλον εκτενές Βιογραφικό Σημείωμα για τον Γάλλο συγγραφέα, για το οποίο δεν αναφέρεται μεταφραστής)· έκτοτε κυκλοφορεί μέχρι σήμερα. Το γεγονός ότι ο Κοσμάς Πολίτης μεταφράζει έναν κομμουνιστή συγγραφέα το 1953 δεν είναι, μάλλον, τυχαίο, καθώς, μόλις το 1951 είχε κατέβει ο ίδιος ως υποψήφιος βουλευτής της ΕΔΑ (αργότερα, δε, κάτι αντίστοιχο δεν θα ήταν εξίσου πιθανό, δεδομένου ότι ο συγγραφέας διέκοψε πιθανότατα τους δεσμούς του τόσο με το ΚΚΕ όσο και με την ΕΔΑ), παρόλο που, όπως είναι γνωστό (και ισχύει, εξάλλου, έως έναν βαθμό γενικότερα), δεν επέλεγε ο ίδιος τα προς μετάφραση κείμενα, αλλά κατά κανόνα δεχόταν ό,τι του ανέθεταν· κάποιον ρόλο, πάντως, είναι πιθανόν να έπαιξε και η ιδεολογική σύμπλευσή του τότε με τον Αραγκόν. (Τα παραπάνω, ωστόσο, καθόλου δεν εξασφάλιζαν, όπως θα δούμε, και την «ακεραιότητα» του πρωτότυπου κειμένου.)

Η σχέση του Λουί Αραγκόν με τη σύγχρονή του τότε ελληνική πνευματική ζωή, κυρίως, δε, με την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου (και πολύ αργότερα και με τον ίδιο τον ποιητή), είναι ασφαλώς γνωστή, ενώ, από την ελληνική πλευρά, γενικότερα η γενιά του ’30, ιδιαίτερα, δε, ο Οδυσσέας Ελύτης και οι υπερρεαλιστές Ανδρέας Εμπειρίκος και Νίκος Εγγονόπουλος γνώριζαν, βέβαια, ήδη, πολύ καλά και διαλέγονταν με το έργο τόσο του Λουί Αραγκόν όσο και των Πολ Ελιάρ και Αντρέ Μπρετόν, των θεμελιωτών, δηλαδή, του Υπερρεαλιστικού κινήματος. Από ένα σημείο και μετά, ωστόσο, ο Αραγκόν, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας ήδη από το 1927, διαχώρισε τη θέση του (όπως και ο Πολ Ελιάρ), αποφασίζοντας να υιοθετήσει ως «γνώμονα της τέχνης του», ποιητικής και πεζογραφικής, τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό» (Σπανός 1987: 11), ο οποίος, βεβαίως, «πόρρω απέχει από τα προτάγματα του υπερρεαλισμού» (Δημητρούλια 2013: 3), χωρίς αυτό να σημαίνει και ότι υποτάχθηκε στις σοβιετικές κατευθυντήριες γραμμές. Παρασημοφορημένος, επιπλέον, ήδη, με τον Πολεμικό Σταυρό του Μετώπου κατά τον Α′ Παγκόσμιο Πόλεμο και μαχόμενος δίπλα στον Αντρέ Μαλρό ενάντια στον φασισμό, μέσα από τον Διεθνή Σύνδεσμο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού, ο Αραγκόν επιστρατεύεται, το 1940, ύστερα και από δικό του αίτημα (στην ηλικία των 43 ετών), και πολεμά στη Φλάνδρα. «Μετά την ανακωχή του 1940 ετοιμάζει με άλλους συγγραφείς την Αντίσταση. Στη Νότια Γαλλία, μετά στη Λυών, οργανώνεται σε παράνομα δίκτυα», ενώ «με ψευδώνυμο ή και επώνυμα γράφει ακατάπαυστα» (Σπανός 1987: 8-9, 11).

 

Εμφανίσεις: 1633

Περισσότερα...

«Ο Τζον Στάινμπεκ ως πολιτικός συγγραφέας» του Φίλιππου Φιλίππου

«Ο Τζον Στάινμπεκ ως πολιτικός συγγραφέας» του Φίλιππου Φιλίππου
Η έκδοση του μυθιστορήματος του Τζον Στάινμπεκ Τα λιβάδια του ουρανού σε καινούργια μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος (από τον ίδιο οίκο έχουν κυκλοφορήσει τα δύο εμβληματικά βιβλία του, Τα σταφύλια της οργής και Άνθρωποι και ποντίκια), μας ωθεί να θυμηθούμε τον σπουδαίο Αμερικανό συγγραφέα. Πριν από δεκαετίες, αγαπήθηκε από το παγκόσμιο κοινό χάρη στα βιβλία του, τα σενάριά του που έγιναν αξιομνημόνευτες ταινίες και τις ιστορίες του που διασκευάστηκαν και παίχτηκαν επί σκηνής.

Ο Στάινμπεκ γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1902 στο Σαλίνας της Καλιφόρνιας. Το 1925 διέκοψε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο για να εργαστεί ως οικοδόμος και ως δημοσιογράφος. Ήδη, είχε δουλέψει ως αγρότης, στη συγκομιδή μήλων, εργάτης, τυπογράφος, σερβιτόρος και πωλητής σε καταστήματα. Το μεγάλο κραχ στη Γουόλ Στριτ το 1929 και η οικονομική κρίση που ακολούθησε, οδηγώντας εκατομμύρια Αμερικανούς στη φτώχεια και την ανέχεια, ταλάνισε και τον Στάινμπεκ, ο οποίος είχε προβλήματα επιβίωσης. Το 1929 εκδόθηκε το πρώτο μυθιστόρημά του, το Χρυσό κύπελλο, και το 1932 το δεύτερο, Τα λιβάδια του ουρανού, τα οποία δεν του απέφεραν ούτε δόξα ούτε χρήματα. Η πρώτη επιτυχία του ήρθε το 1935 με το βιβλίο Τορτίγια φλατ. Ακολούθησαν τα Άνθρωποι και ποντίκια το 1937 και Τα σταφύλια της οργής το 1939. Αυτό το τελευταίο τού χάρισε το βραβείο Πούλιτζερ κι έγινε ταινία που του άνοιξε καινούργιους συγγραφικούς δρόμους.

 

Εμφανίσεις: 1862

Περισσότερα...

«Ως την τελευταία φλοίδα του κρεμμυδιού – για τον Γκίντερ Γκρας» του Μιχάλη Μακρόπουλου

«Ως την τελευταία φλοίδα του κρεμμυδιού – για τον Γκίντερ Γκρας» του Μιχάλη Μακρόπουλου
«Η ενοχή όμως, τόσο η αποδεδειγμένη όσο και η καλυμμένη ή ακόμη και η υποτιθέμενη, μένει. Σε τύπτει συνεχώς, ακόμη και όταν ταξιδεύεις στο πουθενά, αυτή είναι ήδη εκεί και δεν το κουνάει από τη θέση της... Καθώς το κρεμμύδι φυραίνει φλούδα μετά τη φλούδα, τη βλέπεις ανεξίτηλη στις νεαρότερες φλούδες: πότε με κεφαλαία, πότε ως δευτερεύουσα πρόταση ή υποσημείωση, πότε ευανάγνωστη, έπειτα πάλι με ιερογλυφικά που η αποκρυπτογράφησή τους είναι δύσκολη, εάν όχι αδύνατη. Όσον αφορά εμένα, ευανάγνωστη προβάλλει η επιγραφή: Σιώπησα. Επειδή όμως σιώπησαν τόσο πολλοί, παραμένει μεγάλος ο πειρασμός να αγνοήσω εντελώς τη δική μου αφλογιστία, να καταθέσω αντ' αυτού αγωγή εναντίον της γενικής ενοχής ή να μιλήσω για μένα μεταφορικά στο τρίτο πρόσωπο: ήταν, είδε, έκανε, είπε, σιώπησε...»

Με δύο συγγραφείς έχει πιο πολύ συνδεθεί ο μεταπολεμικός γερμανικός λόγος γιατί δεν σιώπησαν: με τον Χάινριχ Μπελ και τον Γκίντερ Γκρας (ήταν μέλη, και οι δύο, της περίφημης λογοτεχνικής ομάδας Gruppe 47, μαζί με την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, τον Μάρτιν Βάλσερ, τον Ζίγκφριντ Λεντς, κ.ά.π.). Ο πρώτος έφερε τα τραύματα του πολέμου στο κορμί του το ίδιο (λαβώθηκε τέσσερις φορές ως στρατιώτης της Βέρμαχτ) και τούτη η άμεση βίωση της φρίκης, η σωματική, τον έκανε ίσως να 'ναι στον λόγο του πιο λεπτός και υπαινιχτικός, να γράψει σύνθετα ψυχογραφήματα.

 

Εμφανίσεις: 1629

Περισσότερα...

«Για τον ποιητή Ρούπερτ Μπρουκ» της Ανθούλας Δανιήλ

brooke
Πέρασαν εκατό χρόνια από τον άδοξο θάνατο του ωραίου, νέου ποιητή Ρούπερτ Μπρουκ (1887-1915), ανθυποπλοίαρχου του Αγγλικού Στόλου. Δεν κινδύνευσε από τα εχθρικά πυρά και δεν σκοτώθηκε σε ναυμαχία, αλλά πέθανε από σηψαιμία στις 23 Απριλίου 1915, ύστερα από τσίμπημα μολυσμένου κουνουπιού. Στα 28 του χρόνια άφησε την τελευταία του πνοή στο γαλλικό πλωτό νοσοκομείο που είχε ξεκινήσει για να συμμετάσχει στην εκστρατεία των Δαρδανελίων. Η στρατιωτική μοίρα του Μπρουκ είχε φθάσει λίγες μέρες νωρίτερα στην περιοχή της Σκύρου. Εκεί έκανε γυμνάσια και εκεί οι στρατιώτες κατέβαιναν και χαίρονταν τις ομορφιές της φύσης. Ωστόσο, η μοίρα φθόνησε τον ωραίο ποιητή. Οξύμωρο σχήμα συνιστά το ελάχιστο μέγεθος του «θύτη» σε σχέση με το μέγεθος του θύματος. Η μητέρα του Μπρουκ θα μπορούσε να έχει πει στον θρήνο της «με ένα τόσο δα μικρό κουνουπάκι», όπως η Κατίνα Παξινού στην ανάλογη περίπτωση (Ματωμένος γάμος) είχε πει για τον δικό της γιο το συγκλονιστικό εκείνο: «με ένα τόσο δα μικρό μαχαιράκι». Το τόσο μικρό, τόσο δραστικά μεγάλο για το απόλυτο κακό.

Φαίνεται πως ο θάνατος του νεαρού Άγγλου ποιητή συγκίνησε πάρα πολύ τους Έλληνες λογοτέχνες, οι οποίοι τον μνημονεύουν συχνά στα γραπτά τους. Ο Γεώργιος Δροσίνης (Σκόρπια φύλλα της ζωής μου, 7ος τόμ., επιμ. Γιάννης Παπακώστας, ΣΩΒ 2001) γράφει για τα δέντρα στους τάφους των ποιητών: «Σύντροφοι των ποιητών πιστοί τα δέντρα: στου Μυσσέ τον τάφο μια ιτιά, στου Ρούπερτ Μπρουκ μια ελιά, στου Βιζυηνού ένα πεύκο. Πονετικότερο το Πεύκο: με την καλοκαιρινή λαύρα, της ρετσίνας οι στάλες πέφτουν σα δάκρυα από τους απόγυρτους κλώνους του στην επιτάφια πλάκα» (σελ.170) και αλλού: «Εκείνο όμως που έριξε στα βάθη της καρδιάς μου τον πρώτο σπόρο για το άγνωστο νησί, ήτον ο θάνατος του Άγγλου Ρούπερτ Μπρουκ στα Σκυριανά νερά, κ' η ταφή του σ' ένα έρημο Σκυριανό ακρογιάλι. Κάτι επίμονο μ' έκραζε να πάω εκεί. Κ' ένας ξενιτεμένος φίλος μου [...] μ' αποκρίθηκε: ''θα πας, μα βέβαια θα πας. Μπορεί κανείς ν' αντισταθή στην έλξη των ζωντανών, όχι όμως των νεκρών''» (σσ.260-261) και είναι πολλοί οι ποιητές που βρήκαν τάφο σε ξένη γη. Ο Κητς και ο Σέλλεϋ στη Ρώμη, η Ελισάβετ Μπράουνιγκ στη Φλωρεντία και, βέβαια, ο δικός μας Ανδρέας Κάλβος στο Λάουθ της Αγγλίας (τα οστά του Κάλβου το 1960 ήρθαν στην Ελλάδα και πήραν τη θέση τους πλάι στου Σολωμού, στη Ζάκυνθο). Στη συνέχεια, ο Δροσίνης επισκέπτεται έπειτα από κοπιαστική πορεία τον τάφο: «Με τα πολλά άσπρισε κάτι ανάμεσα στα κρεμαστά γαλαζοπράσινα κλωνάρια μιας ελιάς: ήτον το λαμπερό μάρμαρο του τάφου». Ο Δροσίνης είχε στον νου την εικόνα του τάφου από μια ακουαρέλα που του είχε χαρίσει ο αρχαιολόγος Χέρτλεϋ, ο οποίος είχε περάσει έναν μήνα «κάτω από σκηνή για να φέρει σε τέλος την επιθυμία της μητέρας του Μπρουκ που δε θέλησε να μετακινήση το νεκρό παιδί της από κει που θάφτηκε,

καθώς το είχε ποθήση στα τραγούδια του :
σ' ένα νησί των Μύθων...» («Ο στρατιώτης ποιητής»)

 

Εμφανίσεις: 1792

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr