A+ A A-

«Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου: τα διηγήματα μιας φεμινίστριας στον 21ο αιώνα» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

«Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου: τα διηγήματα μιας φεμινίστριας στον 21ο αιώνα» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου
«[…] τον άνθρωπο, που […] και ζει και πορεύεται, δίχως να ρωτήσει πού και πώς και γιατί: παρά σέρνει το σταυρό του, όταν η μοίρα τού τον χρωστά· δίχως καμμιάν αξίωση μαρτυρίου· ή ποτίζει την καθημερινή του τη ζωή, σ’ όλα της τα φτωχά και κοινά καθέκαστα, με την ποίηση και τη δροσιά που βγαίνει απ’ την ψυχή του.»

«Αξιόλογη και πολυγραφότατη Ζακυνθινή λογία, με πολύπλευρη πνευματική δράση και αναγνώριση πανελλήνια, η Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου (1900-1962) στάθηκε σταθερά και ασταμάτητα –σε όλη τη 45χρονη συγγραφική της πορεία και προσφορά– κοντά στον ανόθευτο και σύνθετο (μες στην απλότητά του) “κόσμο” του λαού, μη στρέφοντας μόνο την πένα της σε υψηλά και μεγάλα πνεύματα ή γεννήματα Πνοής του νησιού (και της χώρας της) ούτε αποστρέφοντας απαξιωτικά τα “μάτια του νου και της ψυχής” από πρόσωπα και πράγματα της καθημερινής ζωής, στην πόλη και στην ύπαιθρο.

»Παρά την αριστοκρατική της καταγωγή, παρά τις βαθύτερες καταβολές, τις διδαχές και τις επιταγές ενός άλλου αυστηρότερου “κόσμου”, διαμορφωμένου μέσ’ από ποικίλες και πολύπλοκες ιστορικές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, για να επιβάλει και να διαφυλάξει τη δική του διαφορετικότητα και “φύση”, η Μ. Γιαννοπούλου-Μινώτου –πρωτοπόρα και τολμηρή φεμινίστρια, σ’ εποχή ανδροκρατίας ή περιορισμών και διεκδικήσεων– δεν περιφρόνησε τον αδικημένο (μα, τελικά, δικαιωμένο) ποπολάρο, δεν αδιαφόρησε για τη “μοίρα” του εξαρτημένου από την κάθε λογής εξουσία πολύμοχθου βιοπαλαιστή, δεν διέγραψε από τα ενδιαφέροντα και τις επιλογές της τα απλά μα εκφραστικά και πολύσημα δημιουργήματα του λαϊκού μας πνευματικού πολιτισμού.

 

Εμφανίσεις: 1658

Περισσότερα...

«Μάνος Χατζιδάκις και Νίκος Κούνδουρος, μια μεγάλη φιλία» του Φίλιππου Φιλίππου

«Μάνος Χατζιδάκις και Νίκος Κούνδουρος, μια μεγάλη φιλία» του Φίλιππου Φιλίππου
Στην κηδεία του Μάνου Χατζιδάκι, που έγινε στις 16 Ιουνίου 1994 στο νεκροταφείο της Παιανίας, παραβρέθηκαν, μεταξύ άλλων, και μερικοί φίλοι του από την περίοδο της Κατοχής και της Απελευθέρωσης: ο Νίκος Κούνδουρος, ο Μάριος Πλωρίτης, ο Νίκος Μαμαγκάκης, η Άννα Συνοδινού. Αυτός κι ο Κούνδουρος, ο πιο αγαπημένος ανάμεσα στους αγαπημένους του, γνωρίστηκαν το 1944. Είκοσι μέρες προτού πεθάνει, τον κάλεσε για δείπνο μαζί με τον Νίκο Μαμαγκάκη. Ήταν αδύνατος και καταβεβλημένος. Οι τρεις τους μίλησαν για μουσική και για τέχνη, αλλά ίσως αναφέρθηκαν και στον θάνατο, την κοινή μοίρα των ανθρώπων.

O Νίκος Κούνδουρος έχει αναφερθεί συχνά στον Μάνο Χατζιδάκι· τα λόγια του έχουν αποτυπωθεί σε βιβλία και σε εφημερίδες. Η φιλία τους ήταν γερή κι ακλόνητη. «Θυμάμαι τη ζωή μου με τον Μάνο Χατζιδάκι και γεμίζει μουσικές το μυαλό μου», γράφει σε με «επιστολή» του, δημοσιευμένη στο βιβλίο Ανοιχτές επιστολές στον Μάνο Χατζιδάκι. Και συνεχίζει: «Αχόρταγος ο ίδιος, ακτινοβολούσε εκείνη τη λαιμαργία για τη ζωή που ήτανε κολλητική και για τους άλλους, τους πιο συμμαζεμένους. Άνοιγε δρόμο σε χώρους απάτητους, κι όπως όλα ήταν καινούργια τότε, εμείς χαζεύαμε μαζί του, κι αυτός μας έσερνε να μας δείξει το κουτούκι όπου κάποιος Μάρκος έπαιζε μπουζούκι ή το πιο μικρό σκοτεινό θεατράκι της πλατείας Καρύτση, όπου ο “Κάρολος” θ’ ανέβαζε κάποιον Ο’ Νηλ, κάποιον Τένεσση Ουίλλιαμς, κάποιον Λόρκα. Πρωτοπήγαμε και στην Επίδαυρο μαζί του, και στους Δελφούς. Ανακαλύψαμε και τον Αριστοφάνη και τον Καραγκιόζη. Κάθε μέρα ήταν πανηγύρι, καθώς μοιάζανε ατέλειωτα τα θαύματα του κόσμου που φτάνανε σιγά σιγά ως τη ματωμένη από τον Εμφύλιο πατρίδα, τη βουβαμένη απ’ την τρομάρα που οι νικητές σκορπάγανε γύρω τους. Κι εμείς ακούγαμε μουσικές και διαβάσματα και κουβέντες ατέλειωτες στην τρομοκρατία του χωροφύλακα και του λογοκριτή, και στήναμε με πείσμα και με πονηριές το δικό μας καινούργιο κόσμο κάτω από το αιμοβόρο βλέμμα του Κράτους. Λέω “εμείς”, γιατί τότε ο Χατζιδάκις ήταν ΕΑΜίτης».

 

Εμφανίσεις: 2396

Περισσότερα...

«Η Μοίρα και η Τύχη στον αρχαιοελληνικό κόσμο» της Ελένης Λαδιά

«Η Μοίρα και η Τύχη στον αρχαιοελληνικό κόσμο» της Ελένης Λαδιά
Στην μνήμη της μητέρας μου, Ευδοξίας Λαδιά
 

Στον Όμηρο, η Μοίρα είναι παντοδύναμη, απρόσωπη και ανώνυμη. Μπροστά της θεοί και θνητοί λυγίζουν. «Μοίρα μ’εδάμασσε» γράφεται και στο ορφικό έλασμα από τους Θουρίους της Ιταλίας, που αναφέρεται στον νεκρό μύστη.

Η φοβερή και αναπότρεπτη έννοια της Μοίρας (μείρομαι = παίρνω το μέρος που μου ανήκει, Ειμαρμένη = αυτή που έχει μοιραστεί) φανερώνεται στην Π ραψωδία της Ιλιάδος, στα Πατρόκλεια, με τον θάνατο του Σαρπηδόνος, του βασιλέως της Λυκίας και γιου του Διός. Ο ήρωας υπήρξε το αγαπημένο τέκνο του Διός, το οποίο προξένησε στον πατέρα του «βαρύαν οδύνην», όπως αναφέρει ο Καβάφης στο ποίημά του με τον τίτλο «Η κηδεία του Σαρπηδόνος», ποίημα που μοιάζει σαν μετάφραση από την Ιλιάδα. Αυτός ο θάνατος υποδηλώνει την ομηρική αντίληψη για την πανίσχυρη Μοίρα, διότι ο Ζευς, μολονότι ήταν ο πρώτος θεός και λαχταρούσε να σώσει τον γιο του, δεν το μπόρεσε, γιατί είχε φθάσει πλέον «το αίσιμον ήμαρ», η μοιραία ημέρα. Στην κύλικα[1] του Βρετανικού Μουσείου (510 π.Χ.), που υπογράφει ο αγγειοπλάστης Παμφαίος και που πιθανόν ζωγραφίστηκε από τον ζωγράφο του Νικοσθένους, απεικονίζεται νεκρός πολεμιστής, του οποίου το σώμα μεταφέρουν οι φτερωτοί δαίμονες και δίδυμα αδέλφια, ο Ύπνος και ο Θάνατος. Γυμνό το σώμα του νεκρού Σαρπηδόνος με διαγραφόμενα τα εντόσθια και τα γεννητικά όργανα, μεταφέρεται τρυφερά από τον Ύπνο και τον Θάνατο, οι οποίοι με τα τεράστια φτερά και τις περικεφαλαίες τους μοιάζουν με αρχαγγέλους ή στρατιωτικούς αγίους.

 

Εμφανίσεις: 2534

Περισσότερα...

«Μεταφράζοντας Αραγκόν το 1952-1953» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

«Μεταφράζοντας Αραγκόν το 1952-1953» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου
Η συλλογή διηγημάτων Σκλαβιά και μεγαλείο του Λουί Αραγκόν, στη μετάφραση του Κοσμά Πολίτη, κυκλοφόρησε πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1953, από τις Εκδόσεις Σύγχρονα Βιβλία, και δεύτερη φορά το 1988, μετά τον θάνατο του μεταφραστή, από τις Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος (συμπληρωμένη με ένα μάλλον εκτενές Βιογραφικό Σημείωμα για τον Γάλλο συγγραφέα, για το οποίο δεν αναφέρεται μεταφραστής)· έκτοτε κυκλοφορεί μέχρι σήμερα. Το γεγονός ότι ο Κοσμάς Πολίτης μεταφράζει έναν κομμουνιστή συγγραφέα το 1953 δεν είναι, μάλλον, τυχαίο, καθώς, μόλις το 1951 είχε κατέβει ο ίδιος ως υποψήφιος βουλευτής της ΕΔΑ (αργότερα, δε, κάτι αντίστοιχο δεν θα ήταν εξίσου πιθανό, δεδομένου ότι ο συγγραφέας διέκοψε πιθανότατα τους δεσμούς του τόσο με το ΚΚΕ όσο και με την ΕΔΑ), παρόλο που, όπως είναι γνωστό (και ισχύει, εξάλλου, έως έναν βαθμό γενικότερα), δεν επέλεγε ο ίδιος τα προς μετάφραση κείμενα, αλλά κατά κανόνα δεχόταν ό,τι του ανέθεταν· κάποιον ρόλο, πάντως, είναι πιθανόν να έπαιξε και η ιδεολογική σύμπλευσή του τότε με τον Αραγκόν. (Τα παραπάνω, ωστόσο, καθόλου δεν εξασφάλιζαν, όπως θα δούμε, και την «ακεραιότητα» του πρωτότυπου κειμένου.)

Η σχέση του Λουί Αραγκόν με τη σύγχρονή του τότε ελληνική πνευματική ζωή, κυρίως, δε, με την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου (και πολύ αργότερα και με τον ίδιο τον ποιητή), είναι ασφαλώς γνωστή, ενώ, από την ελληνική πλευρά, γενικότερα η γενιά του ’30, ιδιαίτερα, δε, ο Οδυσσέας Ελύτης και οι υπερρεαλιστές Ανδρέας Εμπειρίκος και Νίκος Εγγονόπουλος γνώριζαν, βέβαια, ήδη, πολύ καλά και διαλέγονταν με το έργο τόσο του Λουί Αραγκόν όσο και των Πολ Ελιάρ και Αντρέ Μπρετόν, των θεμελιωτών, δηλαδή, του Υπερρεαλιστικού κινήματος. Από ένα σημείο και μετά, ωστόσο, ο Αραγκόν, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας ήδη από το 1927, διαχώρισε τη θέση του (όπως και ο Πολ Ελιάρ), αποφασίζοντας να υιοθετήσει ως «γνώμονα της τέχνης του», ποιητικής και πεζογραφικής, τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό» (Σπανός 1987: 11), ο οποίος, βεβαίως, «πόρρω απέχει από τα προτάγματα του υπερρεαλισμού» (Δημητρούλια 2013: 3), χωρίς αυτό να σημαίνει και ότι υποτάχθηκε στις σοβιετικές κατευθυντήριες γραμμές. Παρασημοφορημένος, επιπλέον, ήδη, με τον Πολεμικό Σταυρό του Μετώπου κατά τον Α′ Παγκόσμιο Πόλεμο και μαχόμενος δίπλα στον Αντρέ Μαλρό ενάντια στον φασισμό, μέσα από τον Διεθνή Σύνδεσμο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση του Πολιτισμού, ο Αραγκόν επιστρατεύεται, το 1940, ύστερα και από δικό του αίτημα (στην ηλικία των 43 ετών), και πολεμά στη Φλάνδρα. «Μετά την ανακωχή του 1940 ετοιμάζει με άλλους συγγραφείς την Αντίσταση. Στη Νότια Γαλλία, μετά στη Λυών, οργανώνεται σε παράνομα δίκτυα», ενώ «με ψευδώνυμο ή και επώνυμα γράφει ακατάπαυστα» (Σπανός 1987: 8-9, 11).

 

Εμφανίσεις: 1668

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr