«Γιάννης Μαρής, ο εισηγητής του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα» του Φίλιππου Φιλίππου

«Γιάννης Μαρής, ο εισηγητής του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα» του Φίλιππου Φιλίππου

Εκδόθηκε πρόσφατα το βιβλίο 18 κείμενα για τον Γιάννη Μαρή (εκδόσεις Πατάκη), φόρος τιμής στον σπουδαίο συγγραφέα, για την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννησή του. Σε αυτό γράφουν πρωτότυπα κείμενα συγγραφείς, λογοτέχνες και δημοσιογράφοι (επίσης και ο γιος του Άγγελος Τσιριμώκος). Ο Μαρής είναι ο εισηγητής του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα. Γόνος γνωστής οικογένειας της Φθιώτιδας, πολιτικών και λογοτεχνών, γεννήθηκε το 1916 στη Σκόπελο ως Γιάννης Τσιριμώκος. Ο πατέρας του ήταν δικαστικός. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Λαμία, όπου μεγάλωσε σε βενιζελικό περιβάλλον. Ο ίδιος γοητεύτηκε από νωρίς από τις μαρξιστικές ιδέες και ως φοιτητής της Νομικής στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης ηγήθηκε των αριστερών φοιτητών.

Στη διάρκεια της Κατοχής συναντήθηκε με τον εξάδελφό του Ηλία Τσιριμώκο, ηγέτη της ΕΛΔ (Ένωσις Λαϊκής Δημοκρατίας), κόμμα σοσιαλιστικής απόκλισης, και συνιδρυτή του ΕΑΜ. Όταν η ΕΛΔ προσχώρησε στο ΕΑΜ, ο Μαρής βγήκε στο βουνό και κατέκτησε βαθμιαία πολλά αξιώματα: μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΛΔ, επικεφαλής του Γραφείου Στερεάς Ελλάδας του ΕΑΜ και εθνοσύμβουλος της ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης), που είχε έδρα στη Βίνιανη.

Επάγγελμα δημοσιογράφος

Μετά την Απελευθέρωση, από το 1945, ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία, παραμένοντας στις επάλξεις της πολιτικής, ηγετικό στέλεχος του σχήματος ΣΚΕΛΔ (Σοσιαλιστικόν Κόμμα-Λαϊκή Δημοκρατία), στενός συνεργάτης των ηγετών της Αλέξανδρου Σβώλου, πρόεδρου της ΠΕΕΑ, και Ηλία Τσιριμώκου, γραμματέα (υπουργού) Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση του βουνού. Άρχισε τη δημοσιογραφική του καριέρα από το βουνό κι έγινε αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Μάχη», η οποία ιδρύθηκε στην Κατοχή και συνέχισε την έκδοσή της και μετά την Απελευθέρωση, ως όργανο του προαναφερθέντος κόμματος.

Ύστερα από τις αποκαλύψεις της εφημερίδας για το στρατόπεδο αριστερών στρατιωτών και πολιτών στη Μακρόνησο, δικάστηκε και κλείστηκε στις φυλακές των Βούρλων στη Δραπετσώνα. Η ζωή του κινδύνευσε και σώθηκε χάρη στις ενέργειες της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και τις κινητοποιήσεις του Σβώλου. Λίγο αργότερα, αμφότεροι αθωώθηκαν χάρη στα μέτρα ειρήνευσης της κυβέρνησης του στρατηγού Νικόλαου Πλαστήρα.

Στη «Μάχη», εκτός από τα συνήθη καθήκοντα του αρχισυντάκτη, έγραφε σχόλια και κριτική ταινιών και συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους πιο έγκυρους κριτικούς κινηματογράφου. Με την ιδιότητα αυτή, αλλά και του σεναριογράφου (έγραψε περίπου είκοσι σενάρια), ήταν αρκετές φορές μέλος της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Την εμφάνισή του ως συγγραφέας την έκανε το 1953 στο περιοδικό «Οικογένεια», δημοσιεύοντας το Έγκλημα στο Κολωνάκι, ένα «αθηναϊκό αστυνομικό μυθιστόρημα» ως Γιάννης Τσιριμώκος. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με πλαίσιο την Αθήνα της εποχής, κυρίως την περιοχή του Κολωνακίου, με τους αριστοκράτες του και τους αναδυόμενους αστούς, αλλά και κάποιους εκπροσώπους των κατωτέρων τάξεων, μη εξαιρουμένων των λούμπεν στοιχείων.

Η εργατικότητά του τον έφερε σύντομα στο στελεχικό επιτελείο του δημοσιογραφικού συγκροτήματος Μπότση, το οποίο εκτός από την «Απογευματινή» εξέδιδε την «Ακρόπολι» και αργότερα το περιοδικό «Πρώτο». Εκεί πραγματοποίησε δημοσιογραφικές αποστολές στο εξωτερικό μα και στο εσωτερικό της χώρας.

«Γιάννης Μαρής, ο εισηγητής του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα» του Φίλιππου Φιλίππου

Ο αστυνόμος Μπέκας

Η πιο μεγάλη επιτυχία του Μαρή είναι η δημιουργία του αστυνόμου Γιώργη Μπέκα, μιας εμβληματικής λογοτεχνικής φιγούρας που έγινε θρύλος. Ο Μπέκας, ο κοντόχοντρος αστυνομικός με το καλοκάγαθο ύφος, τη σπάνια επιμονή και το μουστακάκι αλά Χίτλερ, αποτελεί μοναδικό φαινόμενο στον ελληνικό λογοτεχνικό χώρο και, τηρουμένων των αναλογιών, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη.

Ο ήρωας δημιουργήθηκε πάνω στο πρότυπο του Γάλλου επιθεωρητή Μεγκρέ, ήρωα του Ζορζ Σιμενόν, κι εμπλουτίστηκε με ελληνικά στοιχεία. Υποδειγματικός οικογενειάρχης, ζει μια τυπική μικροαστική ζωή που θα απογοήτευε όσους ήθελαν να τον φανταστούν «σαν ρομαντικό ήρωα αστυνομικών περιπετειών».

Μαζί με τον Μπέκα του Γ΄ αστυνομικού τμήματος (τότε έδρευε στην οδό Βαλαωρίτου), εμφανίζεται συχνά κι ο δημοσιογράφος Μακρής (το alter ego του συγγραφέα), της εφημερίδας «Πρωινή», ο οποίος συνεργάζεται με τον αστυνόμο, ώστε να εξιχνιαστούν οι σκοτεινές υποθέσεις που αναλαμβάνει. Στα μυθιστορήματά του ο Μαρής περιγράφει με ενάργεια την αθηναϊκή ζωή της δεκαετίας του ’50 και του ’60, κυρίως την περιοχή του κέντρου της πόλης και ιδιαίτερα του Κολωνακίου, με τους πλούσιους και τους νεόπλουτους.

Το τελευταίο μυθιστόρημα

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Μαρή –ίσως το καλύτερό του–, Η εξαφάνιση του Τζον Αυλακιώτη, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» σε συνέχειες, από τον Μάιο έως τον Ιούλιο του 1976. Η ιστορία διαδραματίζεται στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά και στα κατοπινά χρόνια της Κατοχής κι έχει στοιχεία αυτοβιογραφικά (ο Μαρής ως φοιτητής είχε συλληφθεί από την αστυνομία της δικτατορίας και τον πήγαν στο γραφείο του πανίσχυρου υπουργού Ασφαλείας Κώστα Μανιαδάκη).

Ακμαίος και επίμονος, ο Μαρής, μετά την πτώση της δικτατορίας, ερεύνησε τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη, για την πτώση του Γεώργιου Παπαδόπουλου και τον ερχομό του Κωνσταντίνου Καραμανλή, για την Κύπρο, σταυροδρόμι κατασκόπων, για την Αντίσταση κατά των κατακτητών στα βουνά και το πώς προδόθηκε, για τα σχέδια του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσιγκερ σχετικά με την Ελλάδα.

Το 1978, ύστερα από 35 χρόνια συνεχούς δημοσιογραφικής δουλειάς, βγήκε στη σύνταξη. Φιλοδοξούσε να γράψει ένα μυθιστόρημα διαφορετικού είδους, ένα έργο προσωπικό. Ατυχώς, δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει τις φιλοδοξίες του διότι η επάρατος νόσος τον έπληξε στο κεφάλι. Ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες για θεραπεία, επέστρεψε και πέθανε στη Γενική Κλινική Αθηνών, κοντά στους δικούς του, το πρωί της Τρίτης 13 Νοεμβρίου του 1979.

Τα «Νέα» είχαν την είδηση του θανάτου του στην πρώτη σελίδα, ενώ στη δεύτερη δημοσίευσαν ανυπόγραφο κείμενο με τίτλο «Κηδεύεται στις 4 ο Γιάννης Μαρής - Δημοσιογράφος, συγγραφέας, λαϊκός αγωνιστής».

 

«Τζέιμς Ελρόι: Έγκλημα, Ιστορία και ποίηση» του Φίλιππου Φιλίππου

«Τζέιμς Ελρόι: Έγκλημα, Ιστορία και ποίηση» του Φίλιππου Φιλίππου

Είναι γιος μιας δολοφονημένης γυναίκας, δηλαδή κουβαλάει μέσα του ένα φορτίο από τραύματα και φριχτές μνήμες. Προικισμένος από τη φύση, μα κυρίως άνθρωπος μαχητικός, επίμονος, δραστήριος, δημιουργικός, ο Τζέιμς Ελρόι (Λος Άντζελες, 1948), κατάφερε να γίνει σπουδαίος συγγραφέας. Ξεκίνησε τη συγγραφική του σταδιοδρομία με το μυθιστόρημα Ρέκβιεμ για τον Μπράουν (1981). Έγραψε μετά το Clandestine (1982) και το Οι δρόμοι του δολοφόνου (1986). Και στα τρία είναι εμφανείς οι επιρροές που άσκησαν πάνω του οι Ντάσιελ Χάμετ και Ρέιμοντ Τσάντλερ, οι συγγραφείς που ανανέωσαν το αστυνομικό μυθιστόρημα και του έδωσαν παγκόσμια αίγλη.

Ο Ελρόι ξαναγράφει με τον δικό του τρόπο σημαντικά ιστορικά γεγονότα που αφορούν τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κάποια στιγμή, ο Ελρόι αποφάσισε να χαράξει τη δική πορεία, να γράψει με δικό του στιλ. Το πρώτο μυθιστόρημα με την προσωπική του σφραγίδα, Η Μαύρη Ντάλια (εκδόσεις Κλειδάριθμος), βασίστηκε σ’ ένα πραγματικό γεγονός κι εκδόθηκε το 1987. Σε αυτό, αφηγείται την έρευνα για τη δολοφονία (τον Ιανουάριο του 1947) μιας όμορφης 23χρονης, της Ελίζαμπεθ (Μπέτι) Σορτ. Η κοπέλα, γνωστή στον κόσμο της νύχτας ως «Μαύρη Ντάλια» επειδή ντυνόταν με μαύρα ρούχα, βρέθηκε γυμνή και τεμαχισμένη σε μια αλάνα του Λος Άντζελες.

Όπως γράφει ο μεταφραστής του, ο Ανδρέας Αποστολίδης, το μοτίβο πίσω από τη λύση της υπόθεσης της Μαύρης Ντάλιας είναι η εκφυλισμένη συνοχή μιας πλούσιας οικογένειας. «Μοτίβο-κλειδί του αμερικανικού αστυνομικού μυθιστορήματος και του μαύρου αναγνώσματος», κάτι που βλέπουμε στα έργα όλων των μεγάλων μετρ του είδους.

Αργότερα, το επιτυχές λογοτεχνικό πείραμα συνεχίστηκε με μια άλλη σειρά, την τριλογία του αμερικανικού υποκόσμου (American Tabloid, Αμερικανικό ταξίδι θανάτου, Το αίμα δεν σταματάει ποτέ). Σε αυτήν, ο Ελρόι προσπαθεί να μιλήσει για τα γεγονότα που σημειώθηκαν τη δεκαετία του ’60, κυρίως τη δολοφονία του προέδρου Τζον Κένεντι τον Νοέμβριο του 1963. Η σκηνή της δολοφονίας στους δρόμους του Ντάλας δεν περιγράφεται και δεν μνημονεύεται το όνομα του Όσβαλντ, του υποτιθέμενου δολοφόνου. Ο Ελρόι μιλάει για τη συνωμοσία και τους ανθρώπους που κρύβονταν πίσω της, προχωράει όμως πιο μπροστά, φτάνοντας στο κρίσιμο 1968, χρονιά κατά την οποία στις ΗΠΑ έγιναν δύο ακόμα πολιτικές δολοφονίες, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τον Απρίλιο και του γερουσιαστή Ρόμπερτ Κένεντι, αδελφού του δολοφονηθέντος προέδρου και υποψήφιου για την προεδρία της χώρας, τον Ιούνιο.

Στα έργα του, ο Ελρόι δημιουργεί ένα δικό του λογοτεχνικό σύμπαν, όπου επινοημένοι ήρωες συνυπάρχουν αρμονικά με πραγματικούς χαρακτήρες, πρόσωπα της πολιτικής, της καλλιτεχνικής ζωής, των επιχειρήσεων και των εγκληματικών οργανώσεων.

Το μυθιστόρημα Tα σκοτάδια μου (πρωτότυπος τίτλος My dark places), δεν μοιάζει με κανένα από τα γνωστά του αστυνομικά έργα. Θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει ως «non fiction novel», όπως ήταν το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε. Σε αυτό, δίνονται λεπτομέρειες για τα φριχτά γεγονότα που αφορούν τη δολοφονία της μητέρας του, με τη διαφορά πως ο Ελρόι είναι ο ίδιος πρωταγωνιστής της ιστορίας.

Σαν μότο έχει βάλει στον πρόλογο τη φράση «Ο θάνατός σου καθόρισε τη ζωή μου. Θέλω να βρω την αγάπη που δεν είχαμε ποτέ και να την εξηγήσω για χάρη σου» και έχει ως θέμα τη μητέρα του. Είναι αυτοβιογραφικό και πραγματεύεται το έγκλημα με κάθε δυνατή λεπτομέρεια, δηλαδή εκθέτει στο αναγνωστικό κοινό το προσωπικό του τραύμα.

Διότι ο Ελρόι ζει με το φάντασμα της μητέρας του, βρέθηκε νεκρή, πεταμένη στο δρόμο, στις 22 Ιουνίου 1958. Τότε ο Τζέιμς ήταν δέκα χρονών κι η μνήμη του έχει συγκρατήσει τις λεπτομέρειες του εγκλήματος. Στο Τα σκοτάδια μου ο συγγραφέας αφηγείται το δικό του κυνήγι του δολοφόνου. Μαζί με έναν ντετέκτιβ του Τμήματος Ανθρωποκτονιών του Λος Άντζελες, τον Μπιλ Στόουνερ, ξεκίνησε να βρει τον άγνωστο δράστη. Ωστόσο, αυτό το βιβλίο-χρονικό δεν είναι μόνο η εξομολόγηση ενός συγγραφέα με τραυματικά παιδικά χρόνια, είναι κυρίως μια εξαιρετική αφήγηση γεγονότων.

Είναι γιος μιας δολοφονημένης γυναίκας, δηλαδή κουβαλάει μέσα του ένα φορτίο από τραύματα και φριχτές μνήμες.

Η καινούργια τετραλογία του Ελρόι, η δεύτερη του Λος Άντζελες, είναι μια αναδρομή στην αμερικανική ιστορία. Στο πρώτο μυθιστόρημα της τετραλογίας, το Perfidia (εκδόσεις Κλειδάριθμος), πρωταγωνιστούν τέσσερις άντρες και μια γυναίκα. Ο Γουίλιαμ Πάρκερ είναι αξιωματικός της αστυνομίας του Λος Άντζελες, ο αρχιφύλακας Ντάντλεϊ Σμιθ κι ο Ιάπωνας Χιντέο Ασίντα. Η γυναίκα είναι η εικοσάχρονη Κέι Λέικ, πληροφοριοδότρια της αστυνομίας. Όλα αρχίζουν στις 6 Δεκεμβρίου του 1941 με μια ένοπλη ληστεία σ’ ένα ντράγκστορ κι ένα μακελειό: μια οικογένεια Γιαπωνέζων, πατέρας, μητέρα, κόρη και γιος, βρίσκονται σφαγιασμένοι στο σπίτι τους. Την επομένη, την Κυριακή 7 Δεκεμβρίου, ιαπωνικά σμήνη βομβαρδίζουν τη ναυτική βάση του Περλ Χάρμπορ στη Χαβάη. Τότε ο πρόεδρος Ρούσβελτ βρίσκει την ιδανική ευκαιρία για κηρύξει τον πόλεμο στον Άξονα Γερμανίας-Ιαπωνίας-Ιταλίας.

Στην ουσία, οι τρεις σειρές μυθιστορημάτων που εκτείνονται σε μια περίοδο τριάντα ενός χρόνων (1941-1972) αποτελούν μιαν ενιαία μυθιστορηματική ιστορία, στην οποία ο Ελρόι ξαναγράφει με τον δικό του τρόπο σημαντικά ιστορικά γεγονότα που αφορούν τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τα βιβλία του Ελρόι είναι διαποτισμένα από ποίηση. Ίσως στο Λευκή τζαζ η ποίησή του να είναι πιο εμφανής από αλλού. Διαβάζουμε στο τέλος του τελευταίου κεφαλαίου: «Θα γυρίσω πίσω. Για να κάνω τον Έξλι να ομολογήσει κάθε τερατώδη συμφωνία που έκανε με την ίδια ευθύτητα μ’ εμένα...Θα τον σκοτώσω στο όνομα των θυμάτων μας, για να βρω την Γλέντα και να της πω: Πες μου τα πάντα. Πες μου τα πάντα. Ακύρωσε τον χαμένο χρόνο. Αγάπησέ με μανιασμένα μέσα στον κίνδυνο».

 

«Ο φουτουρισμός του Μαγιακόφσκι» της Ελένης Κατσιώλη

«Ο φουτουρισμός του Μαγιακόφσκι» της Ελένης Κατσιώλη

Ο φουτουρισμός, το κίνημα που λάτρεψε τις μηχανές, την τεχνολογία του μετάλλου, του γυαλιού και του μπετόν, απέκτησε θέσεις με το Μανιφέστο του Ιταλού Μαρινέτι.

Όπως και κάθε νέα τάση, απαξίωσε το παλιό, αλλά το απαξίωσε με πάθος, όπως αυτό εκφράζεται στη θέση 3 του μανιφέστου: «Εμείς θέλουμε να εξάρουμε την επιθετική κίνηση, την πυρετώδη αϋπνία, τον βηματισμό του αγώνα, το πήδημα του θανάτου, το χαστούκι και τη γροθιά».

Ο φουτουρισμός, λοιπόν, επιζητεί την καταστροφή όλων των έργων της τέχνης, απ’ όπου κι αν προέρχονται.

Στις θέσεις 9 και 10, ο Μαρινέτι γράφει: «Θέλουμε να δοξάσουμε τον πόλεμο –μοναδική υγεία του κόσμου– τον μιλιταρισμό, τον πατριωτισμό, την καταστρεπτική χειρονομία των φιλελεύθερων, τις ωραίες ιδέες για τις οποίες πεθαίνουμε και την περιφρόνηση της γυναίκας.

Θέλουμε να καταστρέψουμε τα μουσεία, τις βιβλιοθήκες, τις ακαδημίες κάθε είδους, και να παλέψουμε εναντίον της ηθικότητας, του φεμινισμού, και εναντίον κάθε ανανδρίας καιροσκοπικής ή κερδοσκοπικής».

Ο Ρωσικός, όμως, φουτουρισμός έχει κάποιες διαφορές που αφορούν στη θέση των γυναικών, η οποία είναι ισότιμη στη Ρωσία, και στη λατρεία του πολέμου, στον οποίο εναντιώνεται.

Το χαστούκι που θέλει να εξάρει ο Μαρινέτι μετουσιώνεται από τον Μαγιακόφσκι σε ένα οξύ κείμενο απόρριψης όλης της προγενέστερης λογοτεχνίας.

Τον Δεκέμβρη του 1912 υπογράφει στη Μόσχα μαζί με τους Χλέμπνικοφ, Μπουρλιούκ, Κρουτσόνιχ ένα κείμενο με τίτλο «Χαστούκι στο γούστο του κοινού».

«Σε αυτόν που διαβάζει το δικό μας Καινούριο, Πρωτότυπο και Απροσδόκητο.

Μόνο εμείς αποτελούμε το πρόσωπο της εποχής. Είμαστε η σάλπιγγα του χρόνου που ηχεί στην τέχνη του λόγου. Το χτες είναι ασφυκτικό. Η Ακαδημία και ο Πούσκιν είναι πιο ακατανόητοι και από ιερογλυφικά. Ας πετάξουμε τον Πούσκιν, τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι, κλπ. κλπ., από το Ατμόπλοιο της σύγχρονης εποχής.
Όποιος δεν ξεχνά την πρώτη του αγάπη, δεν θα γνωρίσει την τελευταία. Ποιος είναι τόσο ελαφρόμυαλος, που θα απευθυνθεί στην τελευταία του αγάπη με την παρφουμαρισμένη πουτανιά του Μπαλμόντ; Μήπως κι αντανακλάται σ’ αυτήν η σημερινή θαρραλέα ψυχή; Ποιος είναι τόσο δειλός, που θα διστάσει να βγάλει τη χάρτινη πανοπλία πάνω από το μαύρο φράκο του πολεμιστή Μπριούσοφ; Ή μήπως και υπάρχουν πάνω της οι άγνωστες ομορφιές της αυγής; Πλύντε τα χέρια σας που άγγιξαν τις βρώμικες ροχάλες των βιβλίων που έχουν γραφτεί από αναρίθμητους Αντρέγεφ. Το μόνο που θέλουν όλοι αυτοί οι Μαξίμ Γκόρκι, Κουπρίν, Μπλοκ, Σολογκούμπ, Ρέμιζοφ, Αβέρτσενκο, Τσόρνι, Κουζμίν, Μπούνιν, κλπ. κλπ., είναι μια βίλλα στην όχθη του ποταμού. Έτσι ανταμείβει η μοίρα τους μόδιστρους.
Κοιτάζουμε από τα ύψη των ουρανοξυστών τη μηδαμινότητά τους!...».

Ο Μαγιακόφσκι έχει επίγνωση ότι είναι σπουδαίος ποιητής και γι’ αυτό στα έργα του δεσπόζει η ανωτερότητα και η υπερηφάνεια. Δέχεται το παρόν, πιστεύει στο μέλλον και απορρίπτει ό,τι ανήκει στο παρελθόν:

«Μισώ το κάθε ψοφίμι! Λατρεύω κάθε τι ζωντανό!» λέει στο «Επετειακό» το 1924.

Στο ποίημα «Με όλη μου τη φωνή» (1930), ο Μαγιακόφσκι διακηρύσσει το προσωπικό του ποιητικό δικαίωμα: «Εγώ ο ίδιος θα μιλήσω για την εποχή μου και για τον εαυτό μου».

Και είναι σαρκαστικός στους αυτοχαρακτηρισμούς: «Είμαι βοθρατζής και νεροκουβαλητής», λέει, και ακόμα «είμαι αγκιτάτορας και αρχιφωνακλάς». Με ασυνήθιστους συνδυασμούς λέξεων και νέες εκφράσεις αποκαλύπτει την εξεγερμένη ψυχή του.

Στο ποίημα «Μια ασυνήθιστη περιπέτεια το προηγούμενο καλοκαίρι, με τον Μαγιακόφσκι στο εξοχικό» (1920), υπογραμμίζει την κατεύθυνση και το μέγεθος της ποίησής του:

Να φωτίζεις πάντα,
να φωτίζεις παντού,
μέχρι το τέρμα,
να φωτίζεις –
μην ψάχνεις δικαιολογία!

Να το δικό μου σλόγκαν
μα και του ήλιου.

Το 1914, φοβερά εκνευρισμένος, γράφει:

«Άιστε στο διάολο!

Ο καιρός σας πέρασε από την ημέρα της έκδοσης των κειμένων: Χαστούκι στο γούστο του κοινού, Το κύπελλο που βράζει δυνατά, Απόχη για κριτές κ.ά.

Η εμφάνιση της Νέας Ποίησης επέδρασε στα έρποντα από καιρό γεροντάκια της ρωσικής λογοτεχνιούλας, όπως θα επιδρούσε ένα λευκό μαρμαρένιο άγαλμα του Πούσκιν που χορεύει ταγκό.

Παλιότερα τα εμπορικά γεροντάκια μάντευαν νωρίτερα από το κοινό τους την αξία του νέου και εξέταζαν «κατά παράδοση» τα πορτοφόλια μας.

Ο δε Κορνέι Τσουκόφσκι (κι αυτός δεν είναι ηλίθιος!) χρησιμοποίησε σε όλα τα πανηγύρια των πόλεων ονόματα που πουλούσαν: ειδικά Κρουτσόνιχ, Μπουρλιούκ, Χλέμπνικοφ...

Ο Σολογκούμπ άρπαξε το καπέλο του Σεβεριάνιν για να καλύψει το φαλακρό ταλεντάκι του, ενώ ο Βασίλι Μπριούσοφ ξεκοκάλισε από τις σελίδες της Ρωσικής σκέψης την ποίηση του Μαγιακόφσκι και του Λίβσιτς.

“Άστο, Βάσια, αυτό δεν είναι τσίχλα!...”

Αυτοί δεν είναι που μας χάιδευαν στο κεφάλι για να φτιάξουν στα γρήγορα από τις σπίθες της ποίησής μας μια ηλεκτρική ζώνη για να επικοινωνήσουν με τις μούσες;

Αυτά τα υποκείμενα έδωσαν το δικαίωμα στην αγέλη των νεαρών, που ήταν από παλιά χωρίς συγκεκριμένη απασχόληση, να πέσουν με τα μούτρα στη λογοτεχνία και να μορφάζουν με την αποδοκιμασμένη “ποίηση του παταριού”, με τον “ντελάλη της Πετρούπολης” κ.ά.

Και το έρπον σκυλολόι των διάφορων Αδάμ με τις χωρίστρες, ο Γκουμιλιόφ, ο Μακόφσκι, ο Γκοροντέτσκι και ο Πιαστ, προσπάθησαν να κολλήσουν την ταμπέλα του ακμεϊσμού και του απολλωνισμού στα ξεθωριασμένα τραγούδια για τα σαμοβάρια της Τούλας και τα παιδικά παιχνιδάκια, και στη συνέχεια άρχισαν να χορεύουν κυκλικούς χορούς γύρω από τους καθιερωμένους φουτουριστές. Εμείς πετάμε σήμερα τη χλέπα που είχε κολλήσει στο στόμα μας από το παρελθόν, δηλώνοντας: Οι φουτουριστές συντάσσονται μόνο με τη δική μας ομάδα. Πετάξαμε τα περιστασιακά ψευδώνυμα του εγώ- και του κυβό- και συνενωθήκαμε σε μία ενιαία φιλολογική ομάδα φουτουριστών:

Νταβίντ Μπουρλιούκ, Αλεξέι Κρουτσόνιχ, Μπενεντίκτ Λίβσιτς, Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Ίγκορ Σεβεριάνιν, Βίκτορ Χλέμπνικοφ».

Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1922, ο Μαγιακόφσκι αναλύει διεξοδικά τις θέσεις των φουτουριστών για τη λογοτεχνία και την ποίηση με επιστολή στην ΚΕ. Πρόκειται για ένα περιεκτικό θεωρητικό κείμενο, ένα κείμενο-ντοκουμέντο.

Σε αυτό γράφει: «Η Οκτωβριανή Επανάσταση αποστασιοποιήθηκε από τις πολυάριθμες φουτουριστικές ομάδες, οι οποίες αναχώρησαν από την επαναστατική Ρωσία, και τοποθέτησε εμάς στην ομάδα “κομμουνιστών φουτουριστών”, η οποία έχει το ακόλουθο λογοτεχνικό έργο:

1) Να εγκρίνει την προφορική τέχνη, ως λεκτική δεξιοτεχνία, αλλά όχι τόσο ως αισθητικό στυλιζάρισμα, αλλά ως λεκτική ικανότητα για να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα.
2) Να ανταποκρίνεται σε κάθε πρόκληση που τίθεται από τη σύγχρονη εποχή και για τον λόγο αυτό θα πρέπει:
α) Να εργαστεί πάνω στο λεξιλόγιο (νέα σύνθεση λέξεων, ηχητική των στίχων κ.ο.κ.),
β) Να αντικαταστήσει τα συμβατικά μέτρα του ιάμβου και του τροχαίου με την πολυρυθμία της ίδιας της γλώσσας,
γ) να φέρει επανάσταση στη σύνταξη (απλούστευση στη μορφή της σύνθεσης των λέξεων, προτεραιότητα σε ασυνήθιστες χρήσεις λέξεων κ.ο.κ.),
δ) να επικαιροποιηθεί η σημαντική των λέξεων και των φράσεων,
ε) να δημιουργηθούν πρότυπα κατασκευών ενδιαφέρουσας πλοκής,
ζ) να προσδιορισθούν λέξεις για αφίσες κ.ο.κ.,

Η λύση όλων αυτών των προβλημάτων θα δώσει τη δυνατότητα να ικανοποιηθεί η ανάγκη σε διάφορες περιοχές του λεκτικού σχεδιασμού (μορφή: άρθρο, τηλεγράφημα, ποίημα, φεγετόν, επιγραφή, διακήρυξη, διαφήμιση κ.ο.κ.).

Όσον αφορά στην πεζογραφία:
1) Δεν υπάρχει μια αληθινή φουτουριστική πεζογραφία· υπάρχουν κάποιες απόπειρες από τον Χλέμπνικοφ, τον Κάμενσκι και από τον Κουσνέρ στο έργο Συνάντηση παλατιών, αλλά αυτές οι προσπάθειες δεν είναι τόσο σημαντικές όσο τα ποιήματα αυτών των λογοτεχνών.
Αυτό εξηγείται ως εξής:
α) οι φουτουριστές δεν βρίσκουν διαφορά μεταξύ των διαφόρων ειδών της ποίησης, και βλέπουν όλη τη λογοτεχνία σαν μια ενιαία τέχνη του λόγου,
β) πριν από τους φουτουριστές πίστευαν ότι η ποίηση έχει τον δικό της κύκλο, τα δικά της καθήκοντα, ότι η γλώσσα της διαφέρει από την πρόζα· για τους φουτουριστές αυτός ο διαχωρισμός δεν υπάρχει,
γ) πριν τους φουτουριστές πίστευαν ότι ο ποιητικός λόγος έχει τα δικά του προβλήματα, τα ποιητικά, και ότι ο κοινός λόγος είναι αντιποιητικός, για τους φουτουριστές όμως μια διακήρυξη για τη μάχη με τον τύφο ή ένα ερωτικό ποίημα είναι οι δύο πλευρές της ίδιας λεκτικής επεξεργασίας,
δ) μέχρι σήμερα οι φουτουριστές γράφουν κατά προτίμηση στίχους επειδή στην επαναστατική εποχή, που η ζωή δεν έχει ακόμα ωριμάσει, χρειάζονται στίχοι με συνθήματα, για να ωθήσουν την επαναστατική πράξη και δεν είναι μια ανακεφαλαίωση των αποτελεσμάτων αυτής της πρακτικής,
ε) και μόνο πολύ πρόσφατα, λίγο πριν εμφανιστούν οι φουτουριστές, τέθηκε το ερώτημα για τα πρότυπα της σύγχρονης εποχής: χωρίς πρωτόκολλο περιγραφής, αλλά με αποτελεσματική τάση και όχι φανταστική ουτοπία, δίνοντας έμφαση όχι σε εκείνα που είναι, αλλά σε εκείνα που θα πρέπει να είναι».

Έτσι παθιασμένα δούλευε ο Μαγιακόφσκι σε όλη τη ζωή του, έτσι παθιασμένα έγραφε και έτσι παθιασμένα πέθανε, αφήνοντάς μας έναν όγκο σπουδαίων ποιημάτων από τα οποία αντλούμε υπέροχες εικόνες, χιούμορ, τρυφερότητα μα και οργή.

Εδώ και λίγους μήνες κυκλοφόρησε σε μετάφραση Ελένης Κατσιώλη από τις Δίγλωσσες Εκδόσεις Εκάτη ο ποιητικός κύκλος του Μαγιακόφσκι Παρίσι.

 

«O Τζέραλντ Ντάρελ και η Κέρκυρα» του Φίλιππου Φιλίππου

«O Τζέραλντ Ντάρελ και η Κέρκυρα» του Φίλιππου Φιλίππου

Ο Τζέραλντ Ντάρελ (1925-1995), αδελφός του Λόρενς Ντάρελ (1912-1990), συγγραφέα του περίφημου Αλεξανδρινού Κουαρτέτου, είναι γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό από το ωραίο και διασκεδαστικό βιβλίο του Η οικογένειά μου και άλλα ζώα που κυκλοφόρησε πριν από λίγα χρόνια από τις εκδόσεις Άμμος και μόλις επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο σε μετάφραση Μαρίνας Δημητρά και Δήμητρας Σίμου. Τα μέλη της οικογένειας Ντάρελ, όμως, ήταν γνωστά στην Κέρκυρα τη δεκαετία του 1930, όπου κατοικούσαν επί χρόνια – συνολικά πέντε. Μερικά πρόσωπα της καλής κερκυραϊκής κοινωνίας, κάτοικοι της πόλης, μα και πολλοί χωρικοί που έμεναν σε γειτονικά σπίτια αποτελούσαν τον κύκλο στον οποίο ζούσαν απολαμβάνοντας συζητήσεις, φαγητά και συναναστροφές.

Είχαν αφήσει τη μουντή Αγγλία με τον μολυβένιο ουρανό και το χιονόνερο κι έφτασαν στο λιμάνι της Κέρκυρας, όπου είχε λιακάδα και ο κόλπος όπου μπήκε το μικρό καράβι τους λαμποκοπούσε από το γαλάζιο της θάλασσας

Στο προαναφερθέν βιβλίο του, ο Τζέραλντ είχε την πρόθεση να περιγράψει την πανίδα και τη χλωρίδα του νησιού, αλλά στην ουσία τού βγήκε κάτι διαφορετικό: μια τοιχογραφία της Κέρκυρας και ταυτόχρονα η εξιστόρηση διαφόρων συμβάντων με τα μέλη της οικογένειας και τους φίλους τους, Έλληνες, Άγγλους και λοιπούς Ευρωπαίους.

Ιδού πώς αρχίζει την αφήγησή του ο συγγραφέας, ο οποίος χρησιμοποιεί ως μότο μια φράση από το έργο Η Αλίκη μέσα απ’ τον καθρέφτη:

«Το βιβλίο αυτό είναι το χρονικό της πενταετίας που πέρασα με την οικογένειά μου στην Κέρκυρα. Η πρόθεσή μου ήταν να περιγράψω νοσταλγικά τα ζώα και τα φυτά του νησιού, αλλά διέπραξα το μέγιστο σφάλμα να συστήσω την οικογένειά μου απ’ τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου».

Ο Τζέραλντ Ντάρελ αφιέρωσε το βιβλίο στη μητέρα του. Στην αρχή, εκτός από αυτήν, ευχαριστεί τον φίλο τους Θεόδωρο Στεφανίδη, ο οποίος του έδωσε την άδεια να χρησιμοποιήσει υλικό από μιαν ανέκδοτη εργασία του για την Κέρκυρα, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του που τον βοήθησαν στο γράψιμό του, τη γυναίκα του, η οποία πολύ το διασκέδασε όταν της έδωσε να διαβάσει τα χειρόγραφα, και τη Σοφία, τη γραμματέα του που το επιμελήθηκε.

Απολαυστικό στο έπακρο, το Η οικογένειά μου και άλλα ζώα είναι ένας ύμνος στην Κέρκυρα. Σε αυτό, ο Τζέραλντ δεν περιγράφει μόνο ανθρώπους και ζώα, τοποθεσίες και συμβάντα, αλλά αφηγείται κι ένα σωρό ανέκδοτα για τους κατοίκους του νησιού, τα οποία, όπως διευκρινίζει, είναι απολύτως αληθινά. «Η ζωή μας στην Κέρκυρα», γράφει, «ήταν μια οπερέτα απ’ τις πιο πολύχρωμες και αστραφτερές».

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου υπάρχει η καταγραφή του ταξιδιού, κάποιον Αύγουστο, προς την Κέρκυρα, και η άφιξη της οικογένειας στο νησί (ωστόσο, δεν μνημονεύει τη Νάνσι, τη γυναίκα του Λόρενς). Είχαν αφήσει τη μουντή Αγγλία με τον μολυβένιο ουρανό και το χιονόνερο κι έφτασαν στο λιμάνι της Κέρκυρας, όπου είχε λιακάδα και ο κόλπος όπου μπήκε το μικρό καράβι τους λαμποκοπούσε από το γαλάζιο της θάλασσας. Η οικογένεια είχε πάρει μαζί της τα απολύτως απαραίτητα, ρούχα και βιβλία, ενώ ο μικρός Τζέρι πήρε τέσσερα βιβλία φυσικής ιστορίας, μια απόχη για πεταλούδες, έναν σκύλο, κι ένα βαζάκι από μαρμελάδα γεμάτο κάμπιες που απειλούσαν να γίνουν χρυσαλλίδες.

Ο Τζέραλντ από παιδί ένιωθε μεγάλη αγάπη για τα ζώα, όλα τα ζώα, της στεριάς, της θάλασσας και του ουρανού, έτσι εξελίχθηκε σε προσεκτικό παρατηρητή της φύσης και των έμβιων όντων. Σε ηλικία είκοσι χρονών ήταν φύλακας σε ζωολογικό κήπο και στα είκοσι δύο του διεύθυνε ο ίδιος μιαν αποστολή στο Καμερούν για παρατήρηση και συλλογή άγριων ζώων. Αργότερα, ίδρυσε στο Τζέρσι το Ζωολογικό Πάρκο και την Εταιρεία Προστασίας Άγριων Ζώων, ενώ έγραψε βιβλία σχετικά με ζώα.

Στην Κέρκυρα οι Ντάρελ περνούσαν καλά, έκαναν ντόπιους φίλους, ενώ το σπίτι τους το επισκέπτονταν φίλοι από διάφορα μέρη, τους οποίους φιλοξενούσαν.

Στην Κέρκυρα οι Ντάρελ περνούσαν καλά, έκαναν ντόπιους φίλους, ενώ το σπίτι τους το επισκέπτονταν φίλοι από διάφορα μέρη, τους οποίους φιλοξενούσαν. Για τις μετακινήσεις τους στην πόλη είχαν τον Σπύρο τον αμαξά, ο οποίος φόρτωνε στο αυτοκίνητό του ανθρώπους, πράγματα και τρόφιμα. Στο σπίτι στο χωριό Καλάμι στα βόρεια του νησιού έκαναν πολλά πάρτι αγγλικού τύπου, για τις ανάγκες του οποίου η κυρία Ντάρελ συμβουλευόταν βιβλία μαγειρικής.

Η οικογένεια Ντάρελ έφυγε από την Κέρκυρα το 1939, παραμονές του πολέμου (ο Λόρενς και η Νάνσι έμειναν λίγο ακόμα). Στο προτελευταίο κεφάλαιο με τίτλο «Πάρτι με ζώα», ο συγγραφέας γίνεται ποιητικός και γλαφυρός:

«Μακριά, το νησί φάνταζε μαύρο κι ασημένιο στο φεγγαρόφωτο. Πέρα, μέσα στα κυπαρίσσια, οι κουκουβάγιες παρηγορούσαν η μια την άλλη. Ο ουρανός έμοιαζε μαλακός σαν δέρμα μικρού ζώου, σκεπασμένος μ’ αστέρια σαν δροσοσταλίδες...»

Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «Επιστροφή», ο Τζέραλντ γράφει πως ο ίδιος δεν ήθελε ν’ αφήσουν το νησί, αλλά η μητέρα του επέμενε πως έπρεπε να γυρίσουν στην Αγγλία για να σπουδάσει• έτσι κι αλλιώς τα οικονομικά τους αποθέματα είχαν τελειώσει. Για να τον καλοπιάσει, η μητέρα του υποσχέθηκε να ξαναγυρίζουν σύντομα στην Κέρκυρα. Αυτό δεν ήταν εφικτό. Μια από τις τελευταίες παραγράφους του βιβλίου είναι και η εξής: «Καθώς το πλοίο έσκιζε τη θάλασσα κι η Κέρκυρα χανόταν στον ορίζοντα, τρεμοσβήνοντας στη μαργαριταρένια αχλύ της ζέστης, νιώσαμε να μας τυλίγει μια μαύρη θλίψη που μας ακολούθησε σε όλο το ταξίδι, ως την Αγγλία».

Σημείωση
Ο Τζέραλντ Ντάρελ, ο αδελφός του Λόρενς κι η γυναίκα του Νάνσι, ο αδελφός του Λέσλι, η αδελφή του Μαργκό και η χήρα μητέρα τους Λουίζα είναι ήρωες στο μυθιστόρημα του Φίλιππου Φιλίππου Ο ερωτευμένος Ελύτης (Εκδόσεις Ψυχογιός, 2011), όπου πρωταγωνιστεί ο Οδυσσέας Ελύτης.

 

«Ρόζε Αουσλέντερ (Τσέρνοβιτς, 11/05/1901- Ντίσελντορφ, 03/01/1988)» της Αλεξάνδρας Αντωνακάκη

«Ρόζε Αουσλέντερ» της Αλεξάνδρας Αντωνακάκη

Στις 11 Μαΐου συμπληρώθηκαν 115 χρόνια από τη γέννηση της Γερμανοεβραίας ποιήτριας Ρόζαλι Βεατρίκης Σέρτζερ, που είναι γνωστή ως Ρόζε Αουσλέντερ.

Όπως η Μάσα Καλέκο, η Γκέρτρουντ Κόλμαρ, η Έλσε Λάσκερ-Σούλερ, η Χίλντε Ντομίν και η Νέλλυ Ζακς, σηματοδοτεί και η Αουσλέντερ έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς της γερμανικής μεταπολεμικής ποίησης. Η ποίηση και γενικότερα η γλώσσα αποτελούν το απόλυτο καταφύγιο τα χρόνια της καταδίωξης από την πατρίδα της αλλά και κατά την οδυνηρή εμπειρία της απώλειας της. Το θέμα της πατρίδας αποτελεί για την Αουσλέντερ ένα ανεπούλωτο τραύμα, καθώς μοιράζεται την άποψη του Ζαν Αμερί ότι είναι αδύνατον για τον άνθρωπο να αποκτήσει δεύτερη πατρίδα. Τη χαμένη πατρίδα την αναπληρώνει σε ένα πνευματικό επίπεδο, δημιουργώντας μία πατρίδα στον κόσμο της ποίησης. Απαρνείται τα εγκόσμια, απομονώνεται και κληροδοτεί πάνω από 2.500 χιλιάδες ποιήματα.

αρνείται να γράψει ποιήματα στη γερμανική γλώσσα. Από το 1949 μέχρι το 1956 γράφει μόνο στην αγγλική γλώσσα. Η αντίδραση αυτή είναι η απάντηση της στην πατρίδα που θεωρεί ότι την πρόδωσε.  

Η Αουσλέντερ γεννήθηκε το 1901 στην πολυπολιτισμική πόλη Τσέρνοβιτς της Μπουκοβίνας, η οποία ανήκε τότε στην Αυστροουγγαρία των Αψβούργων και με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου παραχωρήθηκε στη Ρουμανία και στην Ουκρανία. Η Αουσλέντερ σπούδασε λογοτεχνία και φιλοσοφία, μελέτησε ιδιαίτερα τη φιλοσοφία του Πλάτωνα και εκπόνησε μία μελέτη για το έργο Φαίδρος. Παράλληλα μελέτησε τον Σπινόζα και τον Μπρούνερ. Από μικρή ηλικία η λογοτεχνία και η ποίηση ήταν αναπόσπαστα κομμάτια της ζωής της και αυτό συνέβαλε καταλυτικά στη διαχείριση των μετέπειτα κρίσιμων καταστάσεων.

Μετά το θάνατο του πατέρα της και λόγω οικονομικών δυσχερειών μετακόμισε στη Νέα Υόρκη το 1921 με τον μελλοντικό σύζυγο της Ιγνάτιο Αουσλέντερ Το 1926 χωρίζει από τον άντρα της, παίρνει την αμερικανική υπηκοότητα και ξεκινά το δικό της προσωπικό γολγοθά επιβίωσης. Δεν έχει ποτέ δικό της διαμέρισμα, μετακομίζει συνεχώς από δωμάτιο σε δωμάτιο και όλα της τα υπάρχοντα χωράνε σε βαλίτσες. Το 1927 δημοσιεύει τα πρώτα της ποιήματα στην ποιητική ανθολογία Amerika Herold. Εξαιτίας μιας ασθένειας της μητέρας της επιστρέφει το 1931 στην Ευρώπη για να τη φροντίσει. Το ταξίδι αυτό της κόστισε την αμερικανική υπηκοότητα, κατά συνέπεια παραμένει αναγκαστικά στο Τσέρνοβιτς. Το 1939, ο γνωστός Γερμανοεβραίος συγγραφέας και ποιητής Άλφρεντ Μάργκουλ Σπέρμπερ την ενθαρρύνει να δημοσιεύσει την πρώτη ποιητική της συλλογή, το Der Regenbogen (Ουράνιο τόξο). Ο ίδιος ήταν αυτός που προώθησε και στήριξε στα πρώτα βήματα του και τον Πάουλ Τσέλαν.

Το 1941 αιχμαλωτίζεται για τρία χρόνια στα γκέτο του Τσέρνοβιτς με χιλιάδες άλλους Εβραίους. Εκεί βιώνει άθλιες συνθήκες διαβίωσης, καταναγκαστική εργασία και φόβο για τη ζωή της. Τον τελευταίο χρόνο κρύβεται στα υπόγεια του γκέτο για να μην μεταφερθεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί. Σε αυτό το περιβάλλον τρόμου γνωρίζει τον Πάουλ Τσέλαν και μία βαθιά φιλία αναπτύσσεται μεταξύ τους. Ο γνωστός συμβολισμός «Μαύρο γάλα της αυγής» στο ποίημα «Η φούγκα του θανάτου» (1948) του Πάουλ Τσέλαν αποτελεί μία άμεση αναφορά σε στίχο του ποιήματος «Ins Leben» (Στη ζωή) της Αουσλέντερ από την ποιητική συλλογή Der Regenbogen (1939). Το 1974 η Αουσλέντερ γράφει το ποίημα «In Memoriam Paul Celan» (Εις μνήμη του Πάουλ Τσέλαν) και χρησιμοποιεί ξανά τον περίφημο αυτό συμβολισμό. Η Αουσλέντερ θεώρησε τιμή της το γεγονός ότι ο Τσέλαν εμπνεύστηκε από το στίχο της.

η ποιητική γλώσσα αποτέλεσε για αυτήν τη νέα της πατρίδα. Η γλώσσα ως πατρίδα είναι η απόλυτη πατρίδα, το καταφύγιο που είναι αδύνατον να στερηθεί ποτέ ο άνθρωπος.  

Το 1944 τελειώνει το μαρτύριο τρόμου της Αουσλέντερ στο γκέτο, καθώς καταλαμβάνουν το Τσέρνοβιτς ρώσικα στρατεύματα και απελευθερώνονται όλοι οι Εβραίοι.

Τα 1946 επιστρέφει στη Νέα Υόρκη και ζει σε κατάσταση ανέχειας και βαθιάς απόγνωσης. Η μοναξιά και η απογοήτευση προκαλούν μία μορφή ποιητικής αδράνειας και για ένα διάστημα δεν παράγει ποιητικό έργο. Το 1947 πληροφορείται το θάνατο της μητέρας της στη Ρουμανία και καταρρέει ψυχικά. Η οδύνη αυτή την ωθεί ξανά στην ποιητική δημιουργία, όμως αρνείται να γράψει ποιήματα στη γερμανική γλώσσα. Από το 1949 μέχρι το 1956 γράφει μόνο στην αγγλική γλώσσα. Η αντίδραση αυτή είναι η απάντηση της στην πατρίδα που θεωρεί ότι την πρόδωσε. Η ποίηση της αυτή τη χρονική περίοδο δέχτηκε επιρροές από τους Αμερικανούς ποιητές Ε.Ε. Κάμινγκς και Μάριαν Μουρ. Με τη Μουρ τη συνδέει μία σημαντική φιλία, η Αουσλέντερ της αφιερώνει κάποια ποιήματα και η Μουρ την ενθαρρύνει να γράψει ξανά στη μητρική της γλώσσα, ουσιαστικό εργαλείο για κάθε ποιητή.

Το 1957 επιστρέφει στην Ευρώπη σε μια προσπάθεια να βρει ξανά την πατρίδα της. Στο Μόναχο και στη Βιέννη βιώνει έντονα αντισημιτική συμπεριφορά. Τελικά το 1965 μετακομίζει στο Ντίσελντορφ και από το 1972 μένει οριστικά στον οίκο της εβραϊκής κοινότητας Νέλλυ Ζακς, όπου απομονώνεται μέχρι το θάνατο της το 1988. Τη ζωή της τη συνέχισε σε ένα ποιητικό πλαίσιο και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στη συγγραφή ποιημάτων. Η τελευταία φορά που εγκαταλείπει τον οίκο Νέλλυ Ζακς είναι το 1977 για να παρευρεθεί στα εγκαίνια μιας έκθεσης προς τιμήν της στο Ινστιτούτο Χάινριχ Χάινε στο Ντίσελντορφ. Από το 1978 εικάζεται ότι αποφάσισε να παραμείνει κατάκοιτη μέχρι το θάνατο της, μιμούμενη το παράδειγμα του Χάινριχ Χάινε κατά τη διάρκεια της εξορίας του στο Παρίσι.

Η οδυνηρή απώλεια της πατρίδας, το αίσθημα της αποξένωσης και της απόγνωσης, η υπαρξιακή ανασφάλεια και η αβεβαιότητα εκφράζονται σε όλες τις ποιητικές της συλλογές.

Η Αουσλέντερ πραγματοποίησε μία νέα αρχή στη ζωή της στη γλώσσα της ποίησης, η ποιητική γλώσσα αποτέλεσε για αυτήν τη νέα της πατρίδα. Η γλώσσα ως πατρίδα είναι η απόλυτη πατρίδα, το καταφύγιο που είναι αδύνατον να στερηθεί ποτέ ο άνθρωπος.

Οι δυσκολίες και η απελπισία στα χρόνια της μετανάστευσης και της εξορίας σημάδεψαν τη συγγραφική της δραστηριότητα. Η οδυνηρή απώλεια της πατρίδας, το αίσθημα της αποξένωσης και της απόγνωσης, η υπαρξιακή ανασφάλεια και η αβεβαιότητα εκφράζονται σε όλες τις ποιητικές της συλλογές. Ταυτόχρονα, η ποίηση της Αουσλέντερ εκφράζει κάθε άνθρωπο που βιώνει την εξορία ή το συναίσθημα της αποξένωσης μέσα στην ίδια την πατρίδα, όταν η πατρίδα δεν ταυτίζεται με το αντικείμενο της μνήμης του. Η ποιητική κληρονομιά της Αουσλέντερ ανέρχεται σε χιλιάδες ποιήματα, στον οίκο ευγηρίας έγραφε ακατάπαυστα, ακόμα και πάνω σε φακελάκια τσαγιού για να μην χαθεί η ποιητική ιδέα της φευγαλέας στιγμής. Το έργο της έχει εκδοθεί σε οκτώ τόμους από τις εκδόσεις Fischer. Κάποιοι σημαντικοί τίτλοι είναι οι παρακάτω: Blinder Sommer (Τυφλό καλοκαίρι, 1965), Ohne Visum (Χωρίς βίζα, 1974), Andere Zeichen (Άλλα σημάδια, 1975), Doppelspiel (Διπλό παιχνίδι, 1977), Es bleibt noch viel zu sagen (Πρέπει ακόμη να πούμε πολλά, 1978), Mein Atem heißt jetzt (Η ανάσα μου ονομάζεται τώρα, 1981), Ich zähl die Sterne meiner Worte (Μετράω τα αστέρια των λέξεων μου, 1985), Der Traum hat offene Augen (Το όνειρο έχει ανοιχτά μάτια, 1987).

Στο άρθρο της «Τα πάντα μπορούν να είναι κίνητρο» γράφει για τη σχέση της με το γράψιμο και τις λέξεις, για τη σχέση του ποιητή γενικότερα, για τη βαθύτερη ανάγκη έκφρασης μέσα από τη συγγραφή. «Γιατί γράφω; Επειδή οι λέξεις μου το υπαγορεύουν: γράψε μας. Θέλουν να ενωθούν, να συμμαχήσουν. Λέξη με λέξη. Μία φάλαγγα λέξεων υπέρ, η άλλη εναντίον μου. Θέλουν να εισέλθουν στο πεδίο μάχης του χαρτιού. Εκεί πρέπει να κριθεί η μάχη. Συχνά συμπεριφέρομαι με επιφύλαξη, δεν θέλω να υποκύψω στη δικτατορία τους και τις αφήνω να πετάξουν με τον άνεμο. Αν είναι πιο δυνατές από αυτόν, επιστρέφουν σε μένα, με τραντάζουν, με βασανίζουν, μέχρι να ενδώσω».

Για την Αουσλέντερ η ποίηση ήταν η μοναδική οδός για να επινοήσει και να αποκτήσει μια δεύτερη πατρίδα. Η σκέψη και τα συναισθήματα του ποιητή είναι ο δικός του κόσμος.  

Στο ίδιο κείμενο αναφέρει τη λυτρωτική διάσταση της συγγραφής σε μία κατάσταση απόγνωσης. «Την ανυπόφορη πραγματικότητα μπορούσε κανείς να την αντιμετωπίσει με δύο τρόπους: ή με το να παραδοθεί στην απόγνωση ή με τη μετοίκηση σε μια άλλη πραγματικότητα, την πνευματική». Αυτή τη μετοίκηση στην πνευματική πραγματικότητα, στον κόσμο της ποίησης, διάλεξαν πολλοί ποιητές και συγγραφείς για να αντιμετωπίσουν την απώλεια της πατρίδας και της οικογένειας. Κάποιοι όπως ο Τσέλαν και ο Ζαν Αμερί δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το τραύμα της απώλειας ούτε με τη συγγραφή. Για την Αουσλέντερ η ποίηση ήταν η μοναδική οδός για να επινοήσει και να αποκτήσει μια δεύτερη πατρίδα. Η σκέψη και τα συναισθήματα του ποιητή είναι ο δικός του κόσμος. «Το γράψιμο είναι μία ορμή. Ο ποιητής, ο συγγραφέας πρέπει να φάει, να κινηθεί, να ηρεμήσει, να σκεφτεί, να νιώσει και να γράψει, να γράψει αυτά που του υπαγορεύουν οι σκέψεις και η φαντασία του».

 

«Μανώλης Αναγνωστάκης: Ο ποιητής και η εποχή του» της Ανθούλας Δανιήλ

«Μανόλης Αναγνωστάκης: Ο ποιητής και η εποχή του» της Ανθούλας Δανιήλ

Δεν γίνεται να μιλήσεις για τον Μανόλη Αναγνωστάκη τον ποιητή χωρίς να μιλήσεις για τον Μανόλη Αναγνωστάκη τον αγωνιστή. Κι ο Μανόλης, με το μικρό του όνομα, Εμμανουήλ, σαν το Χριστό, αγωνίστηκε για την πίστη του, για την αλήθεια του, για την πατρίδα του, για την τιμή του. Επομένως, δεν γίνεται να μιλήσει κανείς για το ποιητικό του έργο ξεχωριστά από το πολιτικό του έργο. Γιατί αυτές οι δύο είναι οι «ζωτικές αφετηρίες» που καθόρισαν και το ένα και το άλλο, όπως λέει και ο Γιώργος Μαρκόπουλος [1]. Είναι ο ποιητής που έταξε την ποίησή του στην υπηρεσία της πατρίδας και τα πάθη του οποίου εκπορεύονται από της πατρίδας τα πάθη. Επομένως, ο Αναγνωστάκης δεν ανήκει σ’ αυτούς που κλεισμένοι στον ελεφάντινο πύργο τους δημιουργούσαν ερήμην της κοινωνίας. Δεν μπορούσε να βάλει τη ζωή του στην άκρη και να συνθέτει ποιήματα μέσα στη γυάλα του. Αντιθέτως, με την ιστορία της νεότερης Ελλάδας όλη στην πλάτη του, μόνο όπως εκφράστηκε θα μπορούσε να εκφραστεί. Απαισιόδοξα, αμφισβητητικά, ειρωνικά, κριτικά, επιθετικά. Ποιον έχει ανάγκη αυτός που αναμετρήθηκε με το χάρο και ποιον θα φοβηθεί. Αντιθέτως, χωρίς να φοβάται κανέναν βγαίνει προς τα έξω με το στίχο στο χέρι σαν όπλο. Να γεμίσει τα χαρτιά με αυτό που ξεχειλίζει η ψυχή του. Τούτο δεν σημαίνει πως σαν νέος και ωραίος και επαναστάτης δεν είναι και ερωτικός ποιητής. Ο Μαρκόπουλος που τον έχει μελετήσει διεξοδικά λέει ότι είναι «τρυφερά ερωτικός». Αλλά βλέποντας την ποίησή του προσανατολισμένη στα πολιτικά-κοινωνικά, «στερούμαστε μια άλλη διάσταση του έργου του», την ερωτική, η οποία, ωστόσο, είναι και αυτή διακριτικά παρούσα.

Γιατρός ακτινολόγος στο επάγγελμα, φυσικό ήταν να ακτινογραφήσει και την εποχή του και την ποίηση. Έδωσε το στίγμα της γενιάς του, δίνοντας το «παρών» πρώτα με το πατριωτικό έργο κι έπειτα με το λογοτεχνικό έργο. Έκανε την πράξη λόγο, πηγαίνοντας ανάποδα τη φυσική σειρά που είναι να κάνει τον λόγο πράξη. Κι αυτό γιατί δεν πρόλαβε να πει. Ήταν πολύ νέος τότε και σαν νέος ένιωσε την ανάγκη να πράξει. Και μετά να γράψει. Ένιωσε και έπραξε και έπαθε και έγραψε. Αυτή είναι κλίμακα της ζωής του.

Η μοίρα του ήταν να απογοητευτεί, όπως κάθε ονειροπόλου ή επαναστάτη. Γιατί ο ξεσηκωμός είναι εύκολος και ενθουσιώδης και η σύμπνοια και οι φίλοι. Μετά έρχονται οι πικρές ώρες. Και οι πικρές ώρες που ακολούθησαν την ήττα της γενιάς του τον έκαναν να γράφει απαισιόδοξα και ειρωνικά, να καβαφίζει, να παραδειγματίζεται από την γοητεία του Αλεξανδρινού, να ανατρέπει  τα πράγματα που τόσο περίτεχνα στρώνει και να δείχνει πώς είναι το σκηνικό από μέσα. Όπως στο θέατρο. Καδρόνια και σκηνικά ατάκτως ερριμμένα πίσω από τη λαμπερή επιφάνεια. Αυτή την άχαρη εικόνα μας δίνει στο ποίημα «Ποιητική».

-Προδίδετε πάλι την Ποίηση θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου 
Την χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
 των σκοτεινών επιδιώξεών σας 
Εν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

Και φυσικά μέχρι εδώ ποιος δεν αναγνώρισε το ύφος το κολλαριστό, το επίσημο, το ψεύτικο, το πομπώδες, τα κούφια λόγια του αέρα. Τη γλώσσα της συνθήκης, της προσποίησης. Εκείνος ο  πληθυντικός –«προδίδετε» – σαν να λέμε εσείς όλοι, η γενιά σας, «Προδίδετε την Ποίηση» με κεφαλαίο «Π», για να δείχνει την κούφια μεγαλοπρέπεια του είδους, και βέβαια τέτοιοι είναι οι καινολόγοι, αυτοί που δήθεν θέλουν την ποίηση καθαρή. Τι θα πει καθαρή, μακριά από τον άνθρωπο και τη ζωή, πέραν της πολιτικής. Αλλά είναι δυνατόν η Ποίηση να μην είναι και πολιτική, δηλαδή, να μην αντλεί από την κοινωνική πραγματικότητα; Ποιος μεγάλος ποιητής δεν έγραψε κάτω από την πίεση των συναισθημάτων που του γεννήθηκαν από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που συντάραξαν την εποχή του; Πώς θα ήταν δυνατόν ο κόσμος να καίγεται και οι ποιητές ερήμην των γεγονότων να γράφουν κλεισμένοι στον ελεφάντινο πύργο τους, ερήμην των κοινωνικών αγώνων; Ο Σολωμός και ο Κάλβος πώς έγραψαν; Ο Παλαμάς και ο Καβάφης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης και ο Ρίτσος, και όλοι, ο καθένας με το δικό του ένστικτο και τον δικό του τρόπο για την εποχή του έγραψε. Δεν υπάρχει λοιπόν καθαρή ποίηση, τέτοια δηλαδή που να γράφεται στο εργαστήριο, μακριά από τα κοινωνικά μικρόβια.

Ο Αναγνωστάκης ανήκει σ’ αυτούς που λένε ξεκάθαρα τη γνώμη τους. Η ποίηση του μοιάζει να μας λέει «Έχουμε πόλεμο και εγώ θα πολεμήσω». Δεν τον απασχολούν προσωπικά υπαρξιακά αδιέξοδα, παρά μόνο αν σχετίζονται με την πατρίδα που καίγεται και υποφέρει. Τα προσωπικά σε τέτοιες ώρες είναι πολυτέλεια.

Και ο ποιητής είναι μπολιασμένος με την εποχή του, το μικρόβιο σαν φλας αστράφτει κι εκεί μέσα στο μυαλό, στην ψυχή, κυοφορείται, και το ποίημα γεννιέται μόλις ωριμάσουν οι συνθήκες. Μόλις ολοκληρωθεί, γιατί η καλή ποίηση έχει τους κανόνες της. Αλλιώς είναι συνθηματολογία. Ή στιχάκια του ταγκό χωρίς μουσική, όπως έλεγε ο Σεφέρης, ο οποίος έλεγε επίσης ότι δεν είναι χώρος για προσωπικές εξομολογήσεις. Ούτε και όργανο προπαγάνδας. «Μερικοί τη βάζουν και φωνάζει “Ελευθερία”», λέει ο Ελύτης. Τι εννοεί μ’ αυτό; Εννοεί αυτό που λέει ο Αναγνωστάκης «Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον/ Των σκοτεινών επιδιώξεών σας». Δηλαδή τη χρησιμοποιείτε ως μέσον προπαγάνδας. Εδώ έχει στηθεί μια μεγάλη συζήτηση, για το τι πρέπει να κάνει ο πνευματικός εργάτης, ο ποιητής εν προκειμένω, και στη συζήτηση αυτή ο Σεφέρης είχε πει ότι δέχεται την αλήθεια: Χωρίς να συμφωνεί, κατανοεί αυτόν που λέει ότι τώρα έχουμε πόλεμο και θα μιλήσουμε για τον πόλεμο. Του αρέσουν οι ξεκάθαρες κουβέντες.  

Ο Αναγνωστάκης ανήκει σ’ αυτούς που λένε ξεκάθαρα τη γνώμη τους. Η ποίηση του μοιάζει να μας λέει «Έχουμε πόλεμο και εγώ θα πολεμήσω». Δεν τον απασχολούν προσωπικά υπαρξιακά αδιέξοδα, παρά μόνο αν σχετίζονται με την πατρίδα που καίγεται και υποφέρει. Τα προσωπικά σε τέτοιες ώρες είναι πολυτέλεια. Γι’ αυτό, όταν ακούει αυτούς που του λένε «Προδίδετε την Ποίηση» γίνεται έξαλλος και τότε σαν τον Καβάφη αναποδογυρίζει τα πράγματα. Εκείνη η σκηνή που συχνά βλέπουμε στον κινηματογράφο, να πιάνει ο ήρωας το τραπεζομάντηλο και να τα φέρνει όλα κάτω, δεν είναι παρά η περιγραφή των στίχων που ακολουθούν:

-Το  τ ι  δ ε ν   π ρ ό δ ω σ ε ς   εσύ ν α  μ ο υ  π ε ι ς
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιὰ
Ν᾿ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μας εγκαλείτε;

Δεν πρέπει να φύγουμε από αυτούς τους στίχους χωρίς να κάνουμε μια μνεία στον Σεφέρη. Γιατί ο Σεφέρης ανήκει στην ιδιοσυγκρασία του Αναγνωστάκη. Γι’ αυτό πίσω από τους στίχους του Αναγνωστάκη ακούω Σεφέρη:

Ποιος άκουσε καταμεσήμερα
το σύρσιμο του μαχαιριού στην ακονόπετρα;
Ποιος καβαλάρης ήρθε με το προσάναμμα και το δαυλό;
Καθένας νίβει τα χέρια του
 και τα δροσίζει.
Και ποιος ξεκοίλιασε
Τη γυναίκα το βρέφος και το σπίτι;
Ένοχος δεν υπάρχει, καπνός.
Ποιος έφυγε
Χτυπώντας πέταλα στις πλάκες ;
Κατάργησαν τα μάτια τους· τυφλοί.
Μάρτυρες δεν υπάρχουν πια, για τίποτε.
(Τρία Κρυφά Ποιήματα, « Επί Σκηνής», Ε΄) 

Καταλαβαίνουμε βέβαια πολύ καλά πως ο καβαλάρης που ήρθε καταμεσήμερα, έκαψε, έσφαξε, ξεκοίλιασε και έφυγε χτυπώντας πέταλα στις πλάκες είναι υπαρκτός. Όμως, κάποιοι προσποιούνται ότι δεν είδαν και δεν άκουσαν. Το γεγονός, ωστόσο, παραμένει και μαρτυρεί κι ας μην υπάρχουν μάρτυρες. Το ίδιο πράγμα λέει και ο Αναγνωστάκης με τους στίχους, «Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά/ Ν᾿ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε».

Ο ερωτηματικός στίχος, «Για ποια ανθρώπινα ιερά μας εγκαλείτε;» είναι σαν να τους πετάει το μπαλάκι και τους φωνάζει Ουαί υμίν, Γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριταί. Και ποιοι είναι αυτοί στους οποίους απευθύνεται ο Αναγνωστάκης; Πιστεύω πως είναι οι κριτικοί, οι ιδεολογικοί του αντίπαλοι, αλλά και όλοι εκείνοι που «ξύπνησαν» μετά τα γεγονότα για να θυμηθούν ότι είχαν δράση και να την εξαργυρώσουν με θέσεις και προνόμια. «Αυτή η ανεξέλεγκτη και χειμαρρώδης αντιστασιολογία, πόσω μάλλον από ανθρώπους που όψιμα ανακάλυψαν αυτό το ορυχείο, ομολογώ ότι με εκνευρίζει λίγο, με μελαγχολεί. Δεν διέπομαι από κανένα πνεύμα ρεβανσισμού και δεν αισθάνομαι καλά σε ένα κλίμα φραστικού παλικαρισμού που γίνεται εκ του ασφαλούς βέβαια. Είμαι ξένος σε αυτό το κλίμα. Κυρίως με ενοχλεί ο στόμφος, τα μεγάλα λόγια, η καθυστερημένη επίδειξη τίτλων και ευσήμων που για μένα ελάχιστοι τα δικαιούνται και αυτοί είναι εκείνοι που δεν τα προβάλλουν. Η ιστορία πλαστογραφήθηκε, εξευτελίστηκε, παραποιήθηκε».

Δεν είπα τυχαία ότι ο Μανόλης έχει το όνομα του Χριστού. Και δεν μου φαίνεται πως πάει μακριά η εικόνα εκείνη με τον Χριστό να αναποδογυρίζει τα τραπέζια των αργυραμοιβών στον Ναό. Οι δυο Μανόληδες ξεσπαθώνουν εναντίον των Φαρισαίων, είτε είναι στο Ναό του Σολομώντος είτε στον ναό της Ποίησης είτε στο Ναό της Πολιτικής.

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε, ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.
Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις  
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

Πράγμα που σημαίνει πως πρέπει να πούμε τα λόγια μας έξω από τα δόντια, για να τα καταλάβει ο κόσμος. Οι λέξεις να καρφώνονται σαν πρόκες, «Να μην τις παίρνει ὁ άνεμος», αλλιώς είναι αερολογίες χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.

Υπάρχει ένα παλιό ερώτημα που έθεσε κάποτε ο ελληνολάτρης Γερμανός ποιητής Χέλντερλιν: «Wozu dichter in dürftiger Zeit?» που ο Γιώργος Σεφέρης απέδωσε στα ελληνικά: «Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ ένα μικρόψυχο καιρό;». Η λέξη dürftiger, όμως, που ο Σεφέρης μεταφράζει «μικρόψυχο», υποδηλώνει κάτι πολύ πιο σοβαρό από το «μικρόψυχο». Ο dürftiger  καιρός δεν είναι απλώς μικρόψυχος, αλλά είναι καιρός ένδειας ή απουσίας ιεροφάνειας ή ακατάλληλης ψυχικής και πνευματικής περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Τι χρειάζονται λοιπόν οι ποιητές; Χρειάζονται για να επαναφέρουν την τάξη σ’ έναν κόσμο που έχασε τον προσανατολισμό του, την πίστη του, την ψυχή του και τη θεϊκή ανάσα του. 

Στην Αρχαία Αθήνα ο Αριστοφάνης κατέβασε στον άλλο κόσμο τον Διόνυσο, τον θεό του θεάτρου, της ποίησης δηλαδή, για να διαλέξει από τους πεθαμένους τον καλύτερο ποιητή και να τον φέρει πάνω στη γη για να αποκαταστήσει την ηθική τάξη. Δεν είναι τυχαίο που ανάμεσα στον Αισχύλο και τον Ευριπίδη επιλέγει τον Μαραθωνομάχο Αισχύλο. Γιατί ο Αισχύλος ύμνησε τον αγώνα υπέρ πατρίδος και πολέμησε ο ίδιος. Να γιατί χρειάζονται οι ποιητές.

Κάθε εποχή μπορεί να διαβάσει από τη δική της έπαλξη τους ποιητές. Και ο Αναγνωστάκης είναι ένας ποιητής που διαβάστηκε πάρα πολύ και ξαφνικά, σαν να τελείωσε και δεν είχε τι άλλο να πει, σιώπησε και αποσύρθηκε διότι όπως είπε ο ίδιος δεν ήταν επαγγελματίας ποιητής. Και αφού δεν τον απασχόλησαν τα αιώνια φιλοσοφικά προβλήματα, αλλά μόνο τα επίκαιρα, όταν δεν είχε να πει κάτι άλλο, σιώπησε. Και όλοι νόμισαν πως πάει τελείωσε. Και να που οι καιροί ξανάγιναν dürftiger, δηλαδή, μικρόψυχοι, και άψυχοι και άμουσοι, και ελλιπείς και στεγνοί. Και να, που τώρα, όχι επειδή φέτος γιορτάζουμε το έτος Αναγνωστάκη, αλλά γιατί η ζωή έκανε τον κύκλο της, ο Αναγνωστάκης ξαναπιάνει το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει και, παρά το ότι ο ίδιος δεν ζει πια, η ποίησή του μια χαρά ζει και είναι επίκαιρη όσο ποτέ.

Τον είπαν ποιητή της ήττας. Όλη η γενιά του χαρακτηρίστηκε σαν γενιά της ήττας. Τον χαρακτηρισμό τον έδωσε ο Βύρων Λεοντάρης και άναψε φωτιές. Άνοιξε μεγάλη συζήτηση αντεγκλήσεων, με επιχειρήματα εναντίον του χαρακτηρισμού. Τελικά ο χαρακτηρισμός επικράτησε. Γιατί υπήρξε ήττα του Κινήματος και η Ποίηση εξέφρασε αυτή την ήττα. Δεν ήταν όμως ηττοπαθής ο ποιητής. Ο Αναγνωστάκης διαφωνώντας με τον χαρακτηρισμό δηλώνει:
«Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή, ένα άγχος για την εποχή», «Δεν παραδέχτηκα την ήττα». Δεν είναι, επομένως,  ποιητές της ήττας αλλά της Αντίστασης. Άλλωστε, ποιητές της ήττας τούς ονόμασαν οι κριτικοί που καθόλου δεν είχαν ανακατευτεί στα γεγονότα που οι ποιητές είχαν. Οι «αργόσχολοι γραφιάδες» πάλι την έκαναν τη δουλειά, για να θυμηθούμε τον άθλιο ρόλο τους εναντίον του Νίκου Εγγονόπουλου. Μαύρη απελπισία, δηλαδή.

Και αφού δεν τον απασχόλησαν τα αιώνια φιλοσοφικά προβλήματα, αλλά μόνο τα επίκαιρα, όταν δεν είχε να πει κάτι άλλο, σιώπησε. Και όλοι νόμισαν πως πάει τελείωσε. Και να που οι καιροί ξανάγιναν dürftiger, δηλαδή, μικρόψυχοι, και άψυχοι και άμουσοι, και ελλιπείς και στεγνοί. Και να, που τώρα, όχι επειδή φέτος γιορτάζουμε το έτος Αναγνωστάκη, αλλά γιατί η ζωή έκανε τον κύκλο της, ο Αναγνωστάκης ξαναπιάνει το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει και, παρά το ότι ο ίδιος δεν ζει πια, η ποίησή του μια χαρά ζει και είναι επίκαιρη όσο ποτέ.

Το ερώτημα είναι: Καταφέρνει τίποτα η ποίηση;

Απάντηση:

«Γιατί» όπως πολύ σωστά  είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος, (ο Πατρίκιος, δηλ.)
«κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα»

«Καθεστώτα», λέξη με όλο το εξουσιαστικό, δυναστικό της περιεχόμενο που παραπέμπει σε δικτατορίες, αυταρχισμούς και καταπίεση. Και οι «μάζες» ακινητοποιημένες στο βάλτο της καταναλωτικής κοινωνίας. Οι άνθρωποι «μάζα», «σωρός» λέει ο Καβάφης στους «Νέους της Σιδώνος» και είναι ο ίδιος ο Αναγνωστάκης, που έχει επίσης γράψει τους δικούς του Νέους της Σιδώνος, ακριβώς για να δείξει πού πάει ο κόσμος σήμερα. Δυο φορές η λέξη «σήμερα» στο ποίημα. Αυτό το «σήμερα» βρίσκεται σε αντιδιαστολή με το τότε, που κάνει τις συγκρίσεις των νέων του «σήμερα» με τη δική του εποχή. Ένα ποίημα παραπονεμένο που δείχνει τους καιρούς και τα ήθη τους:

 «Ήτανε νέοι»

Οι δρόμοι ήταν σκοτεινοί και  λασπωμένοι
το πιάτο στο τραπέζι λιγοστό,
το φιλι στο κατώφλι ήταν κλεφτό 
και έρωτες μέσα στιες καρδούλες κλειδωμένοι  
Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να ’ναι και  καλή σοδειά
Τα  βράδια ξενυχτούσαν στα υπόγεια
Και  σβάρνα ολημερίς στις γειτονιές
αχ! τα σοκάκια εκείνα κι οι γωνιὲς
σφιχτά που φυλάξαν τα τίμια λόγια
Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να  ’ναι και καλή σοδειά
Δεν ξέρανε πατέρα, μάνα σπίτι,
έναν δεν δίναν για το σήμερα παρά
δε ρίχνανε δραχμές στον κουμπαρά
δεν κράταγαν μεζούρα και διαβήτη  
Ήτανε νέοι ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
και έτυχε να ’ναι και καλή σοδειά

Αυτή η καλή σοδειά που δεν νοιάστηκε για τον εαυτό της ήταν η γενιά του που σακατεύτηκε στις εξορίες, στις φυλακές και στο απόσπασμα. Και ο Αναγνωστάκης ανήκει σ’ αυτή τη γενιά που έκανε ό,τι ζητούσε η εποχή του και τον έσπρωχνε η φιλοτιμία του.

«Κι ήθελε ακόμη»

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ  Δεν παραδέχτηκα την ήττα.
Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Και το έργο που έχει αφήσει πίσω του, ας διαλύθηκε εκείνος εις τα εξ ων συνετέθη, το έργο του παραμένει, επίκαιρο, σημαία εξέγερσης, σημαία πνευματικής ελευθερίας, αλήθειας και ποιητικού ήθους.  

Στο ερώτημα του Χέλντερλιν πάνω στο ρόλο του ποιητή «σήμερα», πόσα χρόνια πριν ήταν αυτό το «σήμερα», ο Κώστας Παππάς, φίλος και του Μανόλη Αναγνωστάκη και του Τίτου Πατρίκιου, δίνει την απάντησή του στο τι κάνουν οι ποιητές: «Λοιπόν,  Αναγνωστάκη και φίλε Τίτε,  η ποίηση  είναι ανάγκη. Ομολογώ ότι χρειάζεται, κι οι ποιητές τι χρειάζονται,  Γιώργο Σεφέρη;

Σε τέτοιους δύσκολους καιρούς; (Χρειάζονται). Μανόλη Αναγνωστάκη,
πυρπολεί η ποίηση ακόμα τη νιότη μας, […] Λοιπόν, ποιητές της ήττας, Τίτε και
Μανόλη Αναγνωστάκη, η ποίηση  είναι για να ζήσουμε. Κι όχι για να πεθάνουμε.
 Όμως, τι κάνουμε τώρα αυτό είναι το θέμα. Ποίηση, Ποίηση.
(Αυτή και η άλλη Εποχή, Αθήνα 2000)

Και ποιος είναι ο ρόλος της Ποίησης σήμερα; Ρωτάει εκείνος και τελειώνω εγώ:

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.
Το πολύ πολύ  να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς
προβολείς μες στην ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν
με τη μοναδική λέξη: ζω.

Τοπίο στην ομίχλη, ο κόσμος μας και η Ποίηση «δελτάριο σε φίλους […]  με τη μοναδική λέξη: ζω», σαν τα «αγγελτήρια θανάτου» του Νίκου Εγγονόπουλου ή τη «μποτίλια στο πέλαγο» του Γιώργου Σεφέρη ή το ανεπίδοτο μήνυμα του Ελύτη. Ωστόσο «δεν πέθανα», «ζω». Και εφόσον ζω και υπάρχω, ελπίζω. Γιατί από μόνη της η ζωή είναι αντίσταση στον θάνατο και στη φθορά και ας βαδίζει κατευθείαν απάνω στον θάνατο και τη φθορά. Και το έργο που έχει αφήσει πίσω του, ας διαλύθηκε εκείνος εις τα εξ ων συνετέθη, το έργο του παραμένει, επίκαιρο, σημαία εξέγερσης, σημαία πνευματικής ελευθερίας, αλήθειας και ποιητικού ήθους. 

Όσον αφορά το σήμερα, παρά την αμουσία και την έλλειψη κάθε αναζωογονητικής πνοής, ο ποιητής δίνει το στίγμα της εποχής του και απαντά στις προκλήσεις της. Και επειδή άρχισα με τον Μανόλη συνονόματο του Χριστού. Το ποίημα «Μιλώ» που είναι γεμάτο από θρησκευτικές αναφορές, έστω και αν δίνονται από την ανάποδη, τελειώνει με το στίχο «Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους». Αυτή η φοβερή «φοβερή ερημία του πλήθους» έρχεται κατευθείαν από έναν άλλο απελπισμένο, τον Κώστα  Καρυωτάκη. Και η αίσθηση της μοναξιάς μέσα στο πλήθος, αυτή η αντινομία, εκφράζει την τραγικότητα του ανθρώπου που μένει μόνος. Ωστόσο, όρθιος. «Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω».

[1] Γιώργος Μαρκόπουλος, Εκδρομή στην Άλλη Γλώσσα, Ρόπτρον, Αθήνα 1991.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER