A+ A A-

«Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο» (Μέρος Β’) της Ελένης Λαδιά

«Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο» (Μέρος Β’) της Ελένης Λαδιά


Στην μνήμη της μητέρας μου, Ευδοξίας Λαδιά

Ο Πολύειδος υπήρξε δισέγγονος του Μελάμποδος και γιος του Κοιράνου. Αναφέρονται πολλές μαντείες και καθαρμοί, αλλά το κυριότερο κατόρθωμά του υπήρξε η ανάσταση του Γλαύκου, γιου του Μίνωος. Ο μάντις έκτισε και ιερό για τον Διόνυσο στην πόλη των Μεγάρων αφιερώνοντάς του ξόανο, που επί των ημερών του Παυσανίου φαινόταν μόνον το πρόσωπο του (Παυσανίας, Αττικά 43, 5).

«Γλαύκος δε έτι νήπιος υπάρχων, μυν διώκων εις μέλιτον πίθον πεσών απέθανεν»: Έτσι αρχίζει την διήγησή του ο Απολλόδωρος[1] για τον μικρό γιο του Μίνωος, Γλαύκο. Το παιδί, κυνηγώντας ένα ποντίκι, έπεσε σε ένα πιθάρι γεμάτο μέλι και πέθανε. Μετά την εξαφάνισή του ο Μίνως κατέφυγε σε μάντεις, για να το βρουν. Οι Κουρήτες τού αποκρίθηκαν πως αυτός που θα διέκρινε με σαφήνεια το χρώμα της τρίχρωμης αγελάδας του Μίνωος, αυτός και θα έφερνε πίσω το παιδί. Ο Πολύειδος, άριστος μάντις από το Άργος, γόνος της μεγάλης γενιάς των μάντεων Μελάμποδος, Άβαντος και Κοιράνου, παρομοίωσε το χρώμα του ζώου με βατόμουρο, γιατί το συγκεκριμένο φρούτο αλλάζει χρώμα τρεις φορές την ημέρα. Μετά την εύστοχη απάντηση, ο Πολύειδος ήταν αναγκασμένος να βρει το παιδί. Το βρήκε, αλλά ήταν νεκρό. Ο Μίνως όμως δεν άφηνε τον μάντι να φύγει, αν δεν ανάσταινε τον γιο του, κι έτσι τους έκλεισε και τους δύο μες στον τάφο. Εκεί ο μάντις σκεφτόταν τρόπο σωτηρίας, όταν βλέπει να πλησιάζει ένα φίδι. Φοβούμενος μήπως και πειράξει το νεκρό παιδί, σηκώνει το ραβδί του και σκοτώνει το ερπετό. Τότε βλέπει έκπληκτος να πλησιάζει άλλο φίδι και να τοποθετεί μια βοτάνη στο σώμα του σκοτωμένου, το οποίο αμέσως αναστήθηκε. Μιμούμενος την σοφία του φιδιού, ο μάντις κάνει τις ίδιες κινήσεις και ανασταίνει τον Γλαύκον. Όμως και μετά την ανάσταση, η απληστία του Μίνωος δεν αφήνει τον Πολύειδο να επιστρέψει στο Άργος. Του ζητά να διδάξει την μαντική στον γιο του. Ο Πολύειδος το πράττει εξαναγκασμένος, αλλά πριν από την αναχώρησή του προτρέπει τον Γλαύκο να φτύσει[2] στο στόμα του, γνωρίζοντας ως μάντις τις δυνάμεις του σιέλου. Ο Παλαίφατος[3], που ερμηνεύει και απομυθοποιεί το συμβάν σύμφωνα με τον ορθό λόγο, βεβαιώνει πως αυτός ο μύθος είναι γελοίος (Και ούτος ο μύθος παγγέλοιος). Μετά τον θάνατο δεν ανασταίνεται ποτέ ούτε άνθρωπος ούτε ζώο. Φαίνεται πως ο Γλαύκος τρώγοντας πολύ μέλι βαρυστομάχιασε και εκκρίνοντας περισσότερη χολή λιποθύμησε. Τότε έφθασαν οι ιατροί και ο Πολύειδος, που γνώριζε τα βοτάνια, και είπαν στον Μίνωα πως τον ανέστησαν.

 

Εμφανίσεις: 1603

Περισσότερα...

«Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο» (Μέρος Α’) της Ελένης Λαδιά

«Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο» (Μέρος Α’) της Ελένης Λαδιά


Στην μνήμη της μητέρας μου, Ευδοξίας Λαδιά

Πουθενά δεν εφαρμόσθηκε τόσο επιτυχώς ο νόμος της εναντιοδρομίας όσο στην αρχαία Ελλάδα, όπου ο Λόγος συνυπήρχε με την μαντεία, έτσι που να επιτευχθεί η παλίντροπος αρμονίη του Ηρακλείτου, η αρμονία που εκπορεύεται από τα αντίθετα.

Σε αυτή την μικρή μελέτη θα συμπεριλάβω τους πιο φημισμένους μάντεις. Μεταξύ αυτών λαμπρή προσωπικότητα υπήρξε ο Μελάμπους, γιος του Αμυθάονος και της Ειδομένης, ο αρχαιότερος μάντις. Ήταν ακόμη θεραπευτής, καθαρτής και ιατρομάντις. Καταγόταν από την Πύλο, αλλά έδρασε στο Άργος. Το όνομά του ετυμολογείται από τα μέλαινα πόδια, διότι η μάνα του όντας βρέφος τον άφηνε κάτω από την σκιά ενός δένδρου. Παιδάκι επίσης, όπως αναφέρει ο Απολλόδωρος (Α.11), ζούσε στα χωράφια.

Μπροστά στην αγροικία του βρισκόταν μία δρυς, όπου υπήρχε φιδοφωλιά. Όταν οι υπηρέτες σκότωσαν τα φίδια και τα έκαψαν, ο Μελάμπους έκρυψε και ανέθρεψε τα φιδάκια τους. Κι εκείνα όταν μεγάλωσαν, πήγαν καθώς αυτός κοιμόταν και του έγλειψαν τα αυτιά. Από τότε άκουγε την λαλιά των πουλιών, κι έτσι προέλεγε τα μέλλοντα.

 

Εμφανίσεις: 1810

Περισσότερα...

«Οι ασπίδες των ηρώων» της Ελένης Λαδιά

«Οι ασπίδες των ηρώων» της Ελένης Λαδιά


Στην μνήμη της μητέρας μου, Ευδοξίας Λαδιά

Προτού περιγράψω τις ασπίδες των δύο μεγάλων ηρώων, του Αχιλλέως και του Ηρακλέους, θα αναφερθώ στην μελαγχολική ιστορία του Ευφόρβου, τρωικού ήρωα, ο οποίος σκοτώθηκε στην μάχη από τον Μενέλαο. Ο Πυθαγόρας πίστευε πως σε προηγούμενη ζωή του ήταν ο Εύφορβος, ο γιος του Πάνθου, αυτός που είχε νικήσει τον Πάτροκλο. Λέγεται πως η ασπίδα του Ευφόρβου αφιερώθηκε στη Αργεία Ήρα. Με «αναμφιλέκτοις τεκμηρίοις», με αδιαφιλονίκητα στοιχεία ο Πυθαγόρας απέδειξε πως ήταν ο Εύφορβος και έπαιζε μάλιστα στην λύρα του και τραγουδούσε μελωδικά τους ομηρικούς στίχους που αφορούσαν τον σκοτωμένο ήρωα.[1]

Η κόμη του, η όμοια με των Χαρίτων, βρεχόταν από αίμα/
καθώς και οι πλόκαμοι που ήταν δεμένοι με χρυσάφι και χαλκό σε σχήμα σφήκας.
Κι όπως αυτός που καλλιεργεί βλαστάρι ευθαλούς ελιάς,
σε τόπο ερημικό, όπου αναβρύζει άφθονο ύδωρ/
ωραίο και ανθηρό, βλαστάρι που το δονούν πνοές/
παντοίων ανέμων, κι ως είναι γεμάτο με άνθη λευκά/
έρχεται αιφνιδίως άνεμος με θύελλα μεγάλη/
το ξερριζώνει από τον χώρο του και το πετάει στη γη·/
έτσι τον γιο του Πάνθου, τον έμπειρο στο ακόντιο Εύφορβο
αφού ο Ατρείδης Μενέλαος τον σκότωσε, του σύλησε τα όπλα.[2]

Η ασπίς του Αχιλλέως αναφέρεται στο Σ της Ιλιάδος (στ.468-617). Για την σωτηρία του γιου της, η θαλασσοθέα Θέτις παρακάλεσε τον Ήφαιστο να του φτιάξει τα όπλα. Ο σιδηρουργός θεός χρησιμοποίησε τα στοιχεία: χαλκό, κασσίτερο, χρυσό, ασήμι. Η επιφάνειά της ήταν χωρισμένη σε ομόκεντρους κύκλους ή δακτυλίους. «Η ασπίς ήταν μεγάλη και περίτεχνη, ενώ γύρω της υπήρχε λαμπρή τριπλή στεφάνη, από όπου κρεμόταν ένα ασημένιο λουρί. Η εικονογράφηση στην επιφάνειά της έχει σκηνές κυρίως της καθημερινότητας. Κάθε σκηνή εισάγεται με ένα νέο ρήμα δράσης.»[3] Στον πρώτο δακτύλιο, η σκηνή εισάγεται με το ρήμα έτευξε (στ.483), στον δεύτερο με το ρήμα ποίησε (στ.490), στον τρίτο με το ρήμα ετίθει (στ.541), στον τέταρτο με το ρήμα ποίησε (στ.573), στον πέμπτο με το ρήμα ποίκιλλε (στ.590) και τέλος, στην στεφάνη, με το ρήμα τίθει (στ.606).

 

Εμφανίσεις: 1894

Περισσότερα...

«Το δέντρο στην πεζογραφία και στο θέατρο» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

«Το δέντρο στην πεζογραφία και στο θέατρο» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου


[Μία περιήγηση σε κείμενα των δύο προηγούμενων αιώνων]

Τα καμένα δέντρα έρχονται για μάρτυρες στο δικαστήριο του νου σου.
Άκουσαν και είδαν τα ζωντανά αδέρφια τους πριν εκείνα παραδώσουν
την τελευταία τουςπνοή. Πρόλαβαν το τελευταίο χλωρό φύλλο πριν την οσμή
του καμένου. Εσύ, αφού ακούσεις τη μαρτυρία τους, έχεις κάτι να τους πεις;

Είναι αλήθεια ότι η οικονομική κρίση μάς οδηγεί στο να θεωρούμε την προστασία της Φύσης πολυτέλεια; Είναι γεγονός ότι οι οικολογικές πρωτοβουλίες πάσης φύσεως αναστέλλονται, διότι προβάλλονται άλλες προτεραιότητες; Διαπιστώνεται πράγματι μία οπισθοδρόμηση στην πορεία προς τη διαμόρφωση μίας υγιούς οικοπεριβαλλοντολογικής συνείδησης;

Και αν η απάντηση σε όλα τα παραπάνω είναι θετική, πόσοι/πόσες είναι εκείνοι/εκείνες από εμάς που μια τέτοια απάντηση δεν τη θεωρούσαν και αναμενόμενη; Διότι, δυστυχώς, η Φύση, εδώ και πολλές δεκαετίες, θεωρείται κάτι (ξε)χωριστό από τις ανθρώπινες κοινωνίες, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες αποτελεί αντικείμενο προς εκμετάλλευση. Φανταστείτε (στο απόσπασμα που ακολουθεί) στη θέση της καστανιάς, την οποία παρουσιάζει ο Χέρμαν Έσσε στην αρχή του βιβλίου του Νάρκισσος και Χρυσόστομος (1930), μία συνεκδοχή της Φύσης στο σύνολό της και στη θέση των ντόπιων και των Λατίνων, φανταστείτε επίσης μία συνεκδοχή της ανθρωπότητας· φανταστείτε ακόμα πως όλος ο κόσμος είναι πλέον «Βορράς» και πως χώρες με θερμότερα κλίματα δεν υπάρχουν (…). Η (δυστοπική) εντύπωση που, τελικά, σχηματίζεται (μετά την ως άνω προταθείσα συμβολοποίηση, βεβαίως) πόσο μακριά μας νομίζετε ότι βρίσκεται;

 

Εμφανίσεις: 1596

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr