A+ A A-

«Για τον Φρίντριχ Ντίρενματ» της Αλεξάνδρας Αντωνακάκη

«Για τον Φρίντριχ Ντίρενματ» της Αλεξάνδρας Αντωνακάκη


Στις 5 Ιανουαρίου 2016 συμπληρώθηκαν 95 χρόνια από τη γέννηση του Ελβετού συγγραφέα Φρίντριχ Ντίρενματ (1921-1990). Ο Ντίρενματ γεννήθηκε στην πόλη Κόνολφιγκεν, κοντά στη Βέρνη, και σπούδασε Φιλοσοφία, Λογοτεχνία και Θετικές Επιστήμες στα Πανεπιστήμια της Βέρνης και της Ζυρίχης. Εκτός από τη συγγραφή σημαντικών θεατρικών έργων, έγραψε αστυνομικά μυθιστορήματα, διηγήματα, σενάρια για ταινίες, θεατρικά για το ραδιόφωνο, κριτικές τέχνης και δοκίμια. Γνωστά είναι επίσης και τα σκίτσα του, τα οποία αποτελούν βασική προεργασία των έργων του.

Ο Ντίρενματ είναι ένας από τους σημαντικότερους δραματουργούς της μεταπολεμικής γερμανόφωνης λογοτεχνίας. Η θεωρητική του προσέγγιση στη δραματική τέχνη, όπως την ανέπτυξε κυρίως στο έργο του Προβλήματα Θεάτρου (1954) κερδίζει μία ισάξια θέση δίπλα στη θεωρία του Μπρεχτ.

Έχοντας ως πρότυπο τον Αριστοφάνη, επιλέγει την κωμωδία ως μέσο έκφρασης της κοινωνικής του κριτικής πάνω στη σκηνή. Θεωρεί ότι είναι αδύνατον να γραφτούν τραγωδίες στα μέσα του 20ού αιώνα, διότι οι προϋποθέσεις στον σύγχρονο κόσμο είναι διαφορετικές. Τα παγκόσμια δρώμενα δεν καθορίζονται πια από άτομα, αλλά από μηχανισμούς εξουσίας. Η τραγωδία προϋποθέτει ενοχή, ευθύνη, μέτρο, ενώ στην εποχή μας η ευθύνη δεν είναι πια ατομική, αλλά συλλογική. Ένας Κρέων σήμερα δεν θα αναλάμβανε προσωπικά, όπως στον Σοφοκλή, την υπόθεση Αντιγόνη, την υπόθεση θα την έκλειναν αθόρυβα οι γραμματείς του. Επομένως, η απάντηση του θεάτρου σε αυτή τη χαοτική κατάσταση του κόσμου είναι η κωμωδία. Η κωμωδία γεννιέται από μια ιδέα που πηγάζει από το παρόν, το οποίο μπορεί να γίνει κατανοητό προβάλλοντάς το μέσα από κωμικά στοιχεία.

 

Εμφανίσεις: 2300

Περισσότερα...

«Η λογοτεχνία του Φώτη Κόντογλου: σταθμοί ή αφετηρίες για τον σχολιασμό της» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

«Η λογοτεχνία του Φώτη Κόντογλου: σταθμοί ή αφετηρίες για τον σχολιασμό της» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου


«Ο Κόντογλους είναι ο ένας από τους τρεις, μ ό ν ο υ ς, π ρ α γ μ α τ ι κ ά μεγάλους Έλληνες του Μεσοπολέμου, μαζί με τον ποιητή Καρυωτάκη και τον ζωγράφο Παρθένη. Αν παλιότερα είχαμε τον Σολωμό, τον Παπαδιαμάντη και τον Καβάφη, στο Μεσοπόλεμο οι πραγματικά Μεγάλοι ήταν, το ξαναλέω, αυτοί μόνοι οι τρεις: Καρυωτάκης, Παρθένης και Κόντογλους.»(Νίκος Εγγονόπουλος, «Για τον Κόντογλου», Πεζά Κείμενα, ύψιλον/βιβλία, 1987, σελ.67)

Η Έλλη Βοΐλα-Λάσκαρη είχε κάνει στο παρελθόν την ακόλουθη άκρως ενδιαφέρουσα παρατήρηση: «Όταν σκέφτομαι τον Κόντογλου και θέλω να τον παρομοιάσω μ’ ένα σχήμα γεωμετρικό, πάντα μού έρχεται στη μνήμη μου ο κύκλος ή η σφαίρα, διότι αυτός ο άνθρωπος είχε μιαν ενότητα στη σκέψη, στην ομιλία, στη ζωή του και στην εργασία του. […] Μιλούσε όπως έγραφε, ζωγράφιζε όπως μιλούσε και έγραφε και σκεπτόταν, και η ζωή του ήταν το ίδιο».[1] Τα παραπάνω μάς παραπέμπουν σε κάποιες «εμμονές» του ανθρώπου Κόντογλου, οι οποίες βρίσκονται καταγεγραμμένες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και στο συγγραφικό έργο του και στις οποίες πρέπει, αλλά και δεν μπορεί παρά, να σταθεί οποιαδήποτε κριτική αποτίμηση, συνολική ή επιμέρους. Από τις εν λόγω εμμονές εδώ θα εστιάσουμε στις τρεις ίσως πιο σημαντικές, οι οποίες βρίσκονται, μάλιστα, σε άμεση συνάρτηση ή μία με την άλλη: α) ο ποιητής/συγγραφέας ως ζωγράφος, β) η αποστολή της Τέχνης, γ) ο γενέθλιος τόπος.

(α) Στον «Επίλογο» της Βασάντα διαβάζουμε, μεταξύ άλλων: «Ο ποιητής είναι ανάγκη, δίχως άλλο, να ’χει χαρίσματα ζωγράφου. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς βρίσκουνται άνθρωποι που δεν το ’χουν εννοήσει. Στην τέχνη του συγγραφέα χρειάζεται να γίνει ζουγραφιά το κάθε τι, είτε αίστημα είναι, είτε σκέψη. Για τούτο και τα πρώτα έργα της ανθρωπότητας, και γενικά τα μεγαλύτερα, είναι γιομάτα π α – ρ ο μ ο ι ώ σ ε ι ς»[2].

Και, βέβαια, το έργο του ίδιου του Κόντογλου είναι «γιομάτο παρομοιώσεις», είτε αυτές εννοούνται ως το γνωστό σχήμα λόγου (οι δικές του παρομοιώσεις, μάλιστα, θυμίζουν έντονα τις ομηρικές παρομοιώσεις στον τρόπο διατύπωσης· διαβάζουμε, επί παραδείγματι, στον «Θρηνητικό πρόλογο» του Το Αϊβαλί η πατρίδα μου: «Το πουλί το θαλασσοδαρμένο, πώς βρίσκει έναν βράχο μέσα στο πέλαγο και κάθεται και στεγνώνει τα φτερά του, έτσι βρίσκουμαι κ’ εγώ σε τούτα τα χώματα»), είτε αυτές εννοούνται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, όπου η συσχετιζόμενη ιδιότητα δεν αφορά σε μεμονωμένα πρόσωπα, πράγματα ή αφηρημένες έννοιες, αλλά αναφέρεται σε «μία “αρχετυπική” πραγματικότητα»[3].

 

Εμφανίσεις: 2442

Περισσότερα...

«Άντον Τσέχωφ – Αντώνης Σαμαράκης: μια διακειμενική επαφή» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

«Άντον Τσέχωφ – Αντώνης Σαμαράκης: μια διακειμενική επαφή» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου


Το όνομα του Αντώνη Σαμαράκη ταυτίστηκε και παρέμεινε ταυτισμένο με το ανθρωπιστικό μήνυμα του έργου του και, ταυτόχρονα, με το μήνυμα της αγάπης και της «απέραντης κατανόησης» που έδινε με το παράδειγμα της ίδιας του της ζωής. Θα επιχειρήσω εδώ να δείξω στον αναγνώστη του (ή έστω να τον υποψιάσω σχετικά) ότι η ως άνω επιγραμματική συμπύκνωση ζωής και έργου αποτέλεσε μία από τις πολλές άλλες επιλογές που θα μπορούσε κάλλιστα να είχε κάνει, κυρίως αναφορικά με το έργο του, ανάμεσα στις οποίες θα ήταν και εκείνη τού να δώσει το ίδιο μήνυμα μέσω, όμως, ενός «πιο λογοτεχνικά» επεξεργασμένου σημαίνοντος.

Στην εξηκοστή έκδοση του μυθιστορήματος του Αντώνη Σαμαράκη Το λάθος, αναφέρονται στη σελίδα του τίτλου τα 4 βραβεία που έχει πάρει αυτό το έργο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καθώς και το γεγονός ότι έχει μεταφραστεί σε 30 γλώσσες, σε όλο τον κόσμο, ενώ στα «αυτιά» του σκληρού εξώφυλλου και στο εξωτερικό οπισθόφυλλο σταχυολογούνται πολλά, από τα αναμφισβήτητα πολύ περισσότερα, αποσπάσματα κριτικών, για τις οποίες έδωσαν αφορμή οι 101 ξενόγλωσσες εκδόσεις του.[1] Από αυτές τις κριτικές επιλέγω εδώ τις ακόλουθες: «Αληθινό αριστούργημα. Με ιδιοφυΐα, δύναμη φαντασίας και εντελώς έξοχη τεχνική […]», του Graham Greene· «Η ιδιοφυΐα της τέχνης του Σ[αμαράκη] ανυψώνει Το λάθος  σε επίτευγμα δεξιοτεχνίας», της Colette Braeckman· «Αφάνταστα μου άρεσε Το λάθος. Η δομή του είναι συγχρόνως και μυθιστορηματική και κινηματογραφική, αληθινά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα», του Luis Buñuel· και, «Στα έργα του Σαμαράκη βρίσκουμε την ανθρωπιά όλης της ρώσικης λογοτεχνίας, ιδιαίτερα του Τσέχωφ, το “γέλιο μέσα από τα δάκρυα” του Γκόγκολ. […]», της Tatiana Chernyshova. Επιπλέον, αντιγράφω εδώ, από το πρακτικό της απονομής, το 1966, του Βραβείου Μυθιστορήματος των «12» – Επάθλου Κώστα Ουράνη, τα ακόλουθα: «[…] βραβεύεται ένα άρτιο μυθιστόρημα, Το λάθος, που το διακρίνουν πολλές αρετές: πρωτοτυπία του ευφυούς μύθου, επιδέξια πλοκή, συγχρονισμένη τεχνική, μια ατμόσφαιρα οικουμενικότητας και, προπαντός, η σαρκωμένη σε τέχνη κραυγή του συγγραφέα κατά της πιέσεως που εξασκούν τα ολοκληρωτικά –αλλά συχνά και τα μη ολοκληρωτικά– κράτη στον άνθρωπο. […] Αφηγηματική αγχίνοια και ανθρωπιά δίνουν στο μυθιστόρημα Το λάθος το δικαίωμα για το Βραβείο».[2]

Στις παραπάνω δύο παραμέτρους, όπως προέκυψαν και από τα προηγούμενα κριτικά αποσπάσματα, θα επικεντρωθώ σε αυτήν τη σύντομη ανάλυση.

 

Εμφανίσεις: 1947

Περισσότερα...

«“To τρίτο στεφάνι” του Κ. Ταχτσή: ένα αμφιλεγόμενο πόνημα» της Βασιλικής Καϊσίδου

«“To τρίτο στεφάνι” του Κ. Ταχτσή: ένα αμφιλεγόμενο πόνημα» της Βασιλικής Καϊσίδου


Μια μπάλα υπήρξε η ζωή μου
κλώτσ’ από δω
κλώτσ’ από κει
γκολ! γκολ!!!
το χάσαμε το παιγνίδι

(«Η ζωή μου»[1])

Επιδερμική αποτύπωση της μικροαστικής καθημερινότητας και κουτσομπολιού ή αιχμηρή κριτική των κακώς κειμένων της νεοελληνικής Ιστορίας και κοινωνίας; Το Τρίτο στεφάνι [2] προκάλεσε σφοδρή διχοστασία στους κύκλους της Κριτικής. Ορισμένοι χαρακτήρισαν το έργο του αδέξιο και ακατέργαστο (Βαρίκας), αταίριαστο «στη στόφα του» (Μερακλής), με τάση προς τη μικρολογία και ασημαντολογία (Σαχίνης)[3], ενώ άλλοι το θεώρησαν ένα δηκτικό σχόλιο στη σύγχρονη πραγματικότητα και ένα στιβαρό, πρωτότυπο λογοτεχνικό έργο. Στέκομαι στο βιβλίο αυτό, καθιερωμένο πλέον στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού, διότι, ενδεχομένως, πίσω από την ταμπέλα του κλασικού, λίγοι αναγνωρίζουν το βάθος του και υπερβαίνουν το αφελές μειδίαμα που προκαλεί η απολαυστική ευκολία με την οποία διαβάζεται.

Ο ΤΑΧΤΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ: ΜΙΑ ΙΔΙΑΖΟΥΣΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ[4]

Μα αληθινοί ταξιδευτές εκείνοι είναι που φεύγουν
μονάχα για να φύγουνε, καρδιές λαφρές καθώς
μπαλόνια, το μοιραίο τους ποτέ δεν τ’ αποφεύγουν
χωρίς να ξέρουν το γιατί, πάντοτε λένε: Εμπρός!
(C. Baudelaire, “Le voyage”, Fleurs du mal.)

Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1927, αλλά ανατράφηκε στην Αθήνα από τη γιαγιά του. Άσκησε ποικίλα επαγγέλματα και περιπλανήθηκε στο εξωτερικό με σύντομης διάρκειας επιστροφές στην Ελλάδα: Αγγλία, Αφρική, Αυστραλία, Γερμανία, επιχείρησε ακόμη και τον γύρο της Ευρώπης με βέσπα! Το 1951 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, Ποιήματα, και ακολούθησαν τέσσερις ακόμη ως το 1956. Το 1976 εκδίδεται η συλλογή διηγημάτων Τα Ρέστα, «μια συνέχεια και ένα σχόλιο», σύμφωνα με την Καίη Τσιτσέλη, στο Τρίτο στεφάνι, και το 1979 το Η γιαγιά μου η Αθήνα κι άλλα κείμενα, το οποίο απαρτίζεται από περιστασιακά κείμενα, γραμμένα κυρίως κατά παραγγελία.Δηλωμένος ομοφυλόφιλος και τραβεστί, ο Κώστας Ταχτσής δολοφονήθηκε άγρια το 1988 υπό ανεξιχνίαστες συνθήκες στο σπίτι του.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του έγραψε το Τρίτο στεφάνι, το οποίο απορρίφθηκε ως ακατάλληλο από τρεις εκδοτικούς οίκους και έτσι ο συγγραφέας το εξέδωσε με προσωπικά του έξοδα το 1962. Μολονότι τον πρώτο καιρό της έκδοσής του είχαν πουληθεί μονάχα 10 αντίτυπα, το 1972 εκδίδεται από τις Εκδόσεις Ερμής και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Έκτοτε ακολούθησε ραδιοφωνική (1979), τηλεοπτική (1995) αλλά και θεατρική διασκευή (2009). Το Τρίτο στεφάνι καταξιώθηκε ως το εμβληματικό του έργο· ένα στη βάση του ρεαλιστικό –μα εμπλουτισμένο με γενναίες δόσεις λυρισμού– πορτρέτο της ζωής των Ελλήνων μικροαστών, στο φάσμα του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.

 

Εμφανίσεις: 1943

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr