A+ A A-

«Η εκδίκηση της φύσης στη λογοτεχνία των Τζέιμς Μπάλαρντ και Τζεφ Βαντερμίερ» του Μιχάλη Μακρόπουλου

«Η εκδίκηση της φύσης στη λογοτεχνία των Τζέιμς Μπάλαρντ και Τζεφ Βαντερμίερ» του Μιχάλη Μακρόπουλου


Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 ο Τζέιμς Μπάλαρντ, θεωρούμενος υπό μία έννοια συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας αλλά δίχως ποτέ να χωρέσει άνετα στα στενά παπούτσια του «είδους», εξέδωσε μια σειρά από μυθιστορήματα που ως θέμα τους είχαν τη «φυσική καταστροφή», αρχής γενομένης από το πρωτόλειο, εν συγκρίσει άτεχνο, The Wind from Nowhere (Ο άνεμος απ’ το πουθενά, 1961). Ένας δυτικός άνεμος σαρώνει τη Γη, αρχικά καθιστώντας αδύνατη την αεροπλοΐα και έπειτα αναγκάζοντας τους ανθρώπους να καταφύγουν σε σήραγγες και υπόγεια.
Είχαν προηγηθεί, μεταξύ πολλών άλλων, τα μυθιστορήματα καταστροφής (The Day of the Triffids [Η ώρα των τριφίδων, 1951], TheChrysalids [Οι χρυσαλίδες, 1955]) του Τζον Γουίνταμ, μα εκείνος, αν και συναρπαστικός με τον τρόπο του, εντέλει ήταν απλώς ένας «παραμυθάς» που η κυριολεξία των μύθων του τον περιόριζε. Οι ιστορίες του ήταν ιστορίες και τίποτε άλλο – ή αν εκτός από ψυχαγωγικές, ήταν και «διδακτικές», ήταν αφελώς τέτοιες κατά έναν κλασικό και ακίνδυνο τρόπο που δεν έκανε ποτέ τον αναγνώστη να ανησυχήσει αληθινά («ευχάριστες καταστροφές» τις είχε βαφτίσει ο Μπράιαν Άλντις).

Απεναντίας, οι ιστορίες του Μπάλαρντ δεν απέπνεαν ποτέ κάτι «ακίνδυνο» ή «ευχάριστο» – ο συγγραφέας τους υπήρξε εξαρχής «ανησυχητικά μοντέρνος». Το The Wind from Nowhere ακολούθησαν τα The Drowned World (Η πλημμύρα, 1962), The Drought ή The Burning World (Η ξηρασία, 1964) και The Crystal World (Κρυστάλλινος κόσμος,1966). Στo The Drowned World, οι πάγοι έχουν λιώσει και η πλημμυρισμένη Γη έχει μετατραπεί σε υδάτινο τροπικό κόσμο. Στo TheDrought, το νερό που απομένει στη Γη είναι ελάχιστο, φέρνοντας μια παγκόσμια ερημοποίηση. Στο The Crystal World, σ’ ένα τροπικό δάσος όπου ένας γιατρός προσπαθεί να φτάσει σε μιαν αποικία λεπρών, ένα παράξενο φαινόμενο μεταμορφώνει τα πάντα σε κρυστάλλους.

 

Εμφανίσεις: 1035

Περισσότερα...

«Είκοσι χρόνια από την εκδημία του Οδυσσέα Ελύτη» της Ανθούλας Δανιήλ

«Είκοσι χρόνια από την εκδημία του Οδυσσέα Ελύτη» της Ανθούλας Δανιήλ


Σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα, ο ποιητής πάντα παρών και η μνήμη του καίει όχι μόνο στα βουνά, σαν άκαυτη βάτος, αλλά και στα βιβλία μας και στα χαρτιά μας και στην καρδιά μας. Έχει μιλήσει Ελληνικά, έχει δημιουργήσει τον νέο ελληνικό μύθο, έχει παίξει με το φως στα χέρια του και με τον άνεμο στα μαλλιά του, έχει μεταμορφώσει τον κόσμο μας και έχει διορθώσει την οπτική μας. Μας έχει δώσει όραμα για τον μέλλοντα χρόνο, αυτόν που θα ζήσουμε, αλλά και αυτόν που θα υπάρχει, όταν εμείς δεν θα υπάρχουμε.

Η συμπλήρωση των είκοσι χρόνων από την εκδημία του Οδυσσέα Ελύτη είναι απλώς η αφορμή και όχι η αιτία γι’ αυτό το κείμενο. Η αιτία θα υπάρχει πάντα, άπαξ και εκείνος υπήρξε. Οι μέλλουσες γενιές θα βρίσκουν στην ποίησή του την ελπίδα και την υπερηφάνεια που απαιτείται να έχει ο άνθρωπος στις δύσκολες ώρες για να ζήσει. Προαπαιτούμενα: Να ακούει τη Φύση και να βλέπει την ωραία Κόρη που έρχεται.

 

Εμφανίσεις: 1605

Περισσότερα...

«Ένας καλλιτέχνης στην “Αργώ”» της Ελένης Λαδιά

«Ένας καλλιτέχνης στην “Αργώ”» της Ελένης Λαδιά


Στην μνήμη της μητέρας μου, Ευδοξίας Λαδιά

Ήταν σοφή η συμβουλή του Κενταύρου Χείρωνος στον Ιάσονα να συμπεριλάβει, ανάμεσα στα διαλεγμένα παλικάρια, κι έναν καλλιτέχνη. Τον μουσικό Ορφέα. Με το καλλίφωνο τραγούδι του, την μαγευτική του λύρα, της οποίας ο ήχος μετακινούσε δένδρα και λίθους, καθώς και με την μαντική του, βοήθησε πολύ στην Αργοναυτική εκστρατεία. Αυτό που παρατηρείται τόσο στα Αργοναυτικά του Ορφέως, όσο και στα Αργοναυτικά του Απολλωνίου του Ροδίου, είναι το κοσμογονικό περιεχόμενο των τραγουδιών του μουσικού. Κοσμογονικό, όπως είναι η ορφική θεολογία και οι ορφικοί ύμνοι. Το περιεχόμενο των ορφικών ύμνων είναι δισυπόστατο: τα φυσικά στοιχεία (αστέρια, ήλιος, φύση, θάλασσα κ.ά.) διατηρούν συγχρόνως και το ανθρωπομορφικό στοιχείο, ενώ οι θεότητες αντιστοίχως διαθέτουν και συμπαντικό χαρακτήρα (κοσμογονική η Ήρα συμβολίζει τον αέρα, συμπαντικός ο Παν κ.ά.).

Στα Αργοναυτικά του Ορφέως μιλά ο ίδιος ο θεολόγος, απευθυνόμενος στον φίλο του, Μουσαίο: «Τραγουδώντας για χάρη σου, λυράρη,/ η ψυχή μου μου λέει να πω όσα πιο πριν δεν είπα,/ από Βάκχο κι Απόλλωνα σαν ήμουν κεντρισμένος»[1]. Και κατόπιν θα υμνήσει το αρχαίο Χάος, την ανίκητη Ανάγκη (μία μεγάλη έννοια του ορφισμού, όπως και η ειμαρμένη), τον Χρόνο που γέννησε τον Αιθέρα, τον δίμορφο έρωτα, τον Φάνη (τον πρωτοφανέρωτο) τον ανδρόγυνο, πατέρα της αιώνιας νύχτας, τις σταγόνες του ουρανού που έπεσαν σαν όλεθρος στην γη, από όπου ξεπήδησε το θνητό γένος, και την λατρεία της Ορείας Μητέρας. Τραγουδά για τους Κορύβαντες, την ιερή Λήμνο και Σαμοθράκη, για το ταξίδι του στην Αίγυπτο και την κατάβασή του από το Ταίναρο στον Άδη για να πάρει πίσω την γυναίκα του. Ανεπιτυχώς. «Κι έτσι, Μουσαίε, τώρα που πέταξε ψηλά από το σώμα μου ο οίστρος, θα σου αποκαλύψω πώς ήλθε στην Πιερία, στις κορυφές των Λειβήθρων, ο ημίθεος Ιάσων στο πολυήρατον σπήλαιό μου να με ζητήσει βοηθό στον ταξίδι με το ποντοπόρο πλοίο του. Και με βρήκε την ώρα που ετοίμαζα την ποικιλμένη λύρα μου να πω γλυκόφωνο τραγούδι, για να σαγηνεύσω αγρίμια, πουλιά και ερπετά. Ήμουν πολύ κουρασμένος από τα ταξίδια μου στην Αίγυπτο και στην Λιβύη, όπου εξηγούσα τους χρησμούς λόγω του οίστρου, γι’ αυτό και με έφερε η μάνα μου στο σπήλαιο να περάσω τα θλιμμένα μου γηρατειά. Όμως δεν αρνήθηκα στον Ιάσονα, διότι δεν μπορώ να ξεφύγω από το πεπρωμένο μου, και με πιέζουν οι προτροπές των Μοιρών» (αλλ’ ουκ έσθ’ υπαλύξαι α δη πεπρωμένα κείται).

Το πρώτο τραγούδι του Ορφέως (σε αυτό το έργο της πρωτοπρόσωπης γραφής) ήταν προτού ξεκινήσει η Αργώ. Μολονότι τα παλικάρια προσπαθούσαν να σύρουν το πλοίο στην θάλασσα, εκείνο είχε κολλήσει στην άμμο, εμποδισμένο κι από τα ξεραμένα φύκια της στεριάς. Ο Ορφεύς με την φόρμιγγά του συμβούλευσε τους Μινύες ήρωες τον τρόπο για την μετακίνηση του πλοίου, ενώ διέταξε την Αργώ, την καμωμένη από δρυς και πεύκα, να ακολουθήσει τον δρόμο της θαλάσσης. Τότε τον άκουσε η ανθρωπόφωνη δρυς από το όρος Τόμαρο, που βρισκόταν κάτω από την καρίνα, και τον υπάκουσε.

 

Εμφανίσεις: 1302

Περισσότερα...

«Τα “Πένθιμα αστεία” στον “Επικήδειο” του Ιωάννη Κονδυλάκη» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

«Τα “Πένθιμα αστεία” στον “Επικήδειο” του Ιωάννη Κονδυλάκη» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου


«ο δε την της ψυχής φύσιν αμωσγέπως επινοών […] ου μικρόν έχει της

προς τον βίον ευθυμίας εφόδιον την προς τον θάνατον αφοβίαν» (Πλουτάρχου, Περί ευθυμίας)

Το διήγημα «Ο Επικήδειος» ανήκει στη συλλογή διηγημάτων του Ιωάννη Κονδυλάκη με τον τίτλο Όταν ήμουν δάσκαλος, «με την ομώνυμη νουβέλλα στην αρχή και τα δεκαεπτά άλλα μικρότερα διηγήματα κατόπι, που πρωτοτυπώθηκε στα 1916 από τη Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη Φέξη, και ξαναβγήκε μετά το θάνατό του σε δεύτερη έκδοση στη σειρά του Ελευθερουδάκη»[1]. Σύμφωνα, δε, με τον Κώστα Στεργιόπουλο, ο οποίος, εξάλλου, θεωρεί ότι το καθαρά λογοτεχνικό έργο του Κονδυλάκη «είναι διηγηματογραφικό και μόνο διηγηματογραφικό», τα διηγήματα αυτής της συλλογής «έχουν κάτι απ’ τη συντομία της μονοκοντυλιάς κι’ από την κλασική της “ένδεια”»: «Η ταχύτητα της ματιάς, που ξέρει να ξεχωρίζει βιαστικά και χωρίς χρονοτριβή το “ουσιώδες”, η γρήγορη διαγραφή των προσώπων και, γενικά, το “λακωνίζειν” υπήρξαν στην περίπτωσή του όχι μόνον αρετές έμφυτες, αλλά και ιδιότητες, που τις όξυνε η μακρόχρονη θητεία του στη δημοσιογραφία και, συχνά, τις επέβαλλε η βιοποριστική του απασχόληση»[2]. Παρουσιάζει, λοιπόν, ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι το διήγημα «Ο Επικήδειος», στην πραγματικότητα, αποτελεί τη δεύτερη, καλύτερα επεξεργασμένη εκδοχή του παλαιότερου διηγήματος του Κονδυλάκη «Πένθιμα αστεία»[3]· ο συγγραφέας θεώρησε, προφανώς (και πολύ ορθά, εάν κρίνουμε εκ του αποτελέσματος, μιας και ο «Επικήδειος» αποτελεί το δημοφιλέστερο ίσως από τα σύντομα διηγήματά του[4]), ότι στο συγκεκριμένο θέμα άξιζε να αφιερώσει περισσότερο χρόνο. Διαπιστώνεται, με αυτόν τον τρόπο, άλλος ένας λόγος, πέρα από το ταλέντο του συγγραφέα και την επιλογή του σκανδαλιστικού θέματος, για τον οποίο το εν λόγω πεζογράφημα είναι τόσο επιτυχημένο: ο δημιουργός του διέθεσε τον απαραίτητο για την τελειοποίησή του χρόνο, κάτι που δεν μπορούσε να κάνει πάντοτε στη συγγραφική του σταδιοδρομία[5].

Κατ’ αρχάς, και στο ενδεχόμενο πλαίσιο μίας βιογραφικής κριτικής, θα έπρεπε να γίνει, έστω μία ενδεικτική, αναφορά στα αυτοβιογραφικά στοιχεία που ανιχνεύονται στον «Επικήδειο». Ο Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, επί παραδείγματι, εστιάζοντας στην πρώτη παράγραφο του διηγήματος, όπου γίνεται λόγος για την εύθυμη συντροφιά των νέων στα Χανιά, οι οποίοι συνήθιζαν να ιππεύουν στα περίχωρα, συχνά να μεθούν και στη συνέχεια να κολυμπούν έφιπποι, γράφει: «Φύσις οία ο Κοντυλάκης, φίλος του κυνηγίου και της καλοζωΐας, όσον εχθρός της αδρανούς διδασκαλικής ζωής, δεν ηδύνατο να υπομείνη την υπηρεσίαν του ελληνοδιδασκάλου και δεύτερον έτος. Παρητήθη λοιπόν ο Κοντυλάκης της θέσεως του σχολάρχου και ετράπη προς την δημοσιογραφίαν. Την ζωήν των χρόνων αυτών περιγράφων εις τον “Επικήδειον”, λέγει περί εαυτού: […]»[6]. Την αυτοβιογραφικότητα του «Επικήδειου» υπαινίσσεται και η Δήμητρα Φραγκάκι, στο «Εισαγωγικό Σημείωμα» του δεύτερου τόμου των Απάντων του Κονδυλάκη: «Τα μέχρι του 1889 χρόνια, παρ’ όλο που συνδέονται με τις νεανικές του “κουζουλάδες” (θυμηθείτε τις χανούμισσες, τον “Επικήδειο” και τα επεισόδια με τον θείο του Πέτρο που κάποτε τον έδιωξε κι’ από το σπίτι του γιατί έκανε, λέει, στα παιδιά του αντιθρησκευτική προπαγάνδα) βλέπουν και τους πρώτους του δημοσιογραφικούς αγώνες»[7]. Η ίδια, λίγες σελίδες νωρίτερα, είχε αναφερθεί και στα «Πένθιμα αστεία», ως «πρώτη μορφή του “Επικήδειου”»[8]. Αμέσως τώρα, λοιπόν, θα εξετάσουμε εν συντομία τις διαφορές των δύο εκδοχών και (μέσω και αυτών), στη συνέχεια, θα σχολιάσουμε τους λόγους της θαυμαστής επιτυχίας του «Επικήδειου».

 

Εμφανίσεις: 1460

Περισσότερα...

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ...

  1. «Ο κριτικός Μανόλης Αναγνωστάκης και το περιοδικό “Κριτική” (1959-1961)» του Χρ. Δ. Αντωνίου
  2. «Για τον Φρίντριχ Ντίρενματ» της Αλεξάνδρας Αντωνακάκη
  3. «Η λογοτεχνία του Φώτη Κόντογλου: σταθμοί ή αφετηρίες για τον σχολιασμό της» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου
  4. «Άντον Τσέχωφ – Αντώνης Σαμαράκης: μια διακειμενική επαφή» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου
  5. «“To τρίτο στεφάνι” του Κ. Ταχτσή: ένα αμφιλεγόμενο πόνημα» της Βασιλικής Καϊσίδου
  6. «Ο Τομπάιας Σμόλετ, ο Κάρολος Ντίκενς και το αγγλικό πικαρέσκο» του Μιχάλη Μακρόπουλου
  7. «Μανόλης Αναγνωστάκης – Νίκος Καββαδίας: μια δυνατή φιλία» του Φίλιππου Φιλίππου
  8. «Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο» (Μέρος Γ’) της Ελένης Λαδιά
  9. «Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο» (Μέρος Β’) της Ελένης Λαδιά
  10. «Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο» (Μέρος Α’) της Ελένης Λαδιά

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr