«Έρωτας αγνός» του Φάνη Κωστόπουλου

«Έρωτας αγνός» του Φάνη Κωστόπουλου

Στην ιστορία που έγραψε ο Βολταίρος για τον αιώνα του Βασιλιά Ήλιου αφιερώνει ένα μέρος του βιβλίου στους ανθρώπους των γραμμάτων. Υπάρχουν επομένως εκεί οι μεγάλοι συγγραφείς: ο Πασκάλ, ο Μολιέρος, ο Λαφονταίν, ο Ρασίν και άλλοι που μας είναι αρκετά γνωστοί από το έργο τους. Υπάρχουν όμως και οι άλλοι (και εδώ, νομίζω, έχουμε το πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου) των οποίων το έργο μάς είναι τελείως άγνωστο και τα ονόματά τους τα διαβάζουμε για πρώτη φορά. Ωστόσο, τα λίγα που μας λέει ο Βολταίρος γι’ αυτούς και το έργο τους ή μπορούν να θεωρηθούν από ιστορικής και λογοτεχνικής πλευράς ενδιαφέροντα ή μπορούν να χαρακτηριστούν πικάντικα. Και αυτός ο τελευταίος χαρακτηρισμός είναι, νομίζω, ο πιο κατάλληλος για το περιστατικό που διάλεξα από το βιβλίο του και αφηγούμαι εδώ ελεύθερα. Μια διασάφηση ακόμα: Ο Πιερ Λενέ ήταν conseiller d’Etat (σύμβουλος Επικρατείας, θα λέγαμε σήμερα) και ήταν γεννημένος στη Ντιζόν. Το γεγονός ότι είχε μπει ως ακόλουθος στην υπηρεσία του Grand Condé τού επέτρεψε αργότερα να γράψει απομνημονεύματα αρκετά ενδιαφέροντα για την Επανάσταση της Σφενδόνης. Εκεί ο Βολταίρος βρήκε και ξέθαψε αυτή την πικάντικη ιστορία, για να τη βάλει στο βιβλίο του ως προϊόν τυμβωρυχίας. Ας δούμε, λοιπόν, τι λέει αυτή η ιστορία.

Η νέα και όμορφη κυρία έπληττε. Και έπληττε γιατί ο αριστοκράτης σύζυγός της βρισκόταν μακριά, έξω από τη Γαλλία. Σε τέτοιες περιπτώσεις το φάρμακο για την πλήξη είναι –ακόμη και σήμερα– μια κρυφή και σύντομη, ερωτική σχέση. Και αυτό δεν άργησε να γίνει. Το απρόβλεπτο και δυσάρεστο ήταν ότι η αξιέραστη κυρία έμεινε έγκυος. Οι μέρες και οι μήνες περνούσαν, και η εγκυμοσύνη κάλπαζε. Το πρόβλημα, από κρυφό που ήταν, έγινε τώρα φανερό. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε και ένα γράμμα από τον σύζυγο, όπου της έγραφε πως επιστρέφει. Στην απελπισία της απευθύνθηκε στον Λενέ. Kαι μάλιστα χωρίς να τον γνωρίζει. Με δάκρυα στα μάτια και με φωνή ραγισμένη από τη συγκίνηση του είπε πως αν το μάθει ο άντρας της, θα τη σκοτώσει. Αν όχι με λιθοβολισμό σαν τη μοιχαλίδα του Ευαγγελίου, σίγουρα με το όργανο που η τάξη των ευγενών χρησιμοποιεί σε θέματα τιμής – το ξίφος.

Το πρόβλημα ήταν δύσκολο. Και το χειρότερο είναι ότι ο Λενέ δεν είχε λύση. Θυμήθηκε όμως τον πρεσβευτή της Ισπανίας που είχε τη φήμη γυναικά. Τέτοιοι άνθρωποι για τέτοιες περιπτώσεις θεωρούνται επαΐοντες. Κάτι λοιπόν θα ξέρει, σκέφτηκε. Και πράγματι δεν έπεσε έξω: του βρήκε τη λύση. «Η υπόθεση πρέπει να φτάσει στον βασιλιά» του είπε. «Μόνον αυτός, ο παντοδύναμος μονάρχης, μπορεί να δώσει λύση στο πρόβλημα». Και έτσι έγινε. Μόλις ο βασιλιάς έμαθε την υπόθεση, γέλασε πονηρά και υπέγραψε ένα lettre de cachet, ένα μυστικό και λυτρωτικό, για την ωραία κυρία, διάταγμα, για τη σύλληψη και τη φυλάκιση του αναξιοπαθούς συζύγου της. (Το γεγονός αυτό μας βεβαιώνει ακόμη μια φορά πως η Βαστίλη, η μισητή αυτή φυλακή στον παρισινό λαό, όταν εξερράγη η Γαλλική Επανάσταση ήταν δεσμωτήριο μόνο για ευγενείς – και συχνά κερατάδες).

Έτσι είχαν τα πράγματα, όταν ο σύζυγος της κυρίας έφτασε στο Παρίσι. Κάποια στιγμή, χωρίς να καταλάβει τι συμβαίνει και για λόγους που έμειναν για πάντα ανεξακρίβωτοι, τον έκλεισαν στη Βαστίλη. Εκεί θα έμενε ώσπου να γεννηθεί το παιδί του παράνομου έρωτα και να δοθεί σε κάποιο ίδρυμα. Όταν ολοκληρώθηκε η περίοδος της κύησης και το παιδί γεννήθηκε, ο βασιλιάς ζήτησε συγγνώμη από τον απατημένο σύζυγο. Θεώρησε μάλιστα σκόπιμο να του προσφέρει και ένα ακριβό δώρο, «δώρο του κερατά», όπως έλεγαν μεταξύ τους εκείνοι οι λίγοι που ήξεραν την υπόθεση. Και δεν είχε άδικο. Ο σύζυγος, με τη συγγνώμη του βασιλιά και με την προσφορά του βασιλικού δώρου, ήταν από κάθε πλευρά ικανοποιημένος. Ακόμη πιο ικανοποιημένη ήταν βέβαια η σύζυγος, η οποία λίγες μέρες πριν γεννηθεί το παιδί έστειλε ένα γράμμα στον Λενέ, για να εκφράσει την ευχαρίστησή της για όσα έκανε. (Εδώ τελειώνει η ερωτική ιστορία του Βολταίρου, παραλείποντας, θα ’λεγε κανείς, επίτηδες κάτι, για να το συμπληρώσω εγώ). Έστειλε όμως το γράμμα και για άλλο λόγο: για ν’ αποδώσει ευθύνες, αφού καμία γυναίκα δεν δέχεται το φταίξιμό της, στον EΡΩΤΑ τον ΑΓΝΟ. Και, καθώς ήταν καλλιεργημένη πνευματικά και καθόλου άμοιρη ποιητικού ταλέντου, το έκανε σε έμμετρο λόγο.

Ο τέλειος έρωτας και αγνός
πέρα απ’ τη σκέψη πάει του καθενός.
Έτσι δεν ξέρεις, άμα αυτός αρχίζει,
αυτό που σου προσφέρει τι κοστίζει.
Η άμοιρη καρδιά μου αν δε ζητούσε
τον τέλειο έρωτα κι αγνό να ζήσει,
που τώρα «φουσκωμένη» μ’ έχει αφήσει,
την κάθε δυστυχία θ’ αγνοούσε
κι ο άντρας μου δε θα ’ταν στη Βαστίλη,
που έρωτας αγνός τον έχει στείλει.

 

«Ένα ελληνιστικό μυθιστόρημα λαβωμένο από έρωτα» της Ελένης Λαδιά

«Ένα ελληνιστικό μυθιστόρημα λαβωμένο από έρωτα» της Ελένης Λαδιά

Ξενοφών ο Εφέσιος (2ος μ.Χ. αι.): Τα ΕφεσιακάΟι κατ’ Ανθίαν και Αβροκόμην εφεσιακοί λόγοι)

Στη μνήμη της μητέρας μου Ευδοξίας Λαδιά

«Οι αποτιμήσεις των ειδικών για την τέχνη του Ξενοφώντα είναι ακραίες: οι περισσότεροι τον θεωρούν φτωχό και ατάλαντο συγγραφίσκο (ή, αντίστοιχα, συμπιλητή), ενώ μερικοί υμνούν τη χαριτωμένη απλότητά του σαν να πρόκειται για καλλιτεχνικό επίτευγμα» αναφέρει ο μελετητής του αρχαίου μυθιστορήματος Tomas Hαgg [1].

Προσωπικώς γοητεύομαι όχι μόνον για τον τρόπο γραφής του, πότε πρωτοπρόσωπη πότε τριτοπρόσωπη, ή για την τεχνική του εγκιβωτισμού (στην ιστορία του ψαρά των Συρακουσών κ.α.), συνήθεις λογοτεχνικές δομές σε όλα τα ελληνιστικά μυθιστορήματα, αλλά κυρίως διότι το συγκεκριμένο μυθιστόρημα έχει μια διάρθρωση προβλήματος γεωμετρικού τόπου. Κατά κάποια έννοια, στην υπόθεση του γεωμετρικού ορισμού εμπεριέχεται το ζητούμενο της απόδειξης.

Το μυθιστόρημα αρχίζει με την περιγραφή των δύο νέων: του Αβροκόμη και της Ανθίας. Είναι και οι δύο πανέμορφοι, σχεδόν θεϊκής ωραιότητος, με ψυχικά και πνευματικά χαρίσματα. Ο Αβροκόμης ήταν όμως επηρμένος για την ομορφιά του και χλεύαζε ακόμη και τον θεό Έρωτα, λέγοντας πως ήταν άτρωτος στα βέλη του. Στην εορτή όμως της μεγάλης θεάς, της Εφεσίας Αρτέμιδος, ο νέος συνάντησε την ωραιοτάτη Ανθία, και τότε ένας κεραυνοβόλος και βαθύς έρωτας τους αιχμαλώτισε.

Ο έρως τούς καταδυναστεύει κι εκείνοι, περνώντας τον χρόνο τους στο ιερό της θεάς, κοιτάζονταν με λαχτάρα, μη τολμώντας να μιλήσουν για το αίσθημά τους. Από τον απραγματοποίητο πόθο τους άρχισε να καταβάλλεται το σώμα και να μαραίνεται η ομορφιά τους. Οι γονείς τους ανήσυχοι καλούσαν μάντεις και ιερείς για την θεραπεία των τέκνων τους, μέχρι που έστειλαν απεσταλμένους στο ιερό του Κολοφωνίου Απόλλωνος για να πάρουν έναν αληθινό χρησμό.

Ο χρησμός ήταν έμμετρος σε εννέα στίχους. Αυτός ο χρησμός, σχεδόν στην αρχή του μυθιστορήματος, μου θύμισε την δομή του γεωμετρικού τόπου. Όλα φαίνονται στον χρησμό και η ακόλουθη αφήγηση επαληθεύει τα λόγια του. Τα λόγια του χρησμού μιλούσαν για την ίδια αρρώστια των νέων και για την κοινή τους θεραπεία. Όμως στο μέλλον (έγραφε) τους περιμένουν μόχθοι και βάσανα, θα διαφύγουν από την θάλασσα και θα τους καταδιώξουν ληστές, θα αιχμαλωτισθούν από κάποιους θαλασσινούς, που αντί για νυφικό θάλαμο θα τους ετοιμάσουν μνήμα και νεκρική πυρά. Τους προτρέπει στις ακτές του Νείλου, στο ιερό της Ίσιδος, να αφιερώσουν πλούσιες προσφορές. Στο τέλος, μετά από φοβερά παθήματα, θα βρουν την γαλήνη.

Ο χρησμός είναι μια περίληψη του μυθιστορήματος, ενώ η αφήγηση και η πλοκή τον επαληθεύουν. Οι γονείς τους, αδυνατώντας να εξηγήσουν την μαντική γλώσσα, απεφάσισαν να ξορκίσουν τον χρησμό παντρεύοντας τους νέους. Όταν έφτασε η ώρα του γάμου, έγιναν οι ολονύκτιες τελετουργίες και οι θυσίες των ζώων προς τιμήν της θεάς. Ο νυφικός θάλαμος στολίσθηκε με χρυσό κρεβάτι στρωμένο με πορφυρά υφάσματα, ενώ στον θόλο του πολύχρωμα κεντήματα απεικόνιζαν παιχνιδιάρικους έρωτες. Η συναισθηματική φόρτιση των νεόνυμφων και η ηδονή παρέλυε τα μέλη τους, δεν κοιτάζονταν ούτε στα μάτια, και μόνον όταν ο Αβροκόμης αγκάλιασε την Ανθία ξέσπασαν σε φιλήματα πάθους, τρυφερόλογα και δάκρυα. Μέσα στην ευτυχία τους λησμόνησαν τα λόγια του χρησμού, αλλά όμως «ουχί το ειμαρμένον επελέληστο, αλλ’ ουδέ ότω εδόκει ταύτα θεώ ημέλει», το ειμαρμένον και ο θεός δεν τους λησμόνησε. Μετά από λίγο καιρό οι γονείς τους και πάλι, για να ξορκίσουν κάπως τον χρησμό, προέτρεψαν τα τέκνα τους να ταξιδέψουν και να γνωρίσουν άλλες χώρες. Το ταξίδι ήταν προορισμένο για την Αίγυπτο. Ένα μεγάλο καράβι ετοιμάσθηκε, γεμάτο με ενδύματα, χρυσάφι, ασήμι, ναύτες και υπηρέτες. Πριν τον απόπλου θυσίασαν και πάλι στην αγαπημένη τους θεά. Ο λαός της Εφέσου συγκεντρώθηκε στο λιμάνι για να τους κατευοδώσει και οι γονείς τούς ευχήθηκαν λέγοντας πως έπρεπε να κάνουν αυτό το δυστυχές αλλά αναγκαίο ταξίδι. Άρχιζε η επενέργεια του χρησμού. Την πρώτη ημέρα έφθασαν στην Σάμο και πρόσφεραν θυσίες στην Ήρα.

Το λατρευτικό στοιχείο είναι έντονο στο μυθιστόρημα στην εποχή του ελληνιστικού, θρησκευτικού συγκερασμού. Η ταξιδιωτική γεωγραφία συνεχίζεται. Το πλοίο, παραπλέοντας την Κω και την Κνίδο, άραξε στην Ρόδο. Οι νέοι αφιέρωσαν στον ναό του Ήλιου χρυσή πινακίδα και αναθηματική επιγραφή με τα ονόματά τους. Ο λαός της νήσου, μαγεμένος από την ομορφιά τους, τους προσκυνούσε σαν θεούς. Μετά αρχίζει η δυστυχία τους.

Στο λιμάνι ήταν επίσης αγκυροβολημένη μια μεγάλη τριήρης με Φοίνικες πειρατές• η μεγαλύτερη αιτία της κακοτυχίας τους ήταν η ομορφιά τους, που προκαλούσε τρελό έρωτα σε όποιον τους έβλεπε. Σε όλη την πορεία των περιπετειών τους στην Συρία, Κιλικία, Καππαδοκία μπόρεσαν να αντισταθούν στις χυδαίες προτάσεις των ληστών και των βαρβαρικών γυναικών, προφυλάγοντας ως άνθος λεπτόν την ενάρετη ζωή τους. Ένα παράλληλο ζεύγος των υπηρετών τους, ο Λεύκων και η Ρόδη, δεινοπαθεί κι αυτό, μπλεγμένο στα βάσανα των κυρίων τους. Ένας από μηχανής θεός και η εφευρετική φαντασία της Ανθίας (πότε έλεγε πως ήταν επιληπτική και πότε ζητούσε πίστωση χρόνου) τους έσωζαν από το αμάρτημα της σάρκας.

Μικρές εμβόλιμες ιστορίες κοσμούν το μυθιστόρημα, σχετιζόμενες πάντα με το κυρίως θέμα. Έτσι, στην Καππαδοκία έχουμε την ερωτική εξιστόρηση του ληστή Ιππόθοου στον Αβροκόμη, σχετικά με το ωραίο αγόρι, τον Υπεράνθη, μια μικρή ιστορία που βρίσκεται στην ατμόσφαιρα των καβαφικών στίχων, όπου οι ποιητικές μορφές του Μύρη, του Ιασή και άλλων αισθαντικών νέων ταιριάζουν με τον ωραίο, μυθιστορηματικό Υπεράνθη. Η ιστορία αναφέρεται σε πρώτο πρόσωπο.

Στην νεότητά του ερωτεύθηκε ο Ιππόθοος το αγόρι, όταν το είδε στο γυμναστήριο ασκούμενο στην πάλη. Ο Υπεράνθης ανταποκρίθηκε στον συνομήλικό του κι έτσι άρχισε ένας κρυφός και περιπαθής έρωτας. Ο μέγας αντίπαλος ήρθε αργότερα στο πρόσωπο του Αριστομάχου από το Βυζάντιο, ενός επιφανούς και πλουσίου ανδρός της πόλης, που ερωτεύθηκε το αγόρι και, μη δυνάμενος να το αποκτήσει, έπεισε τον πατέρα του, έναν φιλοχρήματο και πονηρό άνθρωπο, με την πρόφαση της διδασκαλίας της ρητορικής να του εμπιστευθεί τον γιο του. Αυτός ο Αριστόμαχος κρατούσε κλειδωμένο το αγόρι και μετά το πήρε στο Βυζάντιο. Ο ερωτευμένος Ιππόθοος πήγε στο Βυζάντιο, τρύπωσε νύχτα στο σπίτι του αντεραστή και, βλέποντάς τον ξαπλωμένο δίπλα στο αγόρι, οργίσθηκε και τον τραυμάτισε θανάσιμα. Μετά έφυγε με τον Υπεράνθη, αλλά στο ταξίδι τους προς την Λέσβο μια σφοδρή θύελλα βούλιαξε το πλοίο και το αγόρι, μη αντέχοντας στο κολύμπι, πνίγηκε. Ο Ιππόθοος, βαθιά λυπημένος, το έθαψε και παίρνοντας μια πέτρα για επιτύμβια στήλη χάραξε ένα επίγραμμα, όπου αναφέρει τον αγαπημένο του ως «άνθος κλυτόν». Αργότερα, λόγω βιοτικών αναγκών, έγινε ληστής.

Αν επέμεινα σε αυτή την μικρή εμβόλιμη ιστορία είναι για την καβαφική της υφή• είναι μια ελληνιστική ιστορία. Στο μεταξύ οι βασανισμένες περιπέτειες του αγαπημένου ανδρόγυνου συνεχίζονται. Μακριά ο ένας από τον άλλο, μη ξέροντας αν ζει ο σύντροφος, σοφίζονται διάφορα περιστατικά για να διατηρήσουν την σαρκική τους αγνότητα. Η ταξιδιωτική γεωγραφία συνεχίζεται. Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου: ο Αβροκόμης, όντας αθώος, πλησιάζει στον θάνατο τρεις φορές, σώζεται όμως από τις θερμές παρακλήσεις του στον θεό Νείλο. Αγνοώντας το συμβάν η Ανθία, όταν έφθασε στην Μέμφιδα, προσεύχεται στον ναό της Ίσιδος. Η ομορφιά των νέων και το γεγονός πως είναι ερωτεύσιμοι τους προκαλεί πάντοτε εμπόδια. Σε μια άλλη εγκιβωτισμένη ιστοριούλα, μαθαίνουμε για τον ψαρά των Συρακουσών, που κι εκείνος αφηγείται στον φιλοξενούμενό του Αβροκόμη την ερωτική του ιστορία. Για την πατρίδα του Λακωνία, τον έρωτά του για την Θελξινόη, για το σμίξιμό τους στην διάρκεια μιας θρησκευτικής ολονυχτίας και, τέλος, εξαιτίας των γονέων της αγαπημένης του που ήθελαν να την παντρέψουν με άλλον, για την μεταμφίεσή τους σε αγόρια και το ταξίδι τους στην Σικελία. Όταν όμως πέθανε η Θελξινόη, γέρος πλέον ο ψαράς την βαλσάμωσε κατά τον αιγυπτιακό τρόπο, την πλάγιασε στο κρεβάτι του και της μιλούσε, λες κι ήταν ζωντανή. Δεν την έβλεπε γριά, αλλά την φανταζόταν νέα και όμορφη, όπως τότε που έφυγαν κρυφά από την Λακωνία. Ο Αβροκόμης, μολονότι το συμβάν ήταν κάπως παράξενο και ανατριχιαστικό, κατάλαβε πως ο αληθινός έρωτας δεν γνωρίζει ηλικία.

Εν τω μεταξύ ο χρησμός επαληθευόταν. Βρισκόταν στους τελευταίους στίχους του. Έτσι, η Ανθία ξαναπήγε στην Μέμφιδα, στο ξακουστό αιγυπτιακό ιερό του Άπιδος, για να ζητήσει χρησμό για το μέλλον. Το καταπληκτικό ήταν πως μπροστά στο ιερό έπαιζαν παιδιά, που προφήτευαν τα μελλούμενα σε πεζό η έμμετρο λόγο. Όταν εκείνη βγήκε από το τέμενος, τα παιδιά φώναξαν «Ανθία Αβροκόμην ταχύ λήψεται άνδρα αυτής» (ταχύτατα θα ξαναβρεί η Ανθία τον άνδρα της Αβροκόμην). Οι αγαπημένοι σύζυγοι ξανασυναντώνται στην Ρόδο, κι έτσι κλείνει το μυθιστόρημα σαν ένας κύκλος. Χάθηκαν και ξαναβρέθηκαν στην Ρόδο, έτοιμοι για το ταξίδι της επιστροφής στην Έφεσο. Στον ναό της Εφεσίας Αρτέμιδος προσευχήθηκαν και προσέφεραν μια αναθηματική επιγραφή, όπου ήταν καταγεγραμμένα τα δεινά τους. Ήταν μια συμβολική προσφορά στην θεά, μια μακρινή επανάληψη του Εφεσίου προγόνου τους Ηρακλείτου, ο οποίος αφιέρωσε το έργο του στην Εφεσία Άρτεμιν.

Σημείωση:
[1] Tomas Hagg, Το αρχαίο μυθιστόρημα, μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, μτφρ. παραθεμάτων Γιώργης Γιατρομανωλάκης, MIET 2000

 

«Πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Θεοτοκά» της Νένας Κοκκινάκη

«Πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Θεοτοκά» της Νένας Κοκκινάκη

«Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ κι αγαπημένε / πάντοτ’ ευκολόπιστε και πάντα προδομένε». Με το γνωστό αυτό δίστιχο του Σολωμού ξεκινά το στερνό του βιβλίο ο συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς (Κωνσταντινούπολη 1905 – Αθήνα 1966) που πέθανε ξαφνικά στις 30 Οκτωβρίου του ’66, λίγους μήνες μετά τον γάμο του με την ποιήτρια Κοραλία Ανδρειάδη κι ενώ συνέχιζε τη μαχητική, έντονη αρθρογραφία του στην εφημερίδα Το Βήμα(την οποία είχε αρχίσει τον Ιούλιο του ’65 με τα Ιουλιανά). Στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Η εθνική κρίση (Εκδόσεις Θεμέλιο) περιλαμβάνονται έξι από τα άρθρα του εκείνης της περιόδου, τα πέντε δημοσιευμένα στο Βήμα, το έκτο κείμενο η εισήγησή του στο «Συμπόσιο για την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση». Ο συγγραφέας διευκρινίζει στον πρόλογό του ότι τα κείμενα που απαρτίζουν το βιβλίο αποτελούν «κομμάτια από ελλειπτικούς και ασύνδετους διαλόγους που γίνονται στο κατάστρωμα ενός πλοίου την ώρα της μεγάλης τρικυμίας» και εκφράζουν προσδοκίες, φόβους και αγωνίες θέτοντας ερωτήματα χωρίς απάντηση. Το ταξίδι συνεχίζεται μέσα στα χρόνια απόντος του συγγραφέως. Η τρικυμία επίσης. Σήμερα το έργο του Γιώργου Θεοτοκά φαντάζει πιο επίκαιρο από ποτέ.

Ο Γιώργος Θεοτοκάς πρωτοστάτησε στη γενιά του ’30 ως ο συγγραφέας του μανιφέστου της (Ελεύθερο πνεύμα, 1929). Είχε μάλιστα από τη νεαρή εκείνη ηλικία καταδείξει το στίγμα του: να βλέπει την όλη λογοτεχνική δημιουργία και γενικότερα την πνευματική ζωή ενός τόπου ως φαινόμενο καθαρά κοινωνικό. Η ίδια αυτή ιδέα αποτυπώνεται στο έργο του με τη μαχητική αντίθεσή του τόσο προς τη δεξιά (στα άρθρα του ’65), όσο και προς τον δυτικό ορθολογισμό, στον οποίο και ο ίδιος μαθήτευσε, όμως τον θεωρεί πλέον ξεπερασμένο και μάλλον υπεύθυνο για την κατάσταση του κόσμου. Ξεχώρισε, ωστόσο, ο Θεοτοκάς και για τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά του και για την προφητική του διάθεση που χαρακτηρίζει κυρίως τα έργα των τελευταίων χρόνων της ζωής του. Παράδειγμα το άρθρο του με τίτλο «Η δικτατορία» (Εφημερίδα Το Βήμα, 20-2-1966, υπέρτιτλος: «Εκτροπής επακόλουθα»), η οποία επεβλήθη στην Ελλάδα λίγους μήνες αργότερα, όταν ο συγγραφέας είχε ήδη φύγει από τη ζωή. Και στη νουβέλα του όμως Οι καμπάνες, το τελευταίο του πεζογράφημα, που δημοσιεύτηκε σε 25 συνέχειες επίσης στο Βήμα και εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, προαισθάνθηκε στοιχεία του μέλλοντος που είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται και να εξελίσσονται. Παρότρυνε μάλιστα και τους μελετητές να μην αντιμετωπίζουν με τρόπο απλουστευτικό τα έργα της λογοτεχνίας, «γιατί στον κόσμο του πνεύματος εκδηλώνονται οι διαθέσεις κατά κάποιο τρόπο προφητικά και προβλέπουν καταστάσεις που δεν σχηματίστηκαν ακόμη και που δεν τις συλλαμβάνει ο ανθρώπινος νους». Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το κεντρικό πρόσωπο της νουβέλας, έχοντας το προφητικό χάρισμα, διέβλεψε τον κίνδυνο της καταστροφής της ανθρωπότητας.

Ατενίζοντας σήμερα το πρόσωπο της Δύσης φθαρμένο και ουσιαστικά αλλοιωμένο, ανατρέχουμε στη ζωή και το έργο του συγγραφέα, του οποίου τα γραπτά συγκροτούν το χρονικό μιας ολόκληρης εποχής και που σίγουρα περιέχουν την απάντηση στα ερωτήματά μας. Γιατί ο Γιώργος Θεοτοκάς δεν υπήρξε απλώς ένας μυθιστοριογράφος της γενιάς του ’30, η οποία έμελλε να αμφισβητηθεί. Ο Θεοτοκάς, σύμφωνα με τον κριτικό Ανδρέα Καραντώνη, «με το δοκίμιο στο ένα χέρι και το μυθιστόρημα στο άλλο έδινε στο μυθιστόρημα πολλή από την πνευματικότητα και τον θεωρητικό αέρα του δοκιμίου και στο δοκίμιο κάτι από την πλαστικότητα και την ποίηση της αφηγηματικής του χάρης». Τι ήταν, λοιπόν; Πολιτικός δοκιμιογράφος, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας;

Στον πρόλογο του δίτομου έργου Στοχασμοί και θέσεις. Πολιτικά κείμενα 1925-1966 (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996) ο Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος, ανιψιός του Γιώργου Θεοτοκά, δίνει τρεις απαντήσεις στο ερώτημα «Γιατί πολιτικός Θεοτοκάς σήμερα;». Η πρώτη αφορά στο γεγονός ότι τα κείμενα αυτά αποτελούν μαρτυρίες: «απηχούν τα γενικότερο κλίμα της περιόδου που γράφτηκαν ανεξάρτητα από τις θέσεις που κάθε φορά υποστήριζαν», η δεύτερη εστιάζεται στο γεγονός ότι «τα πολιτικά δοκίμια του Θεοτοκά συγκροτούν υλικό για την ιστορία των ιδεών και των νοοτροπιών μιας κρίσιμης περιόδου για τον τόπο και την Ευρώπη», ενώ η τρίτη επισημαίνει «το ξαναζωντάνεμα ενός τύπου διανοουμένου που τείνει να εκλείψει στην τηλεοπτική κοινωνία μας: εκείνου που αρνείται να περιχαρακωθεί στο όποιο εργαστήρι του, παθιάζεται, θέλει να ευαισθητοποιήσει και έχει αποφασίσει να παρέμβει στα δημόσια πράγματα, χωρίς ωστόσο να τρέφει αυταπάτες για την άμεση πολιτική επίδραση του λόγου του».

Μελετώντας σήμερα τα κείμενα του Θεοτοκά, γραμμένα σε μια περίοδο μιας τεσσαρακονταετίας (περίοδο πολλαπλών κρίσεων) αναρωτιέται τι ακριβώς άλλαξε από τότε μέχρι σήμερα. Ξεπεράστηκε άραγε η εσωτερική κοινωνική ανισορροπία των κρατών, η δυσπιστία τους και οι κάθε είδους προκαταλήψεις που τα συνέχουν και τα οδηγούν συχνά σε κατάσταση παραληρήματος και κάτι παραπάνω, σε αυτήν της ομαδικής τύφλωσης; Μήπως η κρίση που βιώνουμε σηματοδοτεί το ξεκίνημα μιας καινούριας οδυνηρής εποχής που ήδη σκεπάζει τον κόσμο μέσα στα μαύρα της πέπλα; Ή μήπως τελικά εκείνο που χαρακτηρίζει τους πρωταγωνιστές των κρίσεων δεν είναι παρά το «ψυχολογικό σύμπτωμα του πειναλέου ναυαγού σε μια ξυλάρμενη σχεδία», όπως θα έλεγε ο Γιώργος Σεφέρης; Όπως και να ’χει, η απάντηση μπορεί να βρίσκεται στα λόγια του μυθιστορηματικού ήρωα: «Στηριζόμαστε στο τίποτα. Σαν τους αστροναύτες με τα σκάφανδρα κολυμπούμε κι εμείς στο κενό» (Οι καμπάνες).

Από όλα αυτά, ωστόσο, το πολύ ενδιαφέρον που συνάγεται είναι ότι ο Γιώργος Θεοτοκάς κατόρθωσε με το πολυσχιδές έργο του να υπερβεί τον παραλογισμό και την ανθρώπινη τρέλα παρουσιάζοντας τη ζωή του ανθρώπου αλλά και την ίδια την ιστορία του ως κατάφαση της ζωής και ανοίγοντας νέους ορίζοντες στη δικαιολογημένη αγωνία του. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που το έργο του παραμένει πάντα επίκαιρο.

 

«Το ομηρικόν αυτεξούσιον» της Ελένης Λαδιά

«Το ομηρικόν αυτεξούσιον» της Ελένης Λαδιά

Το αυτεξούσιον είναι βεβαίως χριστιανικός όρος, αλλά τα ίχνη του φθάνουν πολύ παλαιά, μέχρι τους ομηρικούς χρόνους.

«Ημείς γαρ αυτεξούσιοι υπό του δημιουργού γενόμενοι κύριοι των ημετέρων υπάρχομεν πράξεως» (1) γράφει ο μέγας Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Είμαστε οι κύριοι των πράξεών μας, τονίζει αναλύοντας στο βιβλίο του την έννοια και τη σημασία του αυτεξουσίου. Προσθέτει πως η εκλογή για τις πράξεις μας βρίσκεται πάντοτε στην εξουσία μας, και πως σε κάθε λογική φύση έχει εμφυτευθεί οπωσδήποτε το αυτεξούσιον θέλημα. Η λέξη «εκλογή» μάς θυμίζει την περίφημη πλατωνική ρήση: «Αιτία ελομένου· θεός αναίτιος». Η αιτία είναι του εκλέγοντος· ο θεός είναι αναίτιος (Πολιτεία 1, το τμήμα για τον μύθο του Ηρός).

Οι στίχοι από την ομηρική Οδύσσεια είναι χαρακτηριστικοί για το αυτεξούσιον. Ω πόποι, οίον δη νυ θεούς βροτοί αιτιόωνται/εξ ημέων γαρ φασι κάκ’ έμμεναι• οι δε και αυτοί/ σφήσιν ατασθαλίησιν υπέρ μόρον άλγε’ έχουσιν... (Αλίμονο πόσο άδικα μας κατηγορούν οι θνητοί, διότι λέγουν πως τα κακά είναι από μας• οι ίδιοι όμως έχουν άλγη από τις δικές τους ατασθαλίες, παρά τη μοίρα τους.)

«Το ομηρικόν αυτεξούσιον» της Ελένης Λαδιά

Ήταν τα λόγια του Διός στη συγκέντρωση όλων των θεών, εκτός του Ποσειδώνος που βρισκόταν στους Αιθίοπες, γιατί θυμήθηκε την περίπτωση του Αιγίσθου. Αυτός ο Αίγισθος, χωρίς να είναι της μοίρας του γραπτό (υπέρ μόρον), νυμφεύτηκε τη σύζυγο του Αγαμέμνονος, δολοφόνησε τον ίδιο όταν επέστρεψε από τον πόλεμο της Τροίας, και μολονότι γνωριζε τη φοβερή καταστροφή που θα πάθαινε, γιατί τον προειδοποιήσαμε οι θεοί μέσω του Ερμού, εκείνος το έπραξε. Σκοτώθηκε στο τέλος από τον Ορέστη, που εκδικήθηκε το θάνατο του πατέρα του. Στην περίπτωση του Αιγίσθου, έλειπε το λογικό στο αυτεξούσιό του. Η ευθύνη ήταν τελείως δική του.

Υπέρ μόρον, παρά τη θέληση της μοίρας, τονίζεται δύο φορές στα λόγια του Διός. Και εδώ ας γίνει μια σύντομη αναδρομή στο θέμα της μοίρας.

Στον Όμηρο η Μοίρα (2) είναι παντοδύναμη, απρόσωπη και ανώνυμη. Μπροστά της λυγίζουν θεοί και άνθρωποι. Η φοβερή και αναπότρεπτη έννοιά της φανερώνεται στο «π» της Ιλιάδος, όπου πεθαίνει ο αγαπημένος γιος του Διός, ο Σαρπηδών της Λυκίας. Ο Ζευς λαχταρούσε να σώσει το παιδί του, αλλά δεν το μπόρεσε, διότι είχε φθάσει «το αίσιμον ήμαρ» του Σαρπηδόνος, «η μοιραία ημέρα». Η Ήρα, μάλιστα, του είπε πως η επιθυμία του θα διασάλευε την κοσμική νομοτέλεια, διότι και άλλοι γιοι θεών εμάχοντο στην πόλη του Πριάμου, κι έτσι ο κάθε θεός θα ήθελε να σώσει το δικό του παιδί.

«Μοίρα μ’εδάμασσε» γράφεται και στο ορφικό έλασμα από τους Θουρίους της Ιταλίας, που αναφέρεται στον νεκρό μύστη. Ο ορφικός ύμνος των Μοιρών (59) διασώζει και τα γνωστά τους ονόματα: Άτροπος, Κλωθώ, Λάχεσις. Αναφέρει επίσης και συγκεραίνει όλες τις αντιλήψεις σχετικά με τις Μοίρες. Μία Μοίρα, η νοητή αρχή, οι απειράριθμες Μοίρες και οι τρεις επώνυμες.

Στην προσωκρατική φιλοσοφία, η Μοίρα είναι επίσης μια παντοδύναμη αρχή αλλά με διάφορες ονομασίες. Στον Αναξίμανδρο η έκφραση «κατά το χρεών» είναι τόσο απρόσωπη και σκληρή, ώστε κατα την ελληνιστική εποχή έγινε μια περιφραστική ονομασία του θανάτου. Στον Παρμενίδη αναφέρεται η λέξη «Μοίρα», η οποία αναγκάζει το ον να είναι ακίνητο και ολόκληρο. Ισοδύναμο της Μοίρας είναι και η Ανάγκη στο παρμενίδειο σύστημα. Στον μυστηριακό στίχο από τους Καθαρμούς του Εμπεδοκλέους (απ. 115) αναφέρεται: Υπάρχει της Ανάγκης ένας χρησμός, των θεών αρχαίο ψήφισμα/ αιώνιο με όρκους πλατιούς σφραγισμένο. Στον Ηράκλειτο η Μοίρα χάνει την κοσμογονική της υφή και ταυτίζεται με το χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου. Η μοίρα του ανθρώπου είναι ο χαρακτήρας του.

Ο Ησίοδος έδωσε πρώτος ονόματα στις Μοίρες, τις ενσαρκωμένες σε γυναικείες μορφές. Εδώ κατακερματίζεται η έννοια της Μοίρας και τριχοτομείται. Είναι θυγατέρες της Νύχτας, η οποία γέννησε και άλλα τέκνα, δίχως να κοιμηθεί με κάποιον από τους θεούς. Οι Μοίρες είναι η Κλωθώ (η κλώθουσα, που συνδέεται με το παρόν,) η Λάχεσις (λαγχάνω, λαχνός, που συνδέεται με το μέλλον) και η Άτροπος (αναπότρεπτη, αμετάβλητη, που συνδέεται με το παρελθόν).

Στους αρχαίους ελληνικούς χρόνους, η Μοίρα με τις ονομασίες Αίσα, Ανάγκη, Ειμαρμένη, βρίσκεται πάνω από τους θεούς σε έναν κόσμο ιεραρχημένο, διαρθρωμένο και κρηπιδωμένο πάνω στην κοσμική νομοτέλεια.

Στο ομηρικόν αυτεξούσιον η μοίρα στέκει παράμερα. Η περίπτωση του Αιγίσθου, μολονότι είναι ένα παράδειγμα, κυοφορεί δυναμικά το θέμα του αυτεξουσίου. Αργότερα, από τον πέμπτο προχριστιανικό αιώνα, ακούγεται ο φοβερός λόγος του Ηροδότου για το φθόνο των θεών. Η σκέψη του «φθονερόν το θείον» αναφέρεται σε τρία βιβλία του. Στο Α, 32-3 ο Σόλων λέγει στον Κροίσο, που επιμένει πως είναι ο ευτυχέστερος των ανθρώπων, «ω Κροίσε, επιστάμενόν με το θείον παν εόν φθονερόν τε και ταραχώδες επειρωτάς ανθρωπηίων πρηγμάτων πέρι» (ρωτάς, Κροίσε, για τα ανθρώπινα πράγματα εμένα που γνωρίζω πως το θείον είναι φθονερόν και ταραχώδες). Στο Γ, 40 γράφει ο Άμασις της Αιγύπτου στον Πολυκράτη της Σάμου: «Εμοί δε αι σαι μεγάλαι ευτυχίαι ουκ αρέσκουσι, επισταμένω το θείον ως έστι φθονερόν» (σε μένα δεν αρέσουν οι μεγάλες σου ευτυχίες, διότι γνωρίζω πως το θείον είναι φθονερόν). Άξιον παρατήρησης είναι οι τύποι της μετοχής «επιστάμενος» και η προσωπική αντωνυμία εμοί και με, που δηλούν την υποκειμενική γνώμη του λέγοντος. Στο Ζ, 46 ο Αρτάβανος λέγει στον ανηψιό του Ξέρξη πως ο θεός είναι φθονερός: «...ο δε θεός γλυκύς γεύσας τον αιώνα φθονερός εν αυτώ ευρίσκεται εών» (ο θεός είναι γλυκύς στην αρχή της ζωής μας, αλλά γίνεται φθονερός στο τέλος).

Είναι όμως πράγματι το θείον φθονερόν ή οι άνθρωποι είναι αλαζόνες, προκαλούν την ύβριν, υπερβαίνουν τα όρια και γίνονται υβριστές; Στο χριστιανικό λεξιλόγιο υπάρχει η έννοια της θέωσης. Για τον Χριστιανό η θέωση είναι ομοίωσις Θεώ, όχι βεβαίως προς τη θ. ουσία η οποία είναι αμέθεκτη αλλά προς τις θ. ενέργειες, οι οποίες είναι μεθεκτές. «Η σωτηρία ονομάζεται θέωση (3) του ανθρώπου: το κτιστό γίνεται σαν το άκτιστο, μετέχει στις ενέργειες του Θεού (όχι στην θεία ουσία) ενεργεί σαν Θεός (ποτέ ως Θεός) με αγάπη και ελευθερία». Τονίζεται η διαφορά του «σαν» από το «ως».

Στην αρχαιότητα παρατηρούμε πως οι υβριστές, οι άνθρωποι που ξεπερνούν τα όρια, προσβάλλουν τους θεούς και ανταγωνίζονται μαζί τους. Αναφέρονται μερικά ονόματα υβριστών: ο Οδυσσεύς που πρόσβαλε τον Ποσειδώνα, όταν τύφλωσε τον γιο του Πολύφημο (ραψωδία ε, 415-418), οι μνηστήρες στην Οδύσσεια, των οποίων η αλαζονεία ξεπερνά τα όρια, ο Ερυσίχνων που καταστρέφει το δάσος της θεάς Δήμητρος, (Καλλίμαχος) ο Σαλμωνεύς (Απολλόδωρος Α. 9) που διέταξε τον λαό του να μη θυσιάζει στον Δία αλλά σε αυτόν. Ο υβριστής που εμφανιζόταν στους δρόμους της Ήλιδος πάνω στο άρμα του, στο οποίο είχε δέσει ξερά δέρματα και χάλκινους λέβητες που βροντούσαν καθώς έτρεχε, ενώ συγχρόνως πετούσε προς τον ουρανό αναμμένους πυρσούς λέγοντας πως είναι κεραυνοί. Ο Ζευς, βλέποντας την αλαζονεία του ανδρός, σήκωσε τον αληθινό κεραυνό και χτύπησε πάνω στο άρμα του τον Σαλμωνέα, τη στιγμή που ο τελευταίος απειλούσε με το ξίφος του τους θεούς. Οι υβριστές που προκαλούν τη Νέμεσιν δεν θέλουν την ομοίωση Θεώ αλλά την εξίσωση με αυτόν. Ο ορφικός ύμνος στη θεά Νέμεσιν επισημαίνει πως δεν της ξεφεύγει «η ψυχή που περιφρονεί τις εντολές με ακατανόητη ορμή». Αλαζονική υπήρξε και η Αράχνη, που θέλησε να ανταγωνισθεί τη θεά Αθηνά στην τέχνη της υφαντικής (Μεταμορφώσεις Οβιδίου) καθώς και η Νιόβη που καυχήθηκε πως είχε περισσότερα παιδιά από τη Λητώ.
«Το ομηρικόν αυτεξούσιον» της Ελένης Λαδιά

Τα όρια έπρεπε να παραμείνουν απαρασάλευτα• η κοσμική ιεραρχία αμετακίνητη. Ο σοφός της Εφέσου μιλά ακόμη και για την τιμωρία του ήλιου, αν παραβεί τα όρια. «Ήλιος γαρ ουχ υπερβήσεται μέτρα• ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν» (Γιατί ο ήλιος δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια• διαφορετικά θα τον βρουν οι Ερινύες, οι βοηθοί της δικαιοσύνης). Ο σοφός ορφικός μύστης αφιερώνει ύμνους και στη Δίκη (62) και στη Δικαιοσύνη (63). Στον πρώτο ύμνο ανυμνεί τον οφθαλμό της παντεπόπτριας Δίκης και στον δεύτερο αποκαλεί τη Δικαιοσύνη «άθραυστος το συνειδός», άθραυστη εσύ συνείδηση.

Μπροστά σε τέτοια και παρόμοια παραδείγματα, αποδεικνύεται πως δεν ήταν φθονερόν το θείον, αλλά οι θνητοί ήσαν οι υβριστές και οι αίτιοι των συμφορών τους. Δεν ήταν οι θεοί «ζηλήμονες» («ε», 118), ζηλότυποι όπως είπε η ερωτευμένη με τον Οδυσσέα Καλυψώ, που φθονούσαν τις θεαινές όταν έσμιγαν με βροτούς άνδρες. Οι θεοί δεν ήταν αίτιοι των ανθρωπίνων δεινών. Αιτία ήταν το αυτεξούσιον, το ασυνόδευτο από τη λογική. Όπως δεν είναι αίτιος και ο χριστιανικός Θεός, αλλά η κακή χρήση της ελευθέρας βούλησης. Μέσα στα πάμπολλα χρόνια που πέρασαν, παρατηρείται πόσο σταθερή είναι η ελληνική θρησκευτική αντίληψη σχετικά με το αυτεξούσιον.

Σημειώσεις
1. Ιωάννης Δαμασκηνός, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, 7(21) Περί φωτός, πυρός, φωστήρων, ηλίου τε και σελήνης και άστρων και (25,39) Περί του εφ’ημίν, τουτέστι του αυτεξουσίου. Μτφρ. Νίκου Ματσούκα, εκ. Πουρνάρα Θεσσαλονίκη 1992
2. Ελένη Λαδιά, Τα άλογα των συγγραφέων, εκ. Εστία 2016
3. Μάριος Μπέγζος, Εισαγωγή στη θρησκειολογία, κεφ. Χριστιανισμός, εκ. Ελληνικά Γράμματα 2006

 

«Η δίκη για τη δολοφονία του Μένη Κουμανταρέα» του Φίλιππου Φιλίππου

«Η δίκη για τη δολοφονία του Μένη Κουμανταρέα» του Φίλιππου Φιλίππου

Tα ξημερώματα του Σαββάτου 6 Δεκεμβρίου 2014 ο Μένης Κουμανταρέας βρέθηκε νεκρός με εκδορές και χτυπήματα στο πρόσωπο μέσα στο διαμέρισμά του στην Κυψέλη. Οι έρευνες της αστυνομίας στράφηκαν σε ανθρώπους που γνώριζε και συναναστρεφόταν το τελευταίο διάστημα, αφού η πόρτα του δεν ήταν παραβιασμένη.

Την Παρασκευή 27 Μαΐου 2016, ύστερα από αναβολές, άρχισε στην αίθουσα του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών η εκδίκαση της δολοφονίας του, που συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Στο εδώλιο κάθισαν ο 27χρονος Ρουμάνος Στεφάν Ματασαρεάνου και ο 30χρονος ομοεθνής του Κοσμίν Γκαϊτάν, κατηγορούμενοι ότι στραγγάλισαν τον συγγραφέα για να τον ληστέψουν. Στο δικαστήριο δεν έγινε δεκτή η παράσταση πολιτικής αγωγής μετά τις αντιρρήσεις των συνηγόρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων, του Αλέξη Κούγια και του Παναγιώτη Μπαλακτάρη. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας. «Δεν θα μπορούσα να φτάσω στο σημείο να κάνω κάτι τέτοιο στον Μένη ή σε οποιονδήποτε άλλο. Είμαι τόσα χρόνια στην Ελλάδα. Ούτε κλέφτης είμαι ούτε δολοφόνος», είπε ο Στεφάν, ενώ ο Κοσμίν αρνήθηκε κι εκείνος την κατηγορία, λέγοντας ότι δεν γνώριζε το θύμα.

Όταν κατέθεσε ο ποιητής και θεατρολόγος Θάνος Φωσκαρίνης, φίλος και στενός συνεργάτης του Κουμανταρέα, τόνισε ότι το μοιραίο βράδυ της 5ης Δεκεμβρίου 2014, συναντήθηκε με τον Κουμανταρέα σε μαγαζί της οδού Φωκίωνος Νέγρη. Όμως, όταν είδε ότι καθυστερούσε να επιστρέψει από το διαμέρισμα, όπου είχε πεταχτεί για να πάρει το φάρμακό του, άρχισε να ανησυχεί. Σύντομα, επέστρεψε με τον Νίκο Νικόλη, σύζυγο της Αλεξάνδρας Τράντα, ανιψιάς της Λιλής, συζύγου του συγγραφέα, και μπήκαν στο σπίτι, όπου τον βρήκαν νεκρό. Αμέσως ενημέρωσαν την αστυνομία. Ο Φωσκαρίνης αποκάλυψε ότι είχαν προηγηθεί άλλες δύο επιθέσεις κατά του Μένη Κουμανταρέα και μάλιστα στη δεύτερη εκείνος είχε υποπτευθεί τον Στεφάν.

-Δεύτερη μέρα, Δευτέρα 8 Ιουνίου. Κατέθεσε ο Νίκος Νικόλης, τον οποίο ο Κούγιας αντιμετώπισε απαξιωτικά με περίεργες ερωτήσεις.

-Τρίτη μέρα, Δευτέρα 27 Ιουνίου, ο Στεφάν έλειπε, είπαν πως τον χτύπησαν στη φυλακή και χρειάστηκε πρώτες βοήθειες στο νοσοκομείο. Έλειπε κι ο Κούγιας, είχε ζητήσει αναβολή που δεν έγινε δεκτή. Η δίκη αναβλήθηκε για τις 29 του μηνός.

-Τέταρτη μέρα, Τετάρτη 29 Ιουνίου, κατέθεσε η μαγείρισσα του συγγραφέα, μια Ρουμάνα, ο Κούγιας της επιτέθηκε, την κατηγόρησε ότι ψεύδεται. Επίσης κατηγόρησε την πρόεδρο ότι υποβοηθάει τη μάρτυρα κατηγορίας, ότι δεν της υποβάλλει τις σωστές ερωτήσεις. Κάτι είπε και για τον εισαγγελέα επειδή δεν του άρεσαν όσα έλεγε για τον πελάτη του. Σε μια διακοπή, έξω από την αίθουσα, ο Κούγιας άρχισε να καταφέρεται εναντίον των φίλων του Κουμανταρέα στο ακροατήριο κι ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος του ζήτησε το λόγο.
koumantareas menis

-Πέμπτη μέρα, Πέμπτη 30 Ιουνίου, κατέθεσε η αδελφή του Κοσμίν και φίλοι των δύο Ρουμάνων που είπαν πως είναι καλά παιδιά, εργατικά, αγαπούσαν την οικογένειά τους. Ο Κούγιας τους αντιμετώπισε πολύ ήπια, σε αντίθεση με τους μάρτυρες κατηγορίας προς τους οποίους ήταν σκληρός. Επίσης κατέθεσε ένας μάρτυρας υπεράσπισης του Κοσμίν, φίλος της οικογένειάς του. Σύμφωνα με αυτόν, σκότωσε ο Στεφάν κι ο Κοσμίν απλώς έβλεπε. Μετά απολογήθηκε ο Στεφάν, ο οποίος είπε πως δεν σκότωσε αυτός, δεν είχαν ερωτικές σχέσεις με το θύμα, ίσως τον σκότωσε κάποιος Αλβανός, μπορεί να σκότωσε με γάντια γι’ αυτό δεν άφησε αποτυπώματα, ενώ βρέθηκαν τα δικά του. Απολογήθηκε κι ο Κοσμίν.

-Έκτη μέρα, Παρασκευή 1 Ιουλίου, άρχισε να αγορεύει ο εισαγγελέας. Κατά τη γνώμη του, οι δύο σκότωσαν μαζί, αλλά ο Κοσμίν φορούσε γάντια κι έτσι δεν υπήρχαν τα αποτυπώματά του. Πρότεινε την ενοχή και των δύο με τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από κοινού και της απόπειρας ληστείας. Δεν βρέθηκαν χρήματα στο σπίτι, κανείς δεν ξέρει τι πήραν οι δράστες, ώστε να στοιχειοθετηθεί η ληστεία. Ο Κούγιας άρχισε την αγόρευσή του, δίνοντας μια ωραία παράσταση. Πρώτα μοίρασε στους δικαστές και τους ενόρκους φωτοτυπίες κι ύστερα εξήγησε για ποιο λόγο δεν πρέπει να καταδικαστούν οι κατηγορούμενοι.

-Έβδομη μέρα, Σάββατο 2 Ιουλίου. Στην αγόρευσή του ο εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή των κατηγορουμένων σύμφωνα με το κατηγορητήριο. Επίσης πρότεινε την ενοχή τους και για απόπειρα ληστείας, επισημαίνοντας την κυνικότητά τους. «Μιλάμε για δύο νέους ανθρώπους και έναν ηλικιωμένο άνθρωπο που πέθανε με ιδιαιτέρως σκληρό τρόπο. Δεν διέκρινα ίχνος μετάνοιας και συγγνώμης», επισήμανε. Επιπλέον, διευκρίνισε πως η ερωτική προτίμηση του θύματος ή των δραστών δεν ενδιαφέρει κανέναν. «Υπάρχει ελευθερία επιλογής και δικαίωμα του καθενός να συμπεριφέρεται ερωτικά όπως θέλει», τόνισε.

Ο Παναγιώτης Μπαλακτάρης, συνήγορος του Κοσμίν, ισχυρίστηκε ότι ο πελάτης του είναι αθώος και παρουσίασε νομολογία σύμφωνα με την οποία η παρουσία κάποιου στον τόπο και την ώρα ενός εγκλήματος δεν συνιστά συναυτουργία και δεν τιμωρείται. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι δύο κατηγορούμενοι δεν περίμεναν τον συγγραφέα με σκοπό να τον σκοτώσουν, αλλά μόνο να του ζητήσουν χρήματα, και πως ο φόνος ήταν το δυσάρεστο αποτέλεσμα της κακιάς στιγμής.

Ο Αλέξης Κούγιας, συνήγορος του Στεφάν, μιλώντας για το τελευταίο βιβλίο του Μένη Κουμανταρέα Ο Θησαυρός του Χρόνου, έργο στο οποίο περιγράφονται ερωτικές σχέσεις και επαφές με νεαρούς άντρες, συνήθως ξένης εθνικότητας, έκανε λόγο για «διαστρεβλωμένες προσωπικότητες», για μια ερωτική επιλογή «αντιαισθητική από κάθε άποψη, παρά φύση από κάθε άποψη».

Τελικά, το δικαστήριο, κάνοντας δεκτή την πρόταση του εισαγγελέα, έκρινε ομόφωνα ένοχους για την ανθρωποκτονία του συγγραφέα τον Στεφάν Ματασαρεάνου και τον Κοσμίν Γκαϊτάν, επιβάλλοντας στον καθένα ποινή ισόβιας κάθειρξης και επιπλέον ποινή 4 ετών για απόπειρα ληστείας. Τακτικοί δικαστές και ένορκοι δεν αναγνώρισαν κανένα ελαφρυντικό στους δύο Ρουμάνους και δέχθηκαν το κατηγορητήριο που έχει σχηματιστεί σε βάρος τους, σύμφωνα με το οποίο χτύπησαν μέχρι θανάτου τον Κουμανταρέα, επειδή αρνήθηκε να τους δώσει χρήματα. Οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων δήλωσαν ότι θα ασκήσουν έφεση κατά της απόφασης.

Η δικηγόρος της οικογένειας της συζύγου του συγγραφέα Αγγελική Δημακοπούλου εξέφρασε την ικανοποίησή της για την απόφαση: «Η ελληνική δικαιοσύνη με αξιοσημείωτη νηφαλιότητα μίλησε για λογαριασμό του συγγραφέα, καταδικάζοντας τους δολοφόνους του στις ποινές που αρμόζουν στην αποτρόπαια πράξη τους. Την ευχαριστούμε». Κατά τη διάρκεια της δίκης στο ακροατήριο, ελάχιστοι συγγραφείς ήταν παρόντες, λιγότεροι από εκείνους που κατέκλυσαν το Πρώτο Νεκροταφείο στην κηδεία του Μένη Κουμανταρέα. Ήταν, πλην του βασικού μάρτυρα Θάνου Φωσκαρίνη, ο οποίος δεν έλειψε από την αίθουσα καμιά μέρα, οι Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Γαλάτεια Ριζιώτη, Λητώ Πιτυρή, Αλέξανδρος Ασωνίτης, Χριστόφορος Λιοντάκης, Αντιγόνη Βλαβιανού, Νίκος Αδάμ Βουδούρης, Θόδωρος Γρηγοριάδης, Μάρω Δούκα, Μπέτυ Βακαλίδου, Ελιάνα Χουρμουζιάδου, Νίκος Δαββέτας, Πέτρος Πολυμένης. Επίσης, η εκδότρια Άννα Πατάκη, ο δημοσιογράφος Δημήτρης Αγγελίδης από την «Εφημερίδα των Συντακτών» κι η δημοσιογράφος Σταυρούλα Παπασπύρου.

 

«Δυο λόγια για την εμπειρία του Γ. Σεφέρη από την Κύπρο» του Χρ. Δ. Αντωνίου

«Δυο λόγια για την εμπειρία του Γ. Σεφέρη από την Κύπρο» του Χρ. Δ. Αντωνίου

«…Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν…»

Οι συνομιλίες στο Μοντ Πελεράν της Ελβετίας για την επίλυση του «Κυπριακού», εντός μάλιστα του 2016, βρίσκονται, θέλουμε να πιστεύουμε ακόμη, στην τελική φάση, αν και προ ολίγων ημερών οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν, γιατί οι δύο ενδιαφερόμενες πλευρές διαφώνησαν στο «εδαφικό». Ας ελπίσουμε ότι σύντομα θα ξαναρχίσουν οι συνομιλίες για μια δίκαιη επίλυση του «Κυπριακού», για την «Επανένωση της Κύπρου», αν και πολλοί επισημαίνουν ότι η διαπραγματευτική ισχύς της ελληνικής πλευράς δεν μπορεί να υποστηρίξει μια τέτοια λύση.

Μετά από το «Σχέδιο Ανάν», το οποίο απορρίφθηκε από τον κυπριακό λαό με δημοψήφισμα στις 24 Απριλίου του 2004, ένα νέο «σχέδιο» προωθεί ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ E. Μ. Άιντε. Η φιλοδοξία όλων των πλευρών για επιτυχή κατάληξη των συνομιλιών στηρίζεται, όπως φαίνεται, κυρίως στην ενεργειακή προοπτική της Κύπρου, στο περιφερειακό γεωπολιτικό σκηνικό και στην καλή προσωπική σχέση των δύο ηγετών του νησιού. Όλοι πάντως εύχονται να συνεχιστεί και να είναι πράγματι επιτυχής η νέα προσπάθεια, χωρίς να επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος.

Αυτές οι εξελίξεις μάς φέρνουν στο νου μιαν άλλη, προγενέστερη φάση του κυπριακού ζητήματος, κατά τη δεκαετία του 1950-1960, όταν το αίτημα ήταν η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Και είναι γνωστό ότι, ενώ από το 1878 το νησί το είχαν υπό διοίκηση εξ ονόματος του Σουλτάνου οι Άγγλοι, μετά τον βρετανο-τουρκικό πόλεμο η Μεγάλη Βρετανία το προσάρτησε και έγινε επίσημα αποικία της με τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923). Η θέληση των Κυπρίων για αυτοδιάθεση και ένωση με την Ελλάδα εκδηλώνεται αρκετά νωρίς. Στα 1931 κιόλας οι Ελληνοκύπριοι πυρπόλησαν το κυβερνείο της Λευκωσίας με αίτημα την ένωση. Ο πόθος των Κυπρίων για ένωση ενισχύεται έντονα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον οποίο πολέμησαν στο πλευρό των συμμάχων-Άγγλων, οι οποίοι τους υπόσχονταν ικανοποίηση του αιτήματός τους. Η πρόσκληση των Άγγλων προς τους Κυπρίους, για να καταταγούν στον αγγλικό στρατό, έλεγε αυτολεξεί: «Κύπριοι, εντασσόμενοι στον αγγλικό στρατό πολεμάτε διά την Ελλάδα και την Ελευθερία». Μετά τον πόλεμο, βέβαια, αυτές οι υποσχέσεις αθετήθηκαν, χωρίς όμως αυτό να απομακρύνει τους Ελληνοκυπρίους από τη σκέψη τους για ένωση. Το 1949 σε δημοψήφισμα οι Κύπριοι ψήφισαν 96,5% υπέρ της ένωσης.

Αυτό ήταν το κλίμα στο νησί, όταν για πρώτη φορά το 1953 το επισκέφτηκε ο Σεφέρης, ο οποίος λίγο μετά θα αναλάβει, όσον αφορά την Ελλάδα, τη διπλωματική ευθύνη του κυπριακού ζητήματος. Και σκοπός αυτού του άρθρου είναι να εκθέσει, με πολύ λίγα λόγια, την εμπειρία του Σεφέρη απ’ αυτή την επίσκεψη (συνολικά ο Σεφέρης έκανε τρεις επισκέψεις στην Κύπρο μέχρι το 1956). Όλα τα παρακάτω είναι βέβαια πλέον γνωστά, ύστερα από την πλούσια σχετική βιβλιογραφία, αλλά ας ξαναθυμηθούμε τα πολύ βασικά.

Το φθινόπωρο, λοιπόν, του 1953 (6 Νοεμβρίου) ο Σεφέρης φεύγει από τη Βηρυτό, όπου ήταν πρέσβης, για την Κύπρο, όχι για υπηρεσιακούς λόγους αλλά για διακοπές μαζί με τη Μαρώ. Μεταξύ των φίλων του στην Κύπρο συγκαταλέγονται: ο Ευάγγελος Λουίζος, φίλος από τα φοιτητικά χρόνια, ο Νίκος Κρανιδιώτης, ποιητής-γραμματέας του Μακαρίου, και ο ζωγράφος Αδαμάντιος Διαμαντής, με τους οποίους λιγότερο ή περισσότερο βρίσκεται σε επαφή. Επισκέπτεται και μία φορά τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Στο ημερολόγιό του καταγράφει συνοπτικά το καθημερινό πρόγραμμα του μήνα που έμεινε στην Κύπρο (6 Νοεμ-9 Δεκ).

Ευθύς αμέσως, με τη βοήθεια κυρίως του Λουίζου και του Διαμαντή, καταγίνεται με πάθος στην ανακάλυψη του νησιού. Απολαμβάνει τις φυσικές ομορφιές του, επισκέπτεται αρχαιολογικούς χώρους (μυκηναϊκής έως πρωτοχριστιανικής εποχής), ναούς, κάστρα, εκκλησιές. Βλέπει έργα λαϊκής τέχνης, συνομιλεί με νησιώτες, με λυράρηδες, τραβάει 145 φωτογραφίες, βρίσκει «έθιμα που μόνο από παιδί είχ(ε) γνωρίσει», αντικείμενα και λέξεις που έρχονται κατευθείαν από την ελληνική παράδοση και, μέσα από πολλές λεπτομέρειες που παρατηρεί, θεωρεί ότι η Κύπρος είναι «ελληνική, χωρίς Έλληνα χωροφύλακα ή δημόσιο υπάλληλο». Ταυτίζει, μάλιστα, κατά κάποιον τρόπο, τον κόσμο της Κύπρου με τον χαμένο κόσμο των παιδικών του χρόνων στη Σμύρνη. Με μεγάλη έκπληξη και ενθουσιασμό σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Από εδώ νιώθει κανείς την Ελλάδα (ξαφνικά) ευρύχωρη, πιο πλατιά. Το αίσθημα πως υπάρχει ένας κόσμος που μιλά ελληνικά, είναι ελληνικός. Που δεν εξαρτάται από την Ελληνική Κυβέρνηση, και το τελευταίο τούτο συντελεί στο αίσθημα αυτής της ευρυχωρίας».

seferis kipros 2611 2
Ανακαλύπτει λοιπόν τη διευρυμένη έννοια του ελληνισμού που αναζητά πέρα από τα όρια του ελληνικού κράτους. Βλέπει ενσαρκωμένο το ποιητικό του όραμα που σχετίζεται με την έννοια της χαμένης πατρίδας και την έννοια της πνευματικής αποκατάστασης του σύγχρονου ελληνισμού. Κι αυτό θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, όπως πίστευε, με τον εμπλουτισμό του με όλα τα αυθεντικά παραδοσιακά πολιτιστικά ελληνικά στοιχεία, όπου κι αν αυτά δημιουργήθηκαν: Μ. Ασία, Κύπρο, στην Ανατολή εν γένει του Μεγαλέξανδρου. Η Κύπρος σ’ αυτό ακριβώς το όραμά του τον έφερε πιο κοντά και η μηνιαία εμπειρία του από το νησί αποτέλεσε και την αφορμή για να γράψει και τη γνωστή ποιητική συλλογή του Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν… ή με τον μεταγενέστερο τίτλο: Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ’.

Αν και από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, βλέποντας την Ελλάδα να είναι μπλεγμένη στα γρανάζια μιας απάνθρωπης διεθνούς πολιτικής, που την έριξε κιόλας σ’ έναν καταστρεπτικό εμφύλιο πόλεμο, αρχίζει να απογοητεύεται και να παίρνει το δρόμο της προσωπικής του αποστράτευσης, όμως αυτή η επίσκεψή του στην Κύπρο τον αναγκάζει να «επιστρατευτεί» εκ νέου στην υπόθεση τώρα του νησιού. Να συμβάλλει δηλαδή από τη θέση που είχε και με το κύρος που διέθετε στην ένωσή του με την Ελλάδα. Οι Κύπριοι τότε έλεγαν: «Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες». Αλλά και στην Ελλάδα υπήρχε έντονη επιθυμία για ένωση, και γι’ αυτό η ελληνική κοινή γνώμη στρεφόταν ενάντια στην αγγλική και αμερικάνικη πολιτική που δεν την ευνοούσε.

Μετά την απόρριψη της ελληνικής προσφυγής στον ΟΗΕ για την αυτοδιάθεση της Κύπρου (φθινόπωρο 1954), ορισμένοι κύκλοι, μολονότι καταδίκαζαν την άρνηση της αγγλικής πολιτικής ν’ αναγνωρίσει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των Κυπρίων, επέκριναν ταυτόχρονα και την ελλαδική συμπεριφορά (φανατισμός της κοινής γνώμης, συλλαλητήρια, κ.ά.) απέναντι στην Αγγλία και γενικότερα απέναντι στη Δύση. Για τον Θεοτοκά, π.χ., το κύριο είναι να μη ζημιωθεί η σχέση της Ελλάδας με τη δυτική συμμαχία. Ο Σεφέρης κατανοεί ασφαλώς αυτές τις απόψεις για τις παραπάνω φανατικές εκδηλώσεις, ωστόσο διαφοροποιείται πολύ απ’ αυτές και, απαντώντας στον Θεοτοκά, φαίνεται να εξετάζει το πρόβλημα της σχέσης με τη Δύση, όχι με τη στενή διπλωματική άποψη, αν και διπλωμάτης, αλλά με κριτήρια καθαρώς συνειδησιακά. Του γράφει: «Η άλλη άποψη αφορά τον πνευματικό άνθρωπο (…) που τον βασανίζει η συνείδησή του, (…), που συλλογίζεται πως, αν αξίζει να σωθεί ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, είναι γιατί μονάχα αυτός του επιτρέπει να ελπίσει ότι μπορεί ίσως να διασωθεί αυτή η συνείδηση». «Αν», γράφει, «οι όποιοι σημερινοί φορείς αυτού του πολιτισμού κουρελιάζουν τόσο βάναυσα αυτή τη συνείδηση, τότε τι αξίζουν οι συμμαχίες τους και ο ίδιος ο πολιτισμός τους;».

Με άλλα λόγια, ο Σεφέρης δίνει πολύ περισσότερη σημασία στο θέμα της ανθρώπινης συνείδησης, του ευρωπαϊκού πολιτισμού και όχι της δυτικής συμμαχίας. Κι όταν διαπιστώνει ότι οι συμπεριφορές των Άγγλων στην Κύπρο είναι απάνθρωπες, αφού έχουν βαλθεί με την προπαγάνδα τους ν’ αλλοτριώσουν την ελληνική συνείδηση των Κυπρίων, εξανίσταται. Με έντονα συναισθηματικό ύφος σημειώνει: «Υπάρχουν σε μια γωνιά της γης 400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη, που προσπαθούν να τις αποκόψουν από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου. Σ’ αυτή τη γωνιά της γης δουλεύει μια μηχανή που κάνει τους Ρωμιούς σπαρτούς-Κυπρίους-όχι-Έλληνες, που κάνει τους ανθρώπους μπαστάρδους, με την εξαγορά και την απαθλίωση των συνειδήσεων, με τις κολακείες των αδυναμιών ή των συμφερόντων (το κυπριακό ζήτημα είναι πριν απ’ όλα ζήτημα καλλιέργειας, ζήτημα “κουλτούρας” με την πλατύτερη έννοια που έχει η λέξη) και ονομάζει τη φυσιολογική παιδεία αυτών των ανθρώπων “πολιτική προπαγάνδα”». Και: «Το να αναγνωρίσει ο κόσμος ο ελεύθερος, με τον οποίο συνταχθήκαμε (μαζί μ’ αυτόν και η Βρετανία) ότι οι Κύπριοι είναι Έλληνες καθαρά και (…) τίμια είναι ένα πράγμα (…) που δεν έχει σχέση (…) με τα ζητήματα ασφάλειας (…) ούτε με αλλαγή κυριαρχικών δικαιωμάτων».

«Δυο λόγια για την εμπειρία του Γ. Σεφέρη από την Κύπρο» του Χρ. Δ. Αντωνίου
Και θεωρεί ότι είναι θαύμα το γεγονός ότι ο κυπριακός λαός, ζώντας 900 χρόνια κάτω από ξενικό ζυγό, όχι μόνο έμεινε «πιστός στον εαυτό του», αλλά βρίσκεται πάντα «πιο κοντά στις πηγές του από την άλλη Ελλάδα – πιo κοντά στη ζωντανή, αυθόρμητη, ομαδική λαϊκή δημιουργία». Αυτή την πραγματικότητα όχι μόνο απορρίπτουν οι Άγγλοι, αλλ’ αντίθετα κιόλας προσπαθούν να την καταστρέψουν, «ν’ αποκόψουν τις ψυχές» των Κυπρίων «από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου και βάζουν μπροστά μια μηχανή που κάνει( …) τους ανθρώπους μπαστάρδους». Η Αγγλία δηλαδή προσπαθεί ν’ αλλάξει τις ψυχές των Κυπρίων, να ξεκάνει την υποσυνείδητη παράδοση και τη «φυσιολογική παιδεία» τους, η οποία είναι ελληνικότερη από την ελλαδική.

Αυτό ακριβώς ενοχλεί πάνω απ’ όλα τον Σεφέρη, η αγγλική προσπάθεια να πείσει τους Ελληνοκυπρίους ότι δεν είναι διόλου Έλληνες. Διευθυντής μάλιστα των Υπηρεσιών Πληροφοριών των Άγγλων στην Κύπρο και επομένως και διευθυντής της αγγλικής προπαγάνδας είναι ο φίλος του Σεφέρη, συγγραφέας Λόρενς Ντάρελ, ένας φιλέλληνας που ήθελε να καταταγεί στον ελληνικό στρατό για να πολεμήσει τον Μουσολίνι. Ο Σεφέρης τον αποκαλεί «διαβολέα ψυχών» και προειδοποιεί τους φίλους του για τη «διπρόσωπη» στάση του, ώστε να μη τον πλησιάσει κανείς στο όνομα της παλιάς φιλίας, γιατί δεν έπρεπε να του επιτραπεί να εκμεταλλευτεί παλιές φιλίες γι’ αυτή «τη δόλια επιχείρηση». Στο μάταιο αυτής της επιχείρησης προπαγάνδας αναφέρεται το ποίημα της κυπριακής συλλογής του «Σαλαμίνα της Κύπρος»:

Η γης δεν έχει κρικέλια
για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.
Και τούτα τα κορμιά
πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν,
έχουν ψυχές.
Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
δε θα μπορέσουν, μόνο να τις ξεκάνουν,
αν ξεγίνονται οι ψυχές.

Σ’ ολόκληρη την ποιητική συλλογή για την Κύπρο φαίνεται καθαρά αυτή η άποψή του για την ελληνικότητα του νησιού και ακόμη, επειδή η συμπεριφορά των Άγγλων έχει φτάσει στην αποικιοκρατική «ύβρη», πιστεύει ότι, σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό ηθικό νόμο της «ύβρης και της τίσης», οι Άγγλοι θα τιμωρηθούν γι’ αυτή την ηθική παράβαση. Στο ίδιο ποίημα, καταλήγει σε μια αυστηρή απειλητική προειδοποίηση προς τους Άγγλους:

Δεν αργεί να καρπίσει τ’ αστάχυ
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
το κακό για να σηκώσει το κεφάλι
κι ο άρρωστος νους που αδειάζει
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να γεμίσει με την τρέλα,
νήσος τις έστι… (…)

-Ναι, όμως ο μαντατοφόρος τρέχει
κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει
σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο
το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.
Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.
Νήσος τις έστι.

Ο στίχος «Νήσος τις έστι πρόσθεν Σαλαμίνος τόπων» είναι παρμένος από την τραγωδία Πέρσαι του Αισχύλου. Μ’ αυτόν το στίχο «ο άγγελος αρχίζει να περιγράφει στη βασίλισσα το οικτρό τέλος του άνθους των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνος». Αιτία είναι η «ύβρις» που διέπραξαν, η υπέρβαση δηλαδή των νόμων της φύσης που αποτελεί συνάμα και ηθική παραβίαση. Το προζύμι της πίκρας πράγματι δεν άργησε να φουσκώσει. Την άνοιξη του 1955 άρχισε ο αγώνας των Κυπρίων με την ΕΟΚΑ, που κράτησε 4 χρόνια και τον οποίο, ύστερα από κάποιο δισταγμό, τελικά επιδοκιμάζει ο Σεφέρης. Ήδη το Κυπριακό περνούσε σε άλλη φάση.

Αρχές του επόμενου χρόνου ο Σεφέρης διορίζεται από τον υπουργό Εξωτερικών Ευ. Αβέρωφ πρέσβης στο Λονδίνο με αρμοδιότητα για την Κύπρο. Στη νέα αυτή φάση, που θα κρατήσει μέχρι τη Συνθήκη της Ζυρίχης (1959), το ζητούμενο για την Κύπρο δεν είναι βέβαια η ένωση, όπως ήθελαν οι Έλληνες, ούτε ο διαμελισμός, όπως έντονα απαιτούσε η τουρκική κυβέρνηση, αλλά η δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Προς αυτή την κατεύθυνση ο διπλωμάτης Γ. Σεφεριάδης προσέφερε ακούραστα τις υπηρεσίες του για μία δίκαιη λύση του κυπριακού ζητήματος. Συνομιλεί με αξιωματούχους της αγγλικής και τουρκικής πλευράς, προσπαθεί επίμονα να προστατεύσει τον υπουργό του από ολισθήματα, αντιδρά στις μυστικές προφορικές συνομιλίες των δύο υπουργών εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας και τον αποκλεισμό από απ’ αυτές των άλλων αξιωματούχων των δύο πλευρών, διαφωνεί με το (προ)σχέδιο του Παρισιού, συντάσσει προς τον Αβέρωφ «Υπηρεσιακόν Σημείωμα» και άλλες επιστολές, στις οποίες διατυπώνει τις επιφυλάξεις του, αλλά δεν εισακούεται, κι όταν μαθαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση σκοπεύει να κάνει στη Ζυρίχη ορισμένες βασικές παραχωρήσεις, στέλνει επιστολή στον Αβέρωφ, στην οποία εκφράζει και πάλι τις αντιρρήσεις του, με αριθμό εμπιστευτικού πρωτοκόλλου (25 Δεκ. 1958). Ο αριθμός πρωτοκόλλου θεωρήθηκε από τον υπουργό «μεγάλη προδοσία» και στάθηκε η αιτία για τον αποκλεισμό του από τη συνδιάσκεψη της Ζυρίχης (11 Φεβρ. 1959).

Ο Σεφέρης θεώρησε τους όρους της συμφωνίας πολύ κακούς για το μέλλον του νησιού. Τα γεγονότα μετά τη Ζυρίχη επαλήθευσαν δυστυχώς τους φόβους και τις επιφυλάξεις του διπλωμάτη Γιώργου Σεφεριάδη. Ας ευχηθούμε στην Ελβετία, ή όπου αλλού συνεχιστεί ο διάλογος, να επιδειχθεί περισσότερη σύνεση από όλες τις πλευρές, να μην επικρατήσουν τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων φυσικού αερίου και να μη δημιουργηθούν άλλα αδιέξοδα.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER