«Δυο λόγια για την εμπειρία του Γ. Σεφέρη από την Κύπρο» του Χρ. Δ. Αντωνίου

«Δυο λόγια για την εμπειρία του Γ. Σεφέρη από την Κύπρο» του Χρ. Δ. Αντωνίου

«…Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν…»

Οι συνομιλίες στο Μοντ Πελεράν της Ελβετίας για την επίλυση του «Κυπριακού», εντός μάλιστα του 2016, βρίσκονται, θέλουμε να πιστεύουμε ακόμη, στην τελική φάση, αν και προ ολίγων ημερών οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν, γιατί οι δύο ενδιαφερόμενες πλευρές διαφώνησαν στο «εδαφικό». Ας ελπίσουμε ότι σύντομα θα ξαναρχίσουν οι συνομιλίες για μια δίκαιη επίλυση του «Κυπριακού», για την «Επανένωση της Κύπρου», αν και πολλοί επισημαίνουν ότι η διαπραγματευτική ισχύς της ελληνικής πλευράς δεν μπορεί να υποστηρίξει μια τέτοια λύση.

Μετά από το «Σχέδιο Ανάν», το οποίο απορρίφθηκε από τον κυπριακό λαό με δημοψήφισμα στις 24 Απριλίου του 2004, ένα νέο «σχέδιο» προωθεί ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ E. Μ. Άιντε. Η φιλοδοξία όλων των πλευρών για επιτυχή κατάληξη των συνομιλιών στηρίζεται, όπως φαίνεται, κυρίως στην ενεργειακή προοπτική της Κύπρου, στο περιφερειακό γεωπολιτικό σκηνικό και στην καλή προσωπική σχέση των δύο ηγετών του νησιού. Όλοι πάντως εύχονται να συνεχιστεί και να είναι πράγματι επιτυχής η νέα προσπάθεια, χωρίς να επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος.

Αυτές οι εξελίξεις μάς φέρνουν στο νου μιαν άλλη, προγενέστερη φάση του κυπριακού ζητήματος, κατά τη δεκαετία του 1950-1960, όταν το αίτημα ήταν η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Και είναι γνωστό ότι, ενώ από το 1878 το νησί το είχαν υπό διοίκηση εξ ονόματος του Σουλτάνου οι Άγγλοι, μετά τον βρετανο-τουρκικό πόλεμο η Μεγάλη Βρετανία το προσάρτησε και έγινε επίσημα αποικία της με τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923). Η θέληση των Κυπρίων για αυτοδιάθεση και ένωση με την Ελλάδα εκδηλώνεται αρκετά νωρίς. Στα 1931 κιόλας οι Ελληνοκύπριοι πυρπόλησαν το κυβερνείο της Λευκωσίας με αίτημα την ένωση. Ο πόθος των Κυπρίων για ένωση ενισχύεται έντονα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον οποίο πολέμησαν στο πλευρό των συμμάχων-Άγγλων, οι οποίοι τους υπόσχονταν ικανοποίηση του αιτήματός τους. Η πρόσκληση των Άγγλων προς τους Κυπρίους, για να καταταγούν στον αγγλικό στρατό, έλεγε αυτολεξεί: «Κύπριοι, εντασσόμενοι στον αγγλικό στρατό πολεμάτε διά την Ελλάδα και την Ελευθερία». Μετά τον πόλεμο, βέβαια, αυτές οι υποσχέσεις αθετήθηκαν, χωρίς όμως αυτό να απομακρύνει τους Ελληνοκυπρίους από τη σκέψη τους για ένωση. Το 1949 σε δημοψήφισμα οι Κύπριοι ψήφισαν 96,5% υπέρ της ένωσης.

Αυτό ήταν το κλίμα στο νησί, όταν για πρώτη φορά το 1953 το επισκέφτηκε ο Σεφέρης, ο οποίος λίγο μετά θα αναλάβει, όσον αφορά την Ελλάδα, τη διπλωματική ευθύνη του κυπριακού ζητήματος. Και σκοπός αυτού του άρθρου είναι να εκθέσει, με πολύ λίγα λόγια, την εμπειρία του Σεφέρη απ’ αυτή την επίσκεψη (συνολικά ο Σεφέρης έκανε τρεις επισκέψεις στην Κύπρο μέχρι το 1956). Όλα τα παρακάτω είναι βέβαια πλέον γνωστά, ύστερα από την πλούσια σχετική βιβλιογραφία, αλλά ας ξαναθυμηθούμε τα πολύ βασικά.

Το φθινόπωρο, λοιπόν, του 1953 (6 Νοεμβρίου) ο Σεφέρης φεύγει από τη Βηρυτό, όπου ήταν πρέσβης, για την Κύπρο, όχι για υπηρεσιακούς λόγους αλλά για διακοπές μαζί με τη Μαρώ. Μεταξύ των φίλων του στην Κύπρο συγκαταλέγονται: ο Ευάγγελος Λουίζος, φίλος από τα φοιτητικά χρόνια, ο Νίκος Κρανιδιώτης, ποιητής-γραμματέας του Μακαρίου, και ο ζωγράφος Αδαμάντιος Διαμαντής, με τους οποίους λιγότερο ή περισσότερο βρίσκεται σε επαφή. Επισκέπτεται και μία φορά τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Στο ημερολόγιό του καταγράφει συνοπτικά το καθημερινό πρόγραμμα του μήνα που έμεινε στην Κύπρο (6 Νοεμ-9 Δεκ).

Ευθύς αμέσως, με τη βοήθεια κυρίως του Λουίζου και του Διαμαντή, καταγίνεται με πάθος στην ανακάλυψη του νησιού. Απολαμβάνει τις φυσικές ομορφιές του, επισκέπτεται αρχαιολογικούς χώρους (μυκηναϊκής έως πρωτοχριστιανικής εποχής), ναούς, κάστρα, εκκλησιές. Βλέπει έργα λαϊκής τέχνης, συνομιλεί με νησιώτες, με λυράρηδες, τραβάει 145 φωτογραφίες, βρίσκει «έθιμα που μόνο από παιδί είχ(ε) γνωρίσει», αντικείμενα και λέξεις που έρχονται κατευθείαν από την ελληνική παράδοση και, μέσα από πολλές λεπτομέρειες που παρατηρεί, θεωρεί ότι η Κύπρος είναι «ελληνική, χωρίς Έλληνα χωροφύλακα ή δημόσιο υπάλληλο». Ταυτίζει, μάλιστα, κατά κάποιον τρόπο, τον κόσμο της Κύπρου με τον χαμένο κόσμο των παιδικών του χρόνων στη Σμύρνη. Με μεγάλη έκπληξη και ενθουσιασμό σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Από εδώ νιώθει κανείς την Ελλάδα (ξαφνικά) ευρύχωρη, πιο πλατιά. Το αίσθημα πως υπάρχει ένας κόσμος που μιλά ελληνικά, είναι ελληνικός. Που δεν εξαρτάται από την Ελληνική Κυβέρνηση, και το τελευταίο τούτο συντελεί στο αίσθημα αυτής της ευρυχωρίας».

seferis kipros 2611 2
Ανακαλύπτει λοιπόν τη διευρυμένη έννοια του ελληνισμού που αναζητά πέρα από τα όρια του ελληνικού κράτους. Βλέπει ενσαρκωμένο το ποιητικό του όραμα που σχετίζεται με την έννοια της χαμένης πατρίδας και την έννοια της πνευματικής αποκατάστασης του σύγχρονου ελληνισμού. Κι αυτό θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, όπως πίστευε, με τον εμπλουτισμό του με όλα τα αυθεντικά παραδοσιακά πολιτιστικά ελληνικά στοιχεία, όπου κι αν αυτά δημιουργήθηκαν: Μ. Ασία, Κύπρο, στην Ανατολή εν γένει του Μεγαλέξανδρου. Η Κύπρος σ’ αυτό ακριβώς το όραμά του τον έφερε πιο κοντά και η μηνιαία εμπειρία του από το νησί αποτέλεσε και την αφορμή για να γράψει και τη γνωστή ποιητική συλλογή του Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν… ή με τον μεταγενέστερο τίτλο: Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ’.

Αν και από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, βλέποντας την Ελλάδα να είναι μπλεγμένη στα γρανάζια μιας απάνθρωπης διεθνούς πολιτικής, που την έριξε κιόλας σ’ έναν καταστρεπτικό εμφύλιο πόλεμο, αρχίζει να απογοητεύεται και να παίρνει το δρόμο της προσωπικής του αποστράτευσης, όμως αυτή η επίσκεψή του στην Κύπρο τον αναγκάζει να «επιστρατευτεί» εκ νέου στην υπόθεση τώρα του νησιού. Να συμβάλλει δηλαδή από τη θέση που είχε και με το κύρος που διέθετε στην ένωσή του με την Ελλάδα. Οι Κύπριοι τότε έλεγαν: «Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες». Αλλά και στην Ελλάδα υπήρχε έντονη επιθυμία για ένωση, και γι’ αυτό η ελληνική κοινή γνώμη στρεφόταν ενάντια στην αγγλική και αμερικάνικη πολιτική που δεν την ευνοούσε.

Μετά την απόρριψη της ελληνικής προσφυγής στον ΟΗΕ για την αυτοδιάθεση της Κύπρου (φθινόπωρο 1954), ορισμένοι κύκλοι, μολονότι καταδίκαζαν την άρνηση της αγγλικής πολιτικής ν’ αναγνωρίσει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των Κυπρίων, επέκριναν ταυτόχρονα και την ελλαδική συμπεριφορά (φανατισμός της κοινής γνώμης, συλλαλητήρια, κ.ά.) απέναντι στην Αγγλία και γενικότερα απέναντι στη Δύση. Για τον Θεοτοκά, π.χ., το κύριο είναι να μη ζημιωθεί η σχέση της Ελλάδας με τη δυτική συμμαχία. Ο Σεφέρης κατανοεί ασφαλώς αυτές τις απόψεις για τις παραπάνω φανατικές εκδηλώσεις, ωστόσο διαφοροποιείται πολύ απ’ αυτές και, απαντώντας στον Θεοτοκά, φαίνεται να εξετάζει το πρόβλημα της σχέσης με τη Δύση, όχι με τη στενή διπλωματική άποψη, αν και διπλωμάτης, αλλά με κριτήρια καθαρώς συνειδησιακά. Του γράφει: «Η άλλη άποψη αφορά τον πνευματικό άνθρωπο (…) που τον βασανίζει η συνείδησή του, (…), που συλλογίζεται πως, αν αξίζει να σωθεί ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, είναι γιατί μονάχα αυτός του επιτρέπει να ελπίσει ότι μπορεί ίσως να διασωθεί αυτή η συνείδηση». «Αν», γράφει, «οι όποιοι σημερινοί φορείς αυτού του πολιτισμού κουρελιάζουν τόσο βάναυσα αυτή τη συνείδηση, τότε τι αξίζουν οι συμμαχίες τους και ο ίδιος ο πολιτισμός τους;».

Με άλλα λόγια, ο Σεφέρης δίνει πολύ περισσότερη σημασία στο θέμα της ανθρώπινης συνείδησης, του ευρωπαϊκού πολιτισμού και όχι της δυτικής συμμαχίας. Κι όταν διαπιστώνει ότι οι συμπεριφορές των Άγγλων στην Κύπρο είναι απάνθρωπες, αφού έχουν βαλθεί με την προπαγάνδα τους ν’ αλλοτριώσουν την ελληνική συνείδηση των Κυπρίων, εξανίσταται. Με έντονα συναισθηματικό ύφος σημειώνει: «Υπάρχουν σε μια γωνιά της γης 400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη, που προσπαθούν να τις αποκόψουν από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου. Σ’ αυτή τη γωνιά της γης δουλεύει μια μηχανή που κάνει τους Ρωμιούς σπαρτούς-Κυπρίους-όχι-Έλληνες, που κάνει τους ανθρώπους μπαστάρδους, με την εξαγορά και την απαθλίωση των συνειδήσεων, με τις κολακείες των αδυναμιών ή των συμφερόντων (το κυπριακό ζήτημα είναι πριν απ’ όλα ζήτημα καλλιέργειας, ζήτημα “κουλτούρας” με την πλατύτερη έννοια που έχει η λέξη) και ονομάζει τη φυσιολογική παιδεία αυτών των ανθρώπων “πολιτική προπαγάνδα”». Και: «Το να αναγνωρίσει ο κόσμος ο ελεύθερος, με τον οποίο συνταχθήκαμε (μαζί μ’ αυτόν και η Βρετανία) ότι οι Κύπριοι είναι Έλληνες καθαρά και (…) τίμια είναι ένα πράγμα (…) που δεν έχει σχέση (…) με τα ζητήματα ασφάλειας (…) ούτε με αλλαγή κυριαρχικών δικαιωμάτων».

«Δυο λόγια για την εμπειρία του Γ. Σεφέρη από την Κύπρο» του Χρ. Δ. Αντωνίου
Και θεωρεί ότι είναι θαύμα το γεγονός ότι ο κυπριακός λαός, ζώντας 900 χρόνια κάτω από ξενικό ζυγό, όχι μόνο έμεινε «πιστός στον εαυτό του», αλλά βρίσκεται πάντα «πιο κοντά στις πηγές του από την άλλη Ελλάδα – πιo κοντά στη ζωντανή, αυθόρμητη, ομαδική λαϊκή δημιουργία». Αυτή την πραγματικότητα όχι μόνο απορρίπτουν οι Άγγλοι, αλλ’ αντίθετα κιόλας προσπαθούν να την καταστρέψουν, «ν’ αποκόψουν τις ψυχές» των Κυπρίων «από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου και βάζουν μπροστά μια μηχανή που κάνει( …) τους ανθρώπους μπαστάρδους». Η Αγγλία δηλαδή προσπαθεί ν’ αλλάξει τις ψυχές των Κυπρίων, να ξεκάνει την υποσυνείδητη παράδοση και τη «φυσιολογική παιδεία» τους, η οποία είναι ελληνικότερη από την ελλαδική.

Αυτό ακριβώς ενοχλεί πάνω απ’ όλα τον Σεφέρη, η αγγλική προσπάθεια να πείσει τους Ελληνοκυπρίους ότι δεν είναι διόλου Έλληνες. Διευθυντής μάλιστα των Υπηρεσιών Πληροφοριών των Άγγλων στην Κύπρο και επομένως και διευθυντής της αγγλικής προπαγάνδας είναι ο φίλος του Σεφέρη, συγγραφέας Λόρενς Ντάρελ, ένας φιλέλληνας που ήθελε να καταταγεί στον ελληνικό στρατό για να πολεμήσει τον Μουσολίνι. Ο Σεφέρης τον αποκαλεί «διαβολέα ψυχών» και προειδοποιεί τους φίλους του για τη «διπρόσωπη» στάση του, ώστε να μη τον πλησιάσει κανείς στο όνομα της παλιάς φιλίας, γιατί δεν έπρεπε να του επιτραπεί να εκμεταλλευτεί παλιές φιλίες γι’ αυτή «τη δόλια επιχείρηση». Στο μάταιο αυτής της επιχείρησης προπαγάνδας αναφέρεται το ποίημα της κυπριακής συλλογής του «Σαλαμίνα της Κύπρος»:

Η γης δεν έχει κρικέλια
για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.
Και τούτα τα κορμιά
πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν,
έχουν ψυχές.
Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
δε θα μπορέσουν, μόνο να τις ξεκάνουν,
αν ξεγίνονται οι ψυχές.

Σ’ ολόκληρη την ποιητική συλλογή για την Κύπρο φαίνεται καθαρά αυτή η άποψή του για την ελληνικότητα του νησιού και ακόμη, επειδή η συμπεριφορά των Άγγλων έχει φτάσει στην αποικιοκρατική «ύβρη», πιστεύει ότι, σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό ηθικό νόμο της «ύβρης και της τίσης», οι Άγγλοι θα τιμωρηθούν γι’ αυτή την ηθική παράβαση. Στο ίδιο ποίημα, καταλήγει σε μια αυστηρή απειλητική προειδοποίηση προς τους Άγγλους:

Δεν αργεί να καρπίσει τ’ αστάχυ
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
το κακό για να σηκώσει το κεφάλι
κι ο άρρωστος νους που αδειάζει
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να γεμίσει με την τρέλα,
νήσος τις έστι… (…)

-Ναι, όμως ο μαντατοφόρος τρέχει
κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει
σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο
το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.
Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.
Νήσος τις έστι.

Ο στίχος «Νήσος τις έστι πρόσθεν Σαλαμίνος τόπων» είναι παρμένος από την τραγωδία Πέρσαι του Αισχύλου. Μ’ αυτόν το στίχο «ο άγγελος αρχίζει να περιγράφει στη βασίλισσα το οικτρό τέλος του άνθους των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνος». Αιτία είναι η «ύβρις» που διέπραξαν, η υπέρβαση δηλαδή των νόμων της φύσης που αποτελεί συνάμα και ηθική παραβίαση. Το προζύμι της πίκρας πράγματι δεν άργησε να φουσκώσει. Την άνοιξη του 1955 άρχισε ο αγώνας των Κυπρίων με την ΕΟΚΑ, που κράτησε 4 χρόνια και τον οποίο, ύστερα από κάποιο δισταγμό, τελικά επιδοκιμάζει ο Σεφέρης. Ήδη το Κυπριακό περνούσε σε άλλη φάση.

Αρχές του επόμενου χρόνου ο Σεφέρης διορίζεται από τον υπουργό Εξωτερικών Ευ. Αβέρωφ πρέσβης στο Λονδίνο με αρμοδιότητα για την Κύπρο. Στη νέα αυτή φάση, που θα κρατήσει μέχρι τη Συνθήκη της Ζυρίχης (1959), το ζητούμενο για την Κύπρο δεν είναι βέβαια η ένωση, όπως ήθελαν οι Έλληνες, ούτε ο διαμελισμός, όπως έντονα απαιτούσε η τουρκική κυβέρνηση, αλλά η δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Προς αυτή την κατεύθυνση ο διπλωμάτης Γ. Σεφεριάδης προσέφερε ακούραστα τις υπηρεσίες του για μία δίκαιη λύση του κυπριακού ζητήματος. Συνομιλεί με αξιωματούχους της αγγλικής και τουρκικής πλευράς, προσπαθεί επίμονα να προστατεύσει τον υπουργό του από ολισθήματα, αντιδρά στις μυστικές προφορικές συνομιλίες των δύο υπουργών εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας και τον αποκλεισμό από απ’ αυτές των άλλων αξιωματούχων των δύο πλευρών, διαφωνεί με το (προ)σχέδιο του Παρισιού, συντάσσει προς τον Αβέρωφ «Υπηρεσιακόν Σημείωμα» και άλλες επιστολές, στις οποίες διατυπώνει τις επιφυλάξεις του, αλλά δεν εισακούεται, κι όταν μαθαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση σκοπεύει να κάνει στη Ζυρίχη ορισμένες βασικές παραχωρήσεις, στέλνει επιστολή στον Αβέρωφ, στην οποία εκφράζει και πάλι τις αντιρρήσεις του, με αριθμό εμπιστευτικού πρωτοκόλλου (25 Δεκ. 1958). Ο αριθμός πρωτοκόλλου θεωρήθηκε από τον υπουργό «μεγάλη προδοσία» και στάθηκε η αιτία για τον αποκλεισμό του από τη συνδιάσκεψη της Ζυρίχης (11 Φεβρ. 1959).

Ο Σεφέρης θεώρησε τους όρους της συμφωνίας πολύ κακούς για το μέλλον του νησιού. Τα γεγονότα μετά τη Ζυρίχη επαλήθευσαν δυστυχώς τους φόβους και τις επιφυλάξεις του διπλωμάτη Γιώργου Σεφεριάδη. Ας ευχηθούμε στην Ελβετία, ή όπου αλλού συνεχιστεί ο διάλογος, να επιδειχθεί περισσότερη σύνεση από όλες τις πλευρές, να μην επικρατήσουν τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων φυσικού αερίου και να μη δημιουργηθούν άλλα αδιέξοδα.

 

«Μαοϊκοί και αριστεριστές» του Φίλιππου Φιλίππου

«Μαοϊκοί και αριστεριστές» του Φίλιππου Φιλίππου

Κάποτε, πριν από μερικές δεκαετίες, οι ιδέες του Μάο Τσε Τουνγκ και η εφαρμοσμένη πολιτική του –υποτίθεται μαρξιστική– στην Κίνα είχαν μεγάλη απήχηση στην Ελλάδα, όπως άλλωστε συνέβαινε σε όλον τον κόσμο. Χιλιάδες νέοι άνθρωποι, οι οποίοι θεωρούσαν τον εαυτό τους μαρξιστή ή κομμουνιστή ή επαναστάτη, παίρνοντας αποστάσεις από τη Σοβιετική Ένωση του Μπρέζνιεφ και τον λεγόμενο «υπαρκτό σοσιαλισμό», εντάχθηκαν σε «ακροαριστερές» ή «αριστερίστικες» οργανώσεις. Ως κομμάτι της ελληνικής Αριστεράς, οι μαοϊκές οργανώσεις άνθισαν στη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας και αναπτύχθηκαν την περίοδο της μεταπολίτευσης. Ωστόσο, ο θάνατος του Μάο, η μάχη των επιγόνων του για την κληρονομιά της κινεζικής επανάστασης και το άνοιγμα της Κίνας στην ελεύθερη αγορά και στον καπιταλισμό οδήγησαν στην παρακμή τους. Στην Ιστορία οι οπαδοί του Μάο έχουν μείνει ως μαοϊκοί ή ως κινεζόφιλοι, ενώ τοποθετούνται δίπλα στους τροτσκιστές, με τους οποίους είχαν ουσιαστικές ιδεολογικές διαφορές. Η σημαντικότερη μαοϊκή οργάνωση ήταν το ΕΚΚΕ (σήμερα αποτελεί συνιστώσα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ), κίνημα που γοήτευσε αρκετούς νέους: εργάτες, φοιτητές και καλλιτέχνες, ανάμεσά τους τον Στέλιο Κούλογλου, τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Χρόνη Μπότσογλου.

Ο ηθοποιός Γιώργος Κοτανίδης, από τους ιδρυτές του ΕΚΚΕ, μιλάει για πρόσωπα και πράγματα σχετικά με αυτό στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο Όλοι μαζί, τώρα! (Καστανιώτης, 2011), διευκρινίζοντας πως γι’ αυτόν κομμουνισμός σήμαινε την απελευθέρωση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, ενώ πίστευε πως ο Μάο Τσε Τουνγκ και η Κίνα ακολουθούσαν τον σωστό δρόμο. Λίγο καιρό μετά την πτώση της δικτατορίας, η ηγεσία του ΕΚΚΕ κατηγόρησε κάποια στελέχη για οπορτουνισμό ή άλλα ιδεολογικά παραπτώματα, τα διέγραψαν, μα στη συνέχεια η οργάνωση περιέπεσε σε μαρασμό.

Στο αυτοβιογραφικό του αφήγημα με τον τίτλο Οι αριστεριστές (Εύμαρος, 2015), ο Δημήτρης Κουκουλάς, ο οποίος βρέθηκε σε μια ακροαριστερή οργάνωση, την ΚΕΜΛ (Κίνηση Ελλήνων Μαρξιστών Λενινιστών), διηγείται την άνοδο και την παρακμή των μαοϊκών ομάδων, ή αλλιώς γκρουπούσκουλων. Η άνθιση τέτοιων ομάδων, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ξεκίνησε τον Νοέμβρη του 1973, ύστερα από τη «θυελλώδη και οργισμένη» εργατική συνέλευση στην κατάληψη του Πολυτεχνείου. Ήταν μια μαραθώνια παράσταση με πρωταγωνιστές νεαρούς με στρατιωτικά αμπέχονα και γενειάδες, κοπέλες με φούστες φραμπαλά και ταγάρια που ξεδίπλωναν στην αίθουσα όλη την επαναστατική ορολογία, όλο το λεξιλόγιο των ανατροπών και των εξεγέρσεων από την κομμούνα του Παρισιού μέχρι τον Μάη του ‘68. Μπακούνιν, Μαρξ, Κροπότκιν, Λένιν, Τρότσκι, Λούξεμπουργκ, Ντουρούτι, Μάο, Γκεβάρα και άλλοι ήταν οι Άγιοι της επανάστασης που καθοδηγούσαν τα βήματα των καταληψιών. Ο σπόρος αυτής της επανάστασης είχε ριχτεί το 1972, τότε που έμπαινε επιτακτικά η πτώση της δικτατορίας.
«Μαοϊκοί και αριστεριστές» του Φίλιππου Φιλίππου

Κι ύστερα γκρεμίστηκε η χούντα και όλοι εκείνοι που αγωνίστηκαν μέσα κι έξω από το Πολυτεχνείο άρχισαν να στελεχώνουν τα κόμματα. Οι περισσότεροι στράφηκαν προς το ΚΚΕ και την ΚΝΕ, λιγότεροι προς το ΚΚΕ Εσωτερικού και τον Ρήγα Φεραίο. Άλλοι πήγαν στα υπόλοιπα κόμματα της Αριστεράς, ή δημιούργησαν καινούργιες οργανώσεις. Οι αντιπαραθέσεις και οι έριδες μεταξύ τους ήταν συχνές. Επρόκειτο για έναν γαλαξία με μεγάλη γκάμα ιδεολογικών αποχρώσεων: μαοϊκοί, τροτσκιστές, λενινιστές, γκεβαριστές, αναρχοκομμουνιστές, σπαρτακιστές.

Το κάθε γκρουπούσκουλο θεωρούσε πως μόνο αυτό εκπροσωπούσε το μαρξισμό-λενινισμό και άρα μόνο αυτό ήταν κατάλληλο για τη διεκπεραίωση της επανάστασης. ΟΜΛΕ, ΕΚΚΕ, ΣΑΚΕ, ΕΔΕ, ΟΚΔΕ, ΟΠΑ: αμέτρητες ήταν οι ομάδες που γεννήθηκαν, άνθισαν, παρήκμασαν και διαλύθηκαν σιγά σιγά, και τα μέλη τους είτε προσχώρησαν σε μεγάλα κόμματα είτε πήγαν στο σπίτι τους. Σημαντικά ονόματα του χώρου, σημειώνει ο Κουκουλάς, ήταν ο Μπίστης του ΕΚΚΕ, ο Καραμπελιάς της ΟΠΑ, ο Σάββας Μιχαήλ της ΕΔΕ, ο Αγησίλαος Χριστοδουλόπουλος του Μαχητή, ο Ζυρίνης και η Ισαβέλλα Μπερτράν της Λαϊκής Εξουσίας.

Από τη δική της τη μεριά, η Νίκη Αναστασέα, πρώην υπάλληλος του βιβλιοπωλείου Πολιτεία, στο μυθιστόρημά της Η ιστορία ενός δικού μας ανθρώπου (Καστανιώτης, 2015), μιλάει για τη γενιά της, τη γενιά των νέων ανθρώπων που σαγηνεύτηκαν από την ιδέα της επανάστασης, την Ιδέα, όπως σημειώνει, την οποία υπηρέτησαν με ενθουσιασμό, πίστη και αυταπάρνηση. Αναφέρεται σε μια παρέα νεαρών που ανήκαν στον μαοϊκό χώρο, συγκεκριμένα στο ΕΚΚΕ, οι οποίοι συζητούν για τον Αλέξη Ραζή, έναν ταλαντούχο ζωγράφο ο οποίος έχει καταρρεύσει στα είκοσι οχτώ του χρόνια, χτυπημένος από μια μορφή βαριάς μελαγχολίας.

Στο ΕΚΚΕ, και μάλιστα στα ηγετικά του κλιμάκια, ανήκε η ηθοποιός και δημοσιογράφος Άννα Μιχαλιτσιάνου, η οποία στο μυθιστόρημά της Τελευταία διορία (Καστανιώτης, 2014), βάζει την ηρωίδα της Ειρήνη, κόρη φυλακισμένου αριστερού, να αλλάζει στρατόπεδο τη δεκαετία του ’70 . Ένας από τους ήρωες, ο Μπίλη, που συμμετείχε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, έγινε συνδικαλιστής και κάνει ό,τι μπορεί για να ανέλθει κοινωνικά. Στην ουσία, η συγγραφέας θέλει να δείξει πως κάποιοι δεν ελκύονται από ιδέες, έτσι κι αλλιώς ουτοπικές, αλλά ονειρεύονται καλοπέραση και μεγαλεία.
«Μαοϊκοί και αριστεριστές» του Φίλιππου Φιλίππου

Το φαινόμενο της σωματικής κατάρρευσης λόγω ιδεολογικής απογοήτευσης δεν ήταν σπάνιο. Η πεζή πραγματικότητα προκάλεσε τον κλονισμό της πίστης αρκετών νεαρών μαρξιστών, οπότε άρχισαν να συνειδητοποιούν πως η Ιδέα ήταν μια μεγάλη Ουτοπία. Κι αυτό επειδή όπου εφαρμόστηκε ο «σοσιαλισμός» προκάλεσε διάψευση των προσδοκιών, ενώ στην Ελλάδα υπηρετήθηκε από ανθρώπους μικρόνοες και μικρόψυχους, που με την πρώτη διαφωνία άρχισαν να διαγράφουν τους «αντιρρησίες». Στο βιβλίο της Αναστασέα οι διαγραφές, οι διαφωνίες και οι διασπάσεις προκάλεσαν και ρήξη των προσωπικών σχέσεων: οι χτεσινοί σύντροφοι έγιναν εχθροί σε μια νύχτα, ενώ διακινούνταν και μομφές για χαφιεδισμό. «Πώς τα καταφέραμε έτσι, σύντροφε; Πώς γίναμε έτσι», λέει μια ηρωίδα. Η ιστορία της ένταξης περιείχε μέσα της το όνειρο και την τρέλα, αφού όλοι τους ήθελαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο, από τα ίδια του τα θεμέλια.

Τα ίδια πάνω κάτω λέει κι ο Δημήτρης Κουκουλάς στο πρόσφατο βιβλίο του Βαρκαρόλα στην κοίτη της πόλης (Εύμαρος, 2016). Π.χ. στο διήγημα «Ξενάγηση», μιλώντας για έναν αριστεριστή, τον Νικήτα (τροτσκιστή, όχι μαοϊκό), λέει πως όταν τα πράγματα άρχισαν να φυλλοροούν, ο ήρωας κλονίστηκε, «κάτι που έπαθαν πολλοί άλλοι». Άνθρωποι ευαίσθητοι που ποτέ δεν συμβιβάστηκαν, που δεν έκαναν εκπτώσεις στην ιδεολογία τους, δεν άντεξαν στα καινούργια δεδομένα και συντρίφτηκαν. Άλλοι αυτοκτόνησαν, άλλοι έγιναν αναχωρητές, άλλοι στράφηκαν σε θρησκευτικά δόγματα, άλλοι μπήκαν σε θεραπεία με ψυχοφάρμακα. Ορισμένοι από αυτούς, μάλλον λίγοι, παίρνοντας αποστάσεις από τα οράματα της νιότης τους, έχοντας γίνει ρεαλιστές, προσχώρησαν σε μικρά ή μεγάλα κόμματα (ΚΚΕ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Δημοκρατία), και πήραν κομματικές ή κυβερνητικές θέσεις. Σχετικά πρόσφατα, ο Κοτανίδης εντάχθηκε στο Ποτάμι.

Οι συγγραφείς που προαναφέρθηκαν δεν είναι οι μοναδικοί που καταπιάστηκαν λογοτεχνικά με το θέμα των ιδεολόγων, όπως οι ίδιοι, που θέλησαν ν’ αλλάξουν τη μοίρα αυτού του τόπου, της Ελλάδας, και απογοητεύτηκαν – από την εποχή του Εμφυλίου και μετά. Απλώς και οι τέσσερις μιλούν για το χώρο των μαοϊκών και αριστερίστικων οργανώσεων.

 

«Σημειώσεις για τον “Ιαγουάρο” του Αλέξανδρου Κοτζιά» της Βασιλικής Καϊσίδου

«Σημειώσεις για τον “Ιαγουάρο” του Αλέξανδρου Κοτζιά» της Βασιλικής Καϊσίδου

Ιαγουάρος: σαρκοφάγο θηλαστικό, το οποίο, από πολιτισμούς της Νοτίου Αμερικής θεωρούταν μια άγρια θεότητα, εκπρόσωπος δυνάμεων του πολέμου, της πανουργίας, της καταστροφής και της ανθρώπινης θυσίας. Ο τίτλος του έργου –που μαζί με τη Μηχανή, τον Πυγμάχο και το Σοκάκι αποτελούν τις τέσσερις από τις επτά σχεδιαζόμενες νουβέλες με τις οποίες ο Αλέξανδρος Κοτζιάς θα σφράγιζε το συγγραφικό του έργο– αντανακλά σε μεγάλο βαθμό και το περιεχόμενό του. Η φιλονικία για την αφήγηση ενός επώδυνου παρελθόντος, η λειτουργία της τραυματικής μνήμης και η λεκτική/ψυχολογική βία είναι λίγοι από τους θεματικούς άξονες που κωδικοποιούνται στην ολιγοσέλιδη μα πολυπρισματική νουβέλα του Κοτζιά.

Γεννημένος στην Αθήνα, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς (1926-1992) βίωσε σε νεαρή ηλικία την οικονομική και υλική καταστροφή της οικογένειάς του. Παραμελώντας την ολοκλήρωση των νομικών του σπουδών, εκδήλωσε από νωρίς το ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία, και εργάστηκε στον κλάδο του πολιτισμού ως μεταφραστής, κριτικός λογοτεχνίας, δημοσιογράφος κ.ά. Έλαβε μέρος εθελοντικά στην κατοχική αντίσταση, ενώ κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των Συνταγματαρχών συμμετείχε σε αντιστασιακές οργανώσεις και συνεργάστηκε με τις εκδόσεις Κέδρος στα 18 Κείμενα. Εντούτοις, σε αντίθεση με τους περισσότερους ομότεχνούς του, δεν ήταν στρατευμένος στην Αριστερά στο έργο του, προσπάθησε να αποτυπώσει μια κριτική θεώρηση της (τραυματικής) νεώτερης ελληνικής ιστορίας –από τη γερμανική κατοχή ως το σήμερα–, εγχείρημα ιδιαιτέρως απαιτητικό λόγω της χρονικής εγγύτητας της συγγραφής. Μολαταύτα, σε κάποια στιγμιότυπα του έργου του η αντιπαράθεση ή/και εξίσωση των δυο ανταγωνιστικών εμφυλιακών δυνάμεων προμηνύει τη νηφαλιότερη (ανα)θεώρησή τους από τον μεταγενέστερο λογοτεχνικό και ιστοριογραφικό λόγο (1). Γενικότερα, η συγγραφική του δεν βρήκε απήχηση στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, ενδεχομένως λόγω της ενίοτε στρυφνότητάς της, των αρνητικών ηρώων και του «αντιαριστερού» της χαρακτήρα. Αν και τα πλέον αναγνωρισμένα έργα του Κοτζιά είναι Ο Γενναίος Τηλέμαχος και το Αντιποίησις Αρχής, θέλω να σταθώ στον Ιαγουάρο (1987), ένα έργο ωριμότητας, το οποίο προβληματικοποιεί παραδειγματικά τη θεματική του τραύματος, τις χρήσεις (και καταχρήσεις) της ατομικής και συλλογικής μνήμης, καθώς και τις ηθικές/ψυχικές συνέπειες του εμφύλιου σπαραγμού (2).

Το έργο του Κοτζιά, ως μια έκφανση της πολιτισμικής μνήμης για τον εμφύλιο και τον απόηχό του, διαβάζεται και ως υπαινιγμός ή αλληγορία για το παροπλισμένο παρόν και ένα (ενδεχομένως) δυσοίωνο μέλλον.

Εμφύλια Πάθη: η μνήμη του τραύματος (3)

Θεέ μου, τι θα γίνουμε; Πώς θα πορευτούμε;
Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε;
Μ’ αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων
των ψυχών από δίπλα μας;
—Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Μοναξιά

Ο Ιαγουάρος αποτελεί προέκταση ενός επεισοδίου της Πολιορκίας (1953) –του πρώτου μυθιστορήματός του Κοτζιά– στο οποίο η Φιλιώ σε συνεργασία με τον αρραβωνιαστικό της, Φάνη, δολοφονούν τον ταγματασφαλίτη Σαράντη κατά τη διάρκεια της Κατοχής, χρησιμοποιώντας τη Φιλιώ ως ερωτικό δέλεαρ. Όπως αποκαλύπτεται στον Ιαγουάρο, ο Φάνης συλλαμβάνεται και εκτελείται κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και η προδομένη Φιλιώ καταφεύγει στις ΗΠΑ με το μωρό της. Ωστόσο, επιστρέφει στην Ελλάδα δέκα χρόνια αργότερα για να διεκδικήσει το μερίδιο της κληρονομιάς του άντρα της από την κουνιάδα της, Δήμητρα. Ας σημειωθεί πως ενώ ο χρόνος της αφήγησης αντιστοιχεί σε κάτι λιγότερο από δέκα ώρες –από την άφιξη της Φιλιώς το απόγευμα μέχρι τα ξημερώματα της επομένης– ο χρόνος της ιστορίας εξακτινώνεται, μέσω συγκεχυμένων αναλήψεων, ως τα κατοχικά χρόνια.

Οι δύο ηρωίδες είναι φορείς ενός τραυματικού παρελθόντος, το οποίο καλούνται να αναβιώσουν κατά τη σύντομη συναναστροφή τους. Η μεν Δήμητρα, πιστό μέλος του κομμουνιστικού κόμματος, μετά τη λήξη του εμφυλίου φυλακίστηκε, βασανίστηκε και αντιμετώπισε επαγγελματικές δυσκολίες ως «επικίνδυνος» πολίτης του κράτους. Στο αφηγηματικό παρόν προσπαθεί με δόλια και κουτοπόνηρα μέσα να εξαναγκάσει τη Φιλιώ να της παραχωρήσει το πατρικό σπίτι, ήτοι την κληρονομία του Φάνη. Η Δήμητρα ενσαρκώνει ένα ιδιάζον συνονθύλευμα αριστερού δογματισμού –όπως καταδεικνύει η επανειλημμένη χρήση της ξύλινης κομματικής ορολογίας– και μικροαστισμού, ενώ δεν διστάζει να διαστρεβλώσει την αφήγηση του παρελθόντος για να εξυπηρετήσει τα ιδιοτελή συμφέροντα του παρόντος. Μολαταύτα, η δράση της δεν αφορμάται μόνο από υποκρισία και αμοραλισμό, όπως συχνά έχει θεωρηθεί, μα και από ένα επώδυνο παρελθόν, στο οποίο και παραμένει προσκολλημένη, σε μία φάση «αιωνίου πένθους» ή «μελαγχολίας», με όρους ψυχαναλυτικούς. Με άλλα λόγια, αναβιώνει εμμονικά την τραυματική εμπειρία «μαυριδερός μουστάκιας ήταν κι ο μπόγιας που μου ‘βγαλε τα νύ-», δηλώνει κατ’ επανάληψη η Δήμητρα, αδυνατώντας να λεκτικοποιήσει το τραυματικό συμβάν που υπερβαίνει τη γλώσσα.

«Σημειώσεις για τον “Ιαγουάρο” του Αλέξανδρου Κοτζιά» της Βασιλικής Καϊσίδου

Η δε Φιλιώ είναι εξίσου βαθιά τραυματισμένη από το θάνατο του αδερφού της, και του άντρα της, αλλά κυρίως από την προσωπική της εμπλοκή στο φόνο του Σαράντη. Πασχίζει να διαφύγει τον ασφυκτικό κλοιό της Δήμητρας, την ανάδυση του τραύματος και το ξύπνημα των θαμμένων μυστικών: «Να φύγω... δεν το αντέχω, δεν... τα νεύρα μου. [...] Δεν κοιμάμαι καλά.... Δεν κοιμάμαι καθόλου! Χρόνια δεν κοιμάμαι!». Ωστόσο, η επιστροφή στους «τόπους μνήμης» (4) (το σπίτι, τον κήπο, την παλιά γειτονιά) και ο νυχτερινός περίπατος στον τόπο του εγκλήματος, ταυτόχρονα με τη διαδικασία ενδοσκόπησης που ενεργοποιείται άμα τη αφίξει της, τελικώς έχουν θεραπευτική επενέργεια στην ηρωίδα. Οδηγούν στην ολοκλήρωση του πένθους, ή αλλιώς, στην υπέρβαση του «τραύματος του αυτουργού» που στοιχειώνει το παρόν, καθώς η Φιλιώ παραδέχεται πως «ήθελα να εκδικηθώ [...], τους φασίστες να εκδικηθώ, αυτό το παραδέχομαι!». Έτσι, στο τέλος βυθίζεται σε έναν γαλήνιο ύπνο, έχοντας «στα χείλια της ένα αδιόρατο χαμόγελο», ενώ η Δήμητρα χάνει τον ύπνο της και αυτοπαγιδεύεται με τραγικό τρόπο στην πλεκτάνη που έστησε για τη Φιλιώ.

Μια από τις μεγαλύτερες αρετές (αν και για κάποιους αδυναμία) του Ιαγουάρου εντοπίζεται στο ύφος και τη γλώσσα του (5). Η ιστορία δίνεται μέσα από τον χειμαρρώδη εσωτερικό μονόλογο της Δήμητρας, ο οποίος είναι αποσπασματικός και αποτυπώνει τη συναισθηματική ταραχή της ροής της συνείδησης της ηρωίδας. Έτσι, η παρακολούθηση και ανασυγκρότηση της πλοκής απαιτεί τη διαρκή ενεργοποίηση της προσοχής και της μνήμης του αναγνώστη, ο οποίος καλείται να αποκωδικοποιήσει και να ανασυνθέσει ένα πυκνό δίκτυο αναλήψεων, ημιτελών φράσεων και άλογων συνειρμών, δίχως σημεία στίξεως και με προτάσεις που εκτείνονται ως και σε τρεις σελίδες. Είναι σαφές πως αυτό το είδος λόγου προσιδιάζει στην αφήγηση του τραύματος, η μη αναπαράστασιμότητα του οποίου «παροπλίζει» τη γλώσσα. Η εκμηδένιση της γλώσσας εύλογα παραπέμπει στη γραφή του Κιβωτίου, στο οποίο η ανάγνωση νοείται ως παραγωγή νοήματος. Συνεπώς, και στα δύο έργα ο κατακερματισμός της γραφής καλεί τον δέκτη να καλύψει τα νοηματικά χάσματα και να ερμηνεύσει αυτόνομα το μυθιστορηματικό σύμπαν. Όπως έγραφε ο Κοτζιάς, «μην επεξηγείς όσα ο επαρκής αναγνώστης μπορεί να αντιληφθεί, του αφαιρείς την απόλαυση να λειτουργεί σαν συγγραφέας». Κατά τη γνώμη μου, αυτή η σημαίνουσα συγγραφική τακτική αποδεσμεύει το κείμενο από το χρόνο παραγωγής του και το καθιστά ιδιαίτερα επίκαιρο σήμερα, σε μια ανάγνωση με γνώμονα τον εν εξελίξει δημόσιο διάλογο για τη μνήμη του εμφυλίου.

Ιστορία και Πολιτική: μια αναδρομική ανάγνωση

Στοχάσου. Πόσο κράτησε η κακιά στιγμή;
Πόσον το θαύμα;
—Μάρκος Μέσκος

Με βάση τα παραπάνω, ο Ιαγουάρος διαφαίνεται ως μια εξπρεσιονιστική δημιουργία σε έναν καμβά ρεαλισμού οι στρεβλοί χαρακτήρες, ο εξαρθρωμένος λόγος και η συναισθηματική τους αγωνία πλάθονται πάνω σε ένα σαφώς προσδιορισμένο ιστορικό, κοινωνικό και ανθρωπολογικό φόντο. Η νουβέλα διαδραματίζεται στις 21 Μαΐου του 1958, μια μεταβατική περίοδο για την ελληνική κοινωνία, η οποία, καθημαγμένη μετά τη λήξη του εμφυλίου, προσπαθεί να υπερβεί τα αδιέξοδα και να επουλώσει τα τραύματά της, ελπίζοντας σε μια καινούργια προοπτική. Ο Κοτζιάς, παράλληλα με τις προσωπικές απώλειες των χαρακτήρων, χαρτογραφεί, σύμφωνα με τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, τις «ηθικ[ές] και υπαρξιακ[ές] συνέπει[ες] των αδελφοκτόνων συγκρούσεων και της βαθιάς διάβρωσης η οποία διαπερνά τον ελληνικό μεταπολεμικό κόσμο σε μία από τις πιο κρίσιμες φάσεις της τροχιάς του» (6). Εντούτοις, το ζητούμενο δεν είναι να ανιχνευθούν ή να αξιολογηθούν οι πολιτικές θέσεις του συγγραφέα σε μια άμεση αντιστοιχία με τη στάση και τα λόγια των χαρακτήρων (7). Το ενδιαφέρον του έργου έγκειται στην αποτύπωση της βαριάς και διχαστικής κληρονομιάς του εμφυλίου, όπως αποτυπώνεται εύγλωττα στην κληρονομική αντιδικία της Δήμητρας και της Φιλιώς.

O Κοτζιάς χαρτογραφεί την παραμορφωτική μνήμη και το νωπό τραύμα του εμφυλίου, ο οποίος κληροδότησε δυσεπίλυτες στρεβλώσεις (ατομικές και συλλογικές) στην ελληνική κοινωνία.

Οι δύο ηρωίδες ερίζουν για το σπίτι του Φάνη, συζύγου της Φιλιώς και αδερφού της Δήμητρας, αλλά και για την αφήγηση του παρελθόντος. Έτσι αισθητοποιείται η ύπαρξη δύο διαφορετικών ειδών μνήμης. «Θυμάσαι ό,τι και όπως σε βολεύει» κατηγορεί (δικαίως) η Φιλιώ τη Δήμητρα, η οποία έχει κατασκευάσει μια συνεκτική αφήγηση για το παρελθόν. Αναπαράγοντας την ξύλινη γλώσσα, υιοθετεί το λόγο της θυματοποίησης, ο οποίος, όπως εύστοχα παρατηρεί η Νικολοπούλου, χρησιμοποιήθηκε εν γένει από την αριστερά κατά τη δεκαετία του 1980, οπότε και γράφτηκε ο Ιαγουάρος (8). Η δε αφήγηση της Φιλιώς είναι κατακερματισμένη, με λογικά χάσματα και θραυσματικά στιγμιότυπα, τα οποία ανασύρει με κόπο από τη κοιτίδα της μνήμης: «“Όλοι σε αυτόν τον τόπο [...] είναι αθώοι, έπαθαν. Κανένας, τίποτα δεν έκανε... Μαζί και ‘γω είμαι αθώα. Και ο αδερφός σου αθώος” μουρμούρισε και σφάλισε τα μάτια απελπισμένη». Προβάλλοντας αυτές τις αντικρουόμενες αφηγήσεις, ο Κοτζιάς θέτει στο προσκήνιο τα ζητήματα της επιλεκτικής μνήμης και ιστορικής αξιοπιστίας, υποδηλώνοντας την απουσία μιας ενιαίας αλήθειας για το παρελθόν καθώς και την αδυναμία της γλώσσας να αναπαραστήσει την πραγματικότητα. Μολονότι ο λόγος της Φιλιώς παρουσιάζεται ως πιο αντικειμενικός, η παράθεση αυτοαναιρούμενων, αποσπασματικών στοιχείων υπονομεύει την αφήγησή της.

Έτσι, ο Κοτζιάς χαρτογραφεί την παραμορφωτική μνήμη και το νωπό τραύμα του εμφυλίου, ο οποίος κληροδότησε δυσεπίλυτες στρεβλώσεις (ατομικές και συλλογικές) στην ελληνική κοινωνία. Ενδεχομένως εξισωτικές φράσεις όπως «κανείς δεν έκανε τίποτα» να ηχούν για μερικούς απλουστευτικές ή και ανακριβείς, εντούτοις κανείς δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει αυτό που ο Κοτζιάς γλαφυρά αισθητοποιεί τη συγχώνευση, δηλαδή, των δυο αντιμαχόμενων εμφυλιακών στρατοπέδων σε ένα κοινό μέτωπο, αυτό των ηττημένων και ανθρώπων οι οποίοι εγκλωβίστηκαν από ιστορικές συγκυρίες που αδυνατούν να ελέγξουν. Συνακόλουθα, (ξανα)διαβάζοντας τον Ιαγουάρο, δεν εντοπίζουμε μόνο ένα σχόλιο για την πολιτική της μνήμης κατά τη δεκαετία του 1950 (στην οποία αναφέρεται) και του 1980 (κατά την οποία συνεγράφη), για το τραύμα των επιζώντων και την παραγωγή του νοήματος και της αλήθειας. Το έργο του Κοτζιά, ως μια έκφανση της πολιτισμικής μνήμης για τον εμφύλιο και τον απόηχό του, διαβάζεται και ως υπαινιγμός ή αλληγορία για το παροπλισμένο παρόν και ένα (ενδεχομένως) δυσοίωνο μέλλον (9).

(1) Βλ. την αμφισβήτηση της (ενιαίας και απελευθερωτικής) εθνικής Αντίστασης από τους λεγόμενους μετα-αναθεωρητές ιστορικούς (ή «Νέο Κύμα») από το 1990 και έπειτα. Για περισσότερα βλ. Αντωνίου Γ. & Μαραντζίδης Ν. (2008), Η εποχή της σύγχυσης: Η δεκαετία του '40 και η ιστοριογραφία. Αθήνα: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Ι.Δ. Κολλάρου & Σιας, 28-45.
(2) Ο Ιαγουάρος αποτελεί μια από τις καλύτερες στιγμές στη συγγραφική πορεία του Κοτζιά και το μοναδικό του έργο που έχει μμεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα. Βλ. Kotzias, A. (1991). The Jaguar, (Trans. H.E. Criton). Athens: Kedros.
(3) Η κεφαλίδα «εμφύλια πάθη» είναι εμπνευσμένη από το πρόσφατο βιβλίο του Στάθη Ν. Καλύβα & Μαραντζίδη Ν. Α. (2015). Εμφύλια πάθη: 23 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον Εμφύλιο. Αθήνα: Μεταίχμιο.
(4) Για τους τόπους μνήμης (lieux de memoire), όρο που εισηγήθηκε ο Pierre Nora για να δηλώσει την αποκρυστάλλωση της μνήμης σε συγκεκριμένο υλικό ή άυλο τόπο, βλ. Nora, P., Agulhon, M., Ageron, C.-R., & Beaune, C. (Eds.). (1984). Les Lieux de mémoire. Paris: Gallimard.
(5) Βλ. τα σχόλια του του Σπύρου Τσακνιά στο Τόποι και Τρόποι στην πεζογραφία της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, «Γράμματα και Τέχνες», Σεπτ.-Οκτ. 1991, τ. 63. Αντίθετα, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ στην Ημεδαπή Εξορία, φαίνεται να εκτιμά ιδιαιτέρως τη γραφή του.
(6) Βλ. Βασίλη Χατζηβασιλείου (1994). 21 Μαϊου 2958. Στο Αφιέρωμα στον Αλέξανδρο Κοτζιά (Σ. Τσακνιάς & Α. Μακρυνικόλα Επιμ.). Αθήνα: Κέδρος
(7) Υπό αυτή την έννοια έχει υποστηριχθεί πως ο Κοτζιάς υπερπροβάλλει μια «δεξιά» στάση, ηρωοποιώντας τον δωσίλογο και αφαιρώντας κάθε αξία από την αγωνιστική δράση των πολεμιστών του ΔΣΕ. Βλ. «Το πεζογραφικό έργο του Αλέξανδρου Κοτζιά. Του Μπάμπη Δερμιτζάκη» (http://tvxs.gr/news/politismos/pezografiko-ergo-toy-aleksandroy-kotzia-toy-mpampi-dermitzaki). Κατά τη γνώμη μου, η χαρακτηρολογία λειτουργεί περισσότερο σε επίπεδο συμβολικό. Άλλωστε, η αλλοίωση του εθνικοαπελευθερωτικού χαρακτήρα της Αντίστασης, η οποία μόνο αρχικά είχε ενωτική βάση, και ο δογματισμός της Αριστεράς είναι περιστατικά ιστορικά εξακριβωμένα.
(8) Βλ. Μαρία Νικολοπούλου (2008). «Ιαγουάρος του Αλέξανδρου Κοτζιά: ένα σχόλιο για τη λειτουργία της μνήμης του εμφυλίου κατά τη δεκαετία του 1980». Στο Μνήμες και Λήθη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου (Ρ. Β. Μπουσχότεν, Τ. Βερβενιώτη, Ε. Βουτυρά, Β. Κ. Δαλκαβούκης, & Κ. Μπαδά, Επιμ.). Θεσαλλονίκη: Επίκεντρο, 373-385. Ας σημειωθεί επίσης, πως όταν γράφεται ο Ιαγουάρος έχει ήδη ξεκινήσει η «δικαίωση» των ηττημένων μέσω μιας «αριστερής» αφήγησης για τον εμφύλιο η οποία ενθαρρύνθηκε σημαντικά από και εξυπηρέτησε την πολιτική ατζέντα του ΠΑΣΟΚ από το 1981 και εξής.
(9) Ευχαριστώ τον φίλο και συνάδελφο Θεμιστοκλή Παγούδη για κάποιες χρήσιμες προσθήκες και προτάσεις.

 

«Ρόαλντ Νταλ: Ο μεγάλος φιλικός γίγαντας της παιδικής λογοτεχνίας» της Γεωργίας Γαλανοπούλου

«Ρόαλντ Νταλ: Ο μεγάλος φιλικός γίγαντας της παιδικής λογοτεχνίας» της Γεωργίας Γαλανοπούλου

Έγραφε σ’ ένα μικρό ξύλινο τροχόσπιτο , περικυκλωμένο με θάμνους και περικοκλάδες, στην πίσω μεριά του κήπου του στο Μίσεντεν, όπου και έζησε τα τελευταία τριάντα σχεδόν χρόνια της ζωής του. Το είχε αγοράσει από ένα καραβάνι Τσιγγάνων για να παίζουν τα παιδιά του και όταν μεγάλωσαν το μετέτρεψε σε συγγραφικό εργαστήρι. Στη μικροσκοπική αυτή καλύβα δεχόταν τη μούσα του κι εκεί περνούσε τα πρωινά του γράφοντας με μολύβι πάνω σε κίτρινο πάντα γραμμωτό χαρτί. Αδύνατος, λεβεντόκορμος και ψηλός δυο μέτρα, μπορεί κανείς να τον φανταστεί σαν έναν μεγάλο φιλικό γίγαντα στο σπίτι των νάνων.

Τα βιβλία του για παιδιά, μεταφρασμένα σε εξήντα γλώσσες, διακρίνονται για το αυθεντικό χιούμορ, την απρόβλεπτη φαντασία, την ευρηματικότητα και τη γλωσσολογική πρωτοτυπία.

Αν ζούσε σήμερα ο Ρόαλντ Νταλ, θα ήταν εκατό χρονών. Γεννημένος στις 13 Σεπτεμβρίου του 1916 στο Ηνωμένο Βασίλειο, έζησε μια ζωή πολυκύμαντη κι άφησε πίσω του ένα αξιοζήλευτο λογοτεχνικό έργο. Είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του (1990), θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας από το 1945 μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τους «Τάιμς του Λονδίνου», τα βιβλία του έχουν ξεπεράσει τα 250 εκατομμύρια αντίτυπα και συγκαταλέγονται ανάμεσα στα 50 με τις μεγαλύτερες πωλήσεις παγκοσμίως. Μια πρόσφατη έρευνα του αμερικανικού περιοδικού «School Library Journal» κατατάσσει τη Ματίλντα (Ψυχογιός, μτφ. Κώστια Κωντολέων) στην τριακοστή θέση ανάμεσα στα σπουδαιότερα παιδικά μυθιστορήματα, ενώ τρία ακόμη βιβλία του, ο ΜΦΓ, οι Μάγισσες και ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας (Ψυχογιός, μτφ. Βούλα Μάστορη, Κώστια Κωντολέων και Τζένια Καββαδία αντίστοιχα), συμπεριλαμβάνονται στα 100 καλύτερα όλων των εποχών.

Ασχολήθηκε σχεδόν με όλα τα λογοτεχνικά είδη. Ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, παραμύθι, θέατρο, σενάριο για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Επτά από τα έργα του έχουν μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη. Τα βιβλία του για παιδιά, μεταφρασμένα σε εξήντα γλώσσες, διακρίνονται για το αυθεντικό χιούμορ, την απρόβλεπτη φαντασία, την ευρηματικότητα και τη γλωσσολογική πρωτοτυπία. Το κατεξοχήν πρωτότυπο έργο του από απόψη γλωσσολογική είναι αναμφίβολα ο ΜΦΓ. Θα μπορούσε, μάλιστα, να ισχυριστεί κανείς ότι εδώ πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η ίδια η γλώσσα, η περίφημη Gobblefunk, με περισσότερους από 300 νεολογισμούς και λογοπαίγνια, σωστός πειρασμός για τον μεταφραστή.

«Ρόαλντ Νταλ: Ο μεγάλος φιλικός γίγαντας της παιδικής λογοτεχνίας» της Γεωργίας Γαλανοπούλου

Ξεκίνησε να γράφει όταν ήταν ακόμη μαθητής, αλλά στο περίφημο σχολείο Repton όπου φοιτούσε το ταλέντο του δεν έγινε αντιληπτό . Ένας έλεγχος προόδου που εκτίθεται σήμερα στο Roald Dahl Museum and Story Center το επιβεβαιώνει: «Αδιόρθωτος και ανοργάνωτος, η γραφή του και ο προφορικός του λόγος εκφράζουν το αντίθετο από εκείνο που εννοεί». Κρίνοντας όμως από ένα δείγμα της πρωτόλειας γραφής του με τίτλο Η ζωή μιας πεντάρας, που επίσης εκτίθεται στο μουσείο, η αξιολόγηση αποδεικνύεται άδικη. Προφανώς οι βαθμολογητές του δεν ενέκριναν την εκκολαπτόμενη αλληλεγγύη του απέναντι στο καταπιεσμένο και το ανυπεράσπιστο, στην προκειμένη περίπτωση ένα χάλκινο νόμισμα, υποχρεωμένο να υπομένει έχοντας «σφραγισθεί απάνθρωπα» στη μια πλευρά του με την κεφαλή του τότε βασιλιά της Αγγλίας.

Περιστατικά και περιπέτειες της παιδικής του ηλικίας αποτυπώνονται με ιδιαίτερο χιούμορ και γλαφυρότητα στην αυτοβιογραφική νουβέλα του Το αγόρι (Ποταμός, μτφ. Όλγα Λαζοπούλου). Η πρώιμη γνωριμία του με τα βιβλία του Ντίκενς, η καταπιεστική αυστηρότητα του παιδαγωγικού συστήματος και ο χωρίς έλεος ξυλοδαρμός του από τον διευθυντή του οικοτροφείου του αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για τη μετέπειτα συγγραφή της Ματίλντα. Μαθητής ακόμη στο Repton, ανήκε στην ομάδα γευσιγνωστών σοκολάτας. Η γνωστή σοκολατοποιία Cadbury έστελνε στο σχολείο δωρεάν σοκολάτες με αντάλλαγμα την αξιολόγησή τους από τα παιδιά. Σ’ αυτή την ανάμνηση βασίστηκε ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας, ένα από τα ωραιότερα μυθιστορήματά του που, αν και απευθύνεται σε παιδιά, μαγεύει και τους μεγάλους.

«Ρόαλντ Νταλ: Ο μεγάλος φιλικός γίγαντας της παιδικής λογοτεχνίας» της Γεωργίας Γαλανοπούλου

Τελειώνοντας το Repton, ο νεαρός Dahl δεν συνέχισε τις σπουδές του. Τον έλκυε περισσότερο η περιπέτεια και η περιέργεια να γνωρίσει καινούρια μέρη. Ξεκίνησε να εργάζεται για την εταιρεία Shell στην Κένυα και την Τανζανία. Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κατατάχθηκε στη RAF (Βασιλική Αεροπορία του Ηνωμένου Βασιλείου) και εκπαιδεύτηκε ως πιλότος μαχητικών αεροπλάνων. Οι πτήσεις του πάνω από τη Μεσόγειο, η συντριβή του σκάφους του στην έρημο της Σαχάρας το 1940, ο τραυματισμός του και η αερομαχία με τα γερμανικά μαχητικά πάνω από την Αθήνα στις 20 Απριλίου του 1941 αποτέλεσαν υλικό για μερικά από τα πρώτα του γραπτά αλλά και για τη δεύτερη αυτοβιογραφική νουβέλα του με τίτλο Σόλο Πορεία (Ποταμός, μτφ. Όλγα Λαζοπούλου).

Στη συλλογή διηγημάτων The Umbrella Man and Other Stories (Viking, 1998) συμπεριλαμβάνεται ένα διήγημα με τίτλο Κατίνα, δημοσιευμένο για πρώτη φορά στο αμερικάνικο περιοδικό «Ladies’ Home Journal» το 1944, με ηρωίδα ένα ορφανό κοριτσάκι από τη βομβαρδισμένη Παραμυθιά. Τραυματισμένο κι έχοντας χάσει τους δικούς του, αναλαμβάνουν την προστασία του τρεις αεροπόροι της RAF. Ταξιδεύοντας για την Αθήνα το παίρνουν μαζί τους, αλλά σε έναν άλλο βομβαρδισμό στα Μέγαρα τους ξεφεύγει και με υψωμένες τις γροθιές προς τα εχθρικά αεροπλάνα πέφτει από τα πυρά τους. Είναι ίσως το μοναδικό έργο του Νταλ όπου η αίσθηση του χιούμορ απουσιάζει.

Ένας κατεξοχήν μοντέρνος συγγραφέας, ο Νταλ αποτυπώνει στο έργο του την εξέλιξη μιας ολόκληρης εποχής, το πέρασμα της παιδικής λογοτεχνίας από το συντηρητισμό στην προοδευτικότητα και την απελευθέρωση του γραπτού λόγου από εκφραστικούς περιορισμούς.

Τα πρώτα του γραπτά απευθύνονταν κυρίως σε ενήλικες και δημοσιεύτηκαν στην Αμερική όπου εγκαταστάθηκε το 1942 με την ιδιότητα του ακόλουθου της RAF. Η παγκόσμια συγγραφική του αναγνωρισιμότητα, ωστόσο, έρχεται αρκετά χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του ’60, με τη δημοσίευση των παιδικών βιβλίων Ο Τζίμης και το Γιγαντοροδάκινο (Ψυχογιός, μτφ. Λότη Πέτροβιτς - Αθηνά Ανδρουτσοπούλου) και Ο Τσάρλι και το Εργοστάσιο Σοκολάτας. Ακολουθεί η χρυσή δεκαετία του ’80 με την έκδοση του περίφημου ΜΦΓ, των Μαγισσών, της Ματίλντα και άλλων έργων, που, όσο κι αν αγαπήθηκαν και εγκωμιάστηκαν, έγιναν στόχος λογοκρισίας. Πολλές από τις ιστορίες του θεωρήθηκαν τρομακτικές και μακάβριες, ενώ συντηρητικοί κύκλοι χαρακτήρισαν τους νεολογισμούς του ασυναρτησίες, τα λογοπαίγνια χυδαιότητες και μερικούς από τους ενήλικες χαρακτήρες του ακραίους και ανορθόδοξους.

Ζητούμενο στα βιβλία του Νταλ είναι ο θρίαμβος των καλών και καταπιεσμένων απέναντι στους κακούς καταπιεστές τους. Όσο πιο απεχθείς οι δεύτεροι τόσο πιο απολαυστική η νίκη των πρώτων. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από μεμονωμένες περιγραφές αντιπαθητικών χαρακτήρων, χωρίς ωστόσο να τους προσάπτονται γενικευμένοι χαρακτηρισμοί. Στη Ματίλντα, για παράδειγμα, διευκρινίζεται με τρόπο εύγλωττο και ξεκάθαρο ότι οι διευθύντριες σχολείων είναι συνήθως ευγενικά άτομα με κατανόηση, νοιάζονται για το καλό των παιδιών και φροντίζουν για την εκπαίδευσή τους. «Αλλά η κυρία Τράντσμπουλ δεν κατείχε ούτε ένα απ’ αυτά τα προσόντα».

«Ρόαλντ Νταλ: Ο μεγάλος φιλικός γίγαντας της παιδικής λογοτεχνίας» της Γεωργίας Γαλανοπούλου

Οι όποιες ενστάσεις περί ακαταλληλότητας ή χυδαιότητας του νταλικού χιούμορ είναι υποκειμενικές και κατά τη γνώμη μας ανυπόστατες. Τα λογοπαίγνιά του δεν εμπεριέχουν τον παραμικρό σεξουαλικού τύπου υπαινιγμό και άσεμνες εκφράσεις ουδέποτε συναντώνται στα παιδικά του βιβλία. Εκείνο που υπάρχει διάσπαρτο σε πολλά έργα του είναι ένα ιδιότυπο «χιούμορ τουαλέτας», απαλλαγμένο ωστόσο από ακαλαίσθητες περιγραφές, αλλά διανθισμένο με ξεκαρδιστικούς νεολογισμούς και γλωσσολογικά τεχνάσματα που διεγείρουν το ενδιαφέρον των παιδιών και συμβάλλουν στην ποθητή κάθαρση μέσα από το κωμικό και το αστείο. Στον ΜΦΓ για παράδειγμα, ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας επιδίδεται μετά μανίας στις περίφημες whizzpoppers, μεταφραζόμενες έξοχα από τη Βούλα Μάστορη σε αεροστρακαστρούκες, τις οποίες ο αγαθός γίγαντας δεν πτοείται να εξαπολύσει ακόμη και κατά τη διάρκεια συνάντησης στο παλάτι του Μπάκιγχαμ, προκαλώντας στη βασίλισσα αμηχανία.

Ένας κατεξοχήν μοντέρνος συγγραφέας, ο Νταλ αποτυπώνει στο έργο του την εξέλιξη μιας ολόκληρης εποχής, το πέρασμα της παιδικής λογοτεχνίας από το συντηρητισμό στην προοδευτικότητα και την απελευθέρωση του γραπτού λόγου από εκφραστικούς περιορισμούς. Είκοσι έξι χρόνια μετά το θάνατό του, εξακολουθεί να παραμένει σύγχρονος τόσο για τη θεματολογία του όσο και για τον τρόπο που την εκφράζει. Η ικανότητά του να μεταμορφώνει την προσωπική του άποψη για τον κόσμο με εργαλείο το χιούμορ και τη φαντασία αποτέλεσε στοιχείο έλξης για εκατοντάδες εκατομμύρια παιδιά, εφήβους και ενήλικες ανά τον κόσμο. Είχε πει κάποτε: «Αν τα βιβλία μου βοηθήσουν τα παιδιά να γίνουν αναγνώστες, θα έχω επιτελέσει κάτι πολύ σπουδαίο». Η επιθυμία του έχει με το παραπάνω εκπληρωθεί. Και δεν είναι διόλου υπερβολή να τον εντάξει κανείς στο πάνθεον των γιγάντων της παιδικής λογοτεχνίας.

Τα έργα του Ρόαλντ Νταλ:
Από τις εκδόσεις Ψυχογιός: Άνω Λεχ, Ο ΜΦΓ, Ο Πέλης, η Πάρδαλη κι εγώ, Ο Τσάρλι και ο μεγάλος γυάλινος ανελκυστήρας, Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας, Οι Βλακέντιοι, Το θαυματουργό φάρμακο, Το μαγικό δάχτυλο, Ματίλντα, Ντάνι, ο πρωταθλητής του κόσμου, Ο απίθανος κος Φοξ, Το μαγικό δάχτυλο, Ο πελώριος κροκόδειλος, Οι μάγισσες, Η υπέροχη ιστορία του Χένρι Σούγκαρ

Από τις εκδόσεις Ποταμός: Τα παλιοτέρατα, Τα παραμύθια ανάποδα, Αγόρι, Σόλο πορεία, Απροσδόκητες ιστορίες

Από τις εκδόσεις Άγρα: Ο θείος Όσβαλντ

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα: Κωμικές ιστορίες, Εξάντας, The Tell-tale Heart. Lamb to the Slaughter. Man from the South. The Mystery of the Semi-Detached, Παπαζήσης

 

«Οι μεταμορφώσεις του Δον Ζουάν στη χώρα των μύθων» του Χαράλαμπου Βαρέλη

«Οι μεταμορφώσεις του Δον Ζουάν στη χώρα των μύθων» του Χαράλαμπου Βαρέλη

Δύο είναι οι λογοτεχνικοί ήρωες της νεότερης Ευρώπης που απέκτησαν μυθική διάσταση και είναι εφάμιλλοι εκείνων που δημιούργησε η ελληνική μυθολογία: ο Φάουστ και ο Δον Ζουάν. Κοινό χαρακτηριστικό τους, που τους συνδέει με την ελληνική αρχαιότητα, η ύβρις: ο πρώτος υπερβαίνει τα ανθρώπινα όρια σε γνωσιολογικό επίπεδο και ο δεύτερος αρνείται τα όρια που επιβάλλει η εκάστοτε κοινωνική ηθική.

Όταν ο Τίρσο ντε Μολίνα γράφει, περίπου το 1620, το θεατρικό έργο Ο απατεώνας της Σεβίλλης ή ο πέτρινος συνδαιτυμόνας, ο Ισπανός δραματουργός και μοναχός δεν διανοείται ότι ο ήρωας του, Δον Χουάν Τενόριο, θα αποτελέσει την απαρχή ενός από τους σημαντικότερους λογοτεχνικούς μύθους της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Γόνος Ισπανών ευγενών, ο Δον Χουάν είναι ένας γοητευτικός νέος που αποπλανά χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό γυναίκες κάθε κοινωνικής τάξης, παραβιάζοντας έτσι τους αυστηρούς κανόνες του Ρωμαιοκαθολικισμού στην Ισπανία του 17ου αιώνα. «Θύματα» αυτής της ερωτικής επιθυμίας είναι μεταξύ άλλων η δούκισσα Ισαβέλλα, η Άννα, κόρη ενός Ισπανού Διοικητή, και δύο χωρικές, η Θίσβη και η Αμίντα. Η ευγενής καταγωγή του εξασφαλίζει στον Δον Χουάν μια σχετική ατιμωρησία. Αυτό όμως που τον διαφοροποιεί από τους επίσης ακόλαστους φίλους του είναι ότι ο Δον Χουάν σκοτώνει σε μονομαχία τον πατέρα της Άννας, που θέλησε να υπερασπιστεί την τιμή της κόρης του, και κυρίως ότι σε μια κίνηση κυνισμού καλεί σε δείπνο τον ανδριάντα του θύματός του. Αυτή η συμπεριφορά αποτελεί ύβριν προς τον νεκρό και ο Δον Χουάν τιμωρείται με το πυρ της Κολάσεως παρά την καθυστερημένη μεταμέλειά του.

Έχοντας επηρεαστεί από ιταλικές διασκευές της ιστορίας του Δον Χουάν, ο Μολιέρος θα παρουσιάσει το 1665 την κωμωδία του Δον Ζουάν ή η πέτρινη ευωχία. Όμως ο ήρωας του Τίρσο, που συμπεριφερόταν στις γυναίκες ως τιμωρός της ευκολίας με την οποία αυτές πλάγιαζαν μαζί του, θα εξελιχθεί σε έναν κυνικό σοφιστή και βλάσφημο ευγενή. Τοποθετώντας τον Δον Ζουάν στην εθισμένη στην υποκρισία γαλλική Αυλή του 17ου αιώνα στην οποία ασκεί κριτική, ο Μολιέρος, σε αντίθεση με τον Ισπανό δραματουργό, παρουσιάζει την ερωτική δραστηριότητα του γυναικοκατακτητή σε χρόνο αφηγηματικό. Πρωτοτυπεί όμως εισάγοντας στο πλήθος των εξαπατημένων γυναικών τη Δόνα Ελβίρα, σύζυγο του αιώνιου εραστή. Έτσι εμπλουτίζει μία από τις τρεις σταθερές συνιστώσες του λογοτεχνικού μύθου που είναι: ο Δον Ζουάν, οι γυναίκες και το άγαλμα του Διοικητή που τιμωρεί τον αλαζόνα εραστή. Σημειωτέον ότι ο Δον Ζουάν αρνείται πλέον να μετανοήσει για τις πράξεις του.

Όταν ο Τίρσο ντε Μολίνα γράφει, περίπου το 1620, το θεατρικό έργο Ο απατεώνας της Σεβίλλης ή ο πέτρινος συνδαιτυμόνας, ο Ισπανός δραματουργός και μοναχός δεν διανοείται ότι ο ήρωας του, Δον Χουάν Τενόριο, θα αποτελέσει την απαρχή ενός από τους σημαντικότερους λογοτεχνικούς μύθους της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

Η μηδενιστική δύναμη του ήρωα του Μολιέρου απουσιάζει από την όπερα του Μότσαρτ, σε λιμπρέτο του Λορέντζο ντα Πόντε, Ντον Τζοβάννι ή ο τιμωρημένος ακόλαστος (1787). Την υποκρισία θα αντικαταστήσει η χαρά της ζωής που αντικατοπτρίζεται στη φράση «Ζήτω η ελευθερία!» με την οποία ο Ντον Τζοβάννι εκφράζει μια απόλυτη προσωπική ελευθερία. Ο εμπλουτισμός του μύθου συνεχίζεται με τον κατάλογο των εξαπατημένων από τον ήρωα γυναικών που διαβάζει ο υπηρέτης του, Λεπορέλλο, στη Δόνα Ελβίρα για να την παρηγορήσει.

Οι διάφορες ενσαρκώσεις του Δον Ζουάν αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο κάθε ιστορική εποχή αντιμετωπίζει τον έρωτα. Ο Ρομαντισμός θα δώσει νέα πνοή στο μύθο. Στο διήγημά του Ε.Τ.Α. Χόφμαν Δον Ζουάν, Μυθιστορηματική περιπέτεια ενός ενθουσιώδους ταξιδιώτη (1814), ο ήρωας επανακτά τη μεταφυσική του διάσταση. Ο Αυστριακός πεζογράφος, όπως ο Μπάιρον στo έπος του Δον Ζουάν (1819), ο Πούσκιν στον Πέτρινο καλεσμένο (1830), ο Λενάου στον δικό του Δον Ζουάν (1848) και άλλοι, μεταμορφώνουν τον γυναικοκατακτητή σε έκπτωτο άγγελο, άλλοτε του Κακού και άλλοτε της εξέγερσης που ονειρεύεται έναν άλλο κόσμο. Για τους ρομαντικούς, ο Δον Ζουάν θυσιάζει τη μια μετά την άλλη τις γυναίκες που έχει σαγηνεύσει γιατί αναζητά απεγνωσμένα τον απόλυτο έρωτα.

Την απουσία Ελληνίδων από τον κατάλογο του Λεπορέλλο, που περιελάμβανε 1.003 εξαπατημένες γυναίκες, θα «διορθώσει» ο Γεώργιος Σουρής στο σατιρικό ποίημα του Δον Ζουάν (1881). Ο Σουρής φέρνει τον ήρωα του Μπάιρον από το Λονδίνο στην Αθήνα για να στιγματίσει την ηθική διαφθορά της υψηλής αθηναϊκής κοινωνίας. Από τον πρώτο κιόλας στίχο, ο ήρωας παρουσιάζεται με σκωπτικό τρόπο: «Ο Δον Ζουάν!... γνωρίζετε τον ήρωα εκείνον...» . Ο γυναικοκατακτητής γνωρίζει πόσο σημαντικό ρόλο έπαιζε, ήδη από την αρχαιότητα, ο σαρκικός πόθος στην Ελλάδα. Ο Δίας, για παράδειγμα, είχε αποπλανήσει με διάφορα τεχνάσματα τις πιο ποθητές γυναίκες της μυθολογίας: Σεμέλη, Δανάη, Λήδα, Ευρώπη, Αλκμήνη και άλλες. Η άφιξη του Δον Ζουάν φέρνει ταραχή στον γυναικείο πληθυσμό που ετοιμάζεται να τον υποδεχτεί δεόντως: «Καλέ, αλήθεια έφθασε ο Δον Ζουάν εκείνος; / και δε μου είπε τίποτε ο άνδρας μου το κτήνος» διαμαρτύρεται μια Αθηναία.

Η σκωπτική διάθεση του Σουρή είναι διάχυτη στους 1.806 στίχους του ποιήματος. Η πρώτη κατάκτηση του Δον Ζουάν είναι η σύζυγος ενός Αθηναίου αξιωματούχου ο οποίος χαίρεται όταν γνωρίζει τον άγνωστο με τον οποίο η σύζυγος του ήταν κλεισμένη στο υπνοδωμάτιό της. Άλλωστε, η ελευθεριάζουσα συμπεριφορά των γυναικών της Αθήνας έχει καταπλήξει και τον ίδιο τον ήρωα: «Είδα γυναίκες με φωτιά σε μια και άλλη χώρα, / μα σαν κι αυτά τα θηλυκά δεν είδ’ αλλού ώς τώρα» .

Η σάτιρα όμως δεν αφήνει αλώβητο ούτε τον ίδιο τον γυναικοκατακτητή. Ο άλλοτε ακαταμάχητος Δον Ζουάν τρέχει τώρα πίσω από τις Αθηναίες «σαν πεινασμένος σκύλος» και όταν ονειρεύεται νέες κατακτήσεις «τότε πια του φουκαρά του έπεφταν τα σάλια» . Η διακωμώδηση του ήρωα δίνει νέα διάσταση στο μύθο. Η ευκολία με την οποία οι Αθηναίες πλαγιάζουν μαζί του τον έχει κουράσει, «διότι έρως εύκολος και άνευ δυσκολίας / δεν έχει γόητρα ποσώς, δεν έχει ποικιλίας, / κι ο Δον Ζουάν δεν ήθελε πεζότητα τοιαύτην» . Ο καρδιοκατακτητής θέλει κάποιος απατημένος σύζυγος ή εραστής να υπερασπιστεί την τιμή της συζύγου ή ερωμένης του. Ωστόσο, όταν βρεθεί αντιμέτωπος με το ξίφος ενός απατημένου εραστή, ο άλλοτε ανδρείος Ισπανός ευγενής θα τραπεί σε φυγή.

Αυτή η μεταμόρφωση του Δον Ζουάν σε δειλό εραστή δεν είναι η μόνη. Ο Σουρής ξαναδιαβάζει το μύθο με τον δικό του τρόπο. Η υπερκόσμια τιμωρία του ήρωα δεν θα έρθει από το άγαλμα του Διοικητή, αλλά από μία Καρυάτιδα. Η πλήξη που προκαλούν τόσες ανούσιες κατακτήσεις ωθεί τον Δον Ζουάν να ανέβει, ένα βράδυ, ως «ρομαντικός παράφρων ποιητής» στην Ακρόπολη. Εκεί, «γονυπετής» δηλώνει στις Καρυάτιδες ότι τις έχει ερωτευτεί. Γι’ αυτό θέλει να αλλάξει ζωή και να ζήσει την ομορφιά της αρχαίας Ελλάδας. Ευρισκόμενος σε ερωτική έξαρση, ο Δον Ζουάν αγκαλιάζει ένα από τα αγάλματα, το οποίο πέφτει και τον καταπλακώνει. Το κωμικό στοιχείο είναι παρόν ακόμα και στο θάνατο του ήρωα: «Αλλ’ όμως πριν να πλακωθή, τας χείρας του εκτείνας, / επρόφθασε δυο φάσκελα να δώσει στας Αθήνας [...]» .

Αυτές οι διαφοροποιήσεις του Σουρή από την κλασική εκδοχή του μύθου είναι προάγγελος της απομυθοποίησης του Δον Ζουάν τον 20ό αιώνα, στην οποία έχει συμβάλει και η θέση του Νίτσε ότι ο άνθρωπος ζει πλέον σε έναν κόσμο «μετά τον θάνατο του Θεού». Νέες αναγνώσεις της ιστορίας του αιώνιου εραστή προτείνουν μεταξύ άλλων ο Μαξ Φριτς, Δον Ζουάν ή ο έρωτας για τη γεωμετρία (1953), ο Ανρί ντε Μοντερλάν, Δον Ζουάν ή ο εκπορνευόμενος θάνατος (1956) ή ο Τζον Μπέργκερ στο μυθιστόρημα του, G., Το ταξίδι (1972).

Ο Χάρης Λαμπίδης δημοσιεύει το 1979 μία κωμωδία φαντασίας, Ο Δον Γιάννης κι οι εφτά Μαρίες. Ο εξελληνισμός του ονόματος του ήρωα προαναγγέλλει τη μεταμόρφωσή του. Ο Δον Γιάννης ζει στο Εξαμίλι Κορινθίας τις παραμονές της Άλωσης. Η γλώσσα του έργου, με πλούσια στοιχεία της ελληνικής του 15ου αιώνα, εισάγει τον θεατή σε μια βυζαντινή ατμόσφαιρα. Όμως οι αναφορές στα έργα των θεμελιωτών του μύθου είναι εμφανείς. Η πρώτη σκηνή θυμίζει έντονα την αντίστοιχη της κωμωδίας του Μολιέρου. Ο Λέπουρας, του οποίου το όνομα παραπέμπει στον Λεπορέλλο, είναι υπηρέτης ενός Γαλλο-Καταλανού ευγενούς, του Δον Γιάννη ντε Τουρναί, και παραπονείται για την συμπεριφορά του κυρίου του: «Είναι ένας διαολάνθρωπος, [...] ένας εξώλης βουτηγμένος στην αμαρτία. [...] Όλα τα κοροϊδεύει: θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια» . Ως άλλος Σγαναρέλος, ο Λέπουρας ζητάει κι αυτός τους μισθούς του.

Αδιαφορώντας για τον κίνδυνο που διατρέχει από τους Τούρκους η βυζαντινή αυτοκρατορία, ο Δον Γιάννης ετοιμάζεται να παντρευτεί την πριγκίπισσα Άμρια παρά τη δυσαρέσκεια του πατέρα του, Δον Λουί, που τον επιπλήττει, όπως και εκείνος του Μολιέρου, για τον ακόλαστο βίο του: «[...] δε σε απειλώ εγώ. Αυτή τη φορά σε απειλεί κάποιος άλλος. Και είναι πιο ισχυρός από σένα. Ο Πρωτοστράτωρ» . Πρόκειται για τον αρχιστράτηγο του Δεσποτάτου του Μωρέως, που απαιτεί από τον γυναικοκατακτητή να παντρευτεί την κόρη του, Ευπραξία, την οποία είχε αποπλανήσει παλαιότερα. Ο Λαμπίδης μεταμορφώνει τον αγέρωχο Διοικητή σε δειλό στρατηγό που προτίθεται να συνθηκολογήσει με τους Τούρκους προκειμένου να διατηρήσει τα προνόμιά του.

Η αποκάλυψη από τον Πρωτοστράτορα ότι ο ακόλαστος νέος έχει ήδη παντρευτεί επτά γυναίκες, που ονομάζονται όλες Μαρίες και είναι παρούσες, διακόπτει την τελετή του γάμου. Είναι σαφές ότι ο αριθμός επτά παραπέμπει στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Η σκηνή θα πάρει δραματική τροπή, όταν ο Πρωτοστράτωρ χαρακτηρίζει προδότη τον Δον Γιάννη, ο οποίος τον καλεί σε μονομαχία. Ο Πρωτοστράτωρ αρνείται κρύβοντας τη δειλία του πίσω από το προχωρημένο της ηλικίας του. Ο Δον Γιάννης εξοργίζεται, τον χτυπάει θανάσιμα με ένα κοντάρι, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται.

Ο Λαμπίδης αποστασιοποιείται από το μύθο, μετατρέποντας τον ήρωά του σε αποδιοπομπαίο τράγο. Το Εξαμίλι θα καταστραφεί από τους Τούρκους, λέει ένας καλόγερος απευθυνόμενος στους κατοίκους της πόλης, λόγω των αμαρτημάτων ενός «μιάσματος» , που ονομάζεται Δον Γιάννης. Γι’ αυτό «[...] πομπεύσατέ τον, συντρίψατέ τον!» . Ο άλλοτε κυνικός εραστής έχει γίνει πλέον ένας γεμάτος θλίψη ερωτευμένος νέος που έχει χάσει την αγαπημένη του. Ο Δον Γιάννης εμφανίζεται ως ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου, ένα είδος σωτήρα που διαπομπεύεται, όπως και ο Ιησούς, κατά τη μεταφορά του στο δικαστήριο. Χαρακτηριστική η σκηνή όπου ο Λέπουρας, σε ερώτηση αν είναι φίλος του κατηγορούμενου, ως άλλος Πέτρος, αρνείται: «Όχι, φίλε, περαστικός είμαι απ' εδώ... (Λάλημα πετεινού)» .

Στο έργο του Λαμπίδη, οι διαφοροποιήσεις συνυπάρχουν με την κλασική πλοκή του μύθου. Αντικρίζοντας το άγαλμα του Πρωτοστράτορα, ο Δον Γιάννης αιτιολογεί το μίσος που τρέφει γι’ αυτόν και τον καλεί σε δείπνο: «Μ’ έκανες να χάσω την Άμρια. Για μένα ήταν η λαχτάρα, ήταν το καινούργιο. Μα εσύ το καινούργιο το μάχεσαι» . Το άγαλμα αποδέχεται την πρόσκληση, ο Λαμπίδης όμως όχι μόνο δεν τιμωρεί τον ήρωά του με το πυρ της Κολάσεως, αλλά τον μεταμορφώνει σε έναν ερωτευμένο νέο που έχει βρει την ευτυχία δίπλα στην Άμρια. Και το κυριότερο, ο Δον Γιάννης είναι διατεθειμένος να πολεμήσει τους Τούρκους για την απελευθέρωση του Δεσποτάτου.

Οι διάφορες ενσαρκώσεις του Δον Ζουάν αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο κάθε ιστορική εποχή αντιμετωπίζει τον έρωτα.  

Ένα άλλο είδος απομυθοποίησης προτείνει ο Νίκος Φωκάς στο ποίημά του «Ο Δον Ζουάν ως μόδιστρος» (1992) που περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή Ένα σημείο προσήλωσης. Εδώ δεν υπάρχει ούτε το κλασικό αντιθετικό ζευγάρι, κύριος-υπηρέτης, ούτε το άγαλμα του Διοικητή. Ως «μεγάλος μόδιστρος δίβουλος» , ο γυναικοκατακτητής «παρακολουθεί / [...] πλήθος θηλυκών σ’ ένα αδιάκοπο / κι αμφίδρομο σεργιάνι σαν σε πασαρέλα» . Η στοχαστική του διάθεση έχει ένα σημείο προσήλωσης: το θάνατο. Ο «Ντον Τζιοβάνι παρακολουθεί / με μάτια σφαλιστά / Στο μέσα του μονόχρωμο διάστημα» τον αισθησιασμό που αναδύεται από «γοφούς μηρούς λαιμούς ωλένες ώμους» διαφόρων γυναικείων σωμάτων. Στο ποίημα, που μοιάζει με μελέτη θανάτου, κυριαρχεί μια επιμνημόσυνη ατμόσφαιρα. Είναι η σιωπή του θανάτου, του οποίου διάφορες εκδοχές παρουσιάζει ο Φωκάς σε αυτήν τη συλλογή του. Όμως ο θάνατος, όπως φαίνεται και από τη στοχαστική διάθεση του Δον Ζουάν, δεν λειτουργεί ως τρόμος που δεσμεύει τη σκέψη, αλλά ως σημείο αυτεπίγνωσης. Ο αιώνιος εραστής, «αδιάφορος ανέκαθεν / στην ηλικία το χρώμα και την ταξική προέλευση / των γυναικών εν γένει» παρακολουθεί «ένα είδος πασπαρτού της ίδιας του ζωής» .

Ο μύθος του Δον Ζουάν έχει δύο όψεις, την τραγική και την κωμική. Ο Κωνσταντίνος Πουλής επιλέγει τη δεύτερη στο θεατρικό έργο του Δον Ζουάν (2010). Ο συγγραφέας υιοθετεί την κλασική πλοκή της ιστορίας του γυναικοκατακτητή, αφαιρώντας όμως την τιμωρία του στην Κόλαση. Ο κυνισμός του ήρωα του Πουλή μπορεί να θυμίζει τον ορθολογισμό του Δον Ζουάν του Μολιέρου, είναι όμως παιγνιώδης γι’ αυτό και ανάλαφρος. Κι ας υπάρχουν δύο φόνοι στην αρχή και στο τέλος του έργου και μια αυτοκτονία. Ο αιώνιος εραστής έχει πλήρη συνείδηση της υπόστασής του: «[...] είμαι αηδιαστικός, σιχαμένος, απαίσιος, αλλά δεν είμαι πληκτικός» . Οι ερωτικές κατακτήσεις του γίνονται σε ενεστώτα χρόνο, με τον Δον Ζουάν να δηλώνει: «Απ’ το να γελοιοποιούμαι πατώντας έναν όρκο κάθε μέρα, καλύτερα να υπηρετήσω τη φύση μου με αξιοπρέπεια» . Η ελαφρότητα και η σαγήνη του Δον Ζουάν του Πουλή συνοψίζονται εύστοχα στην απάντηση που δίνει ο γυναικοκατακτητής στη Δόνα Άννα: «Δεν είναι η πράξη που μετράει. Και η αμαρτία θέλει στυλ. Σερβιρισμένη στο κατάλληλο πιάτο, τη θαυμάζει κι ο Θεός» .

Η ανάγνωση του Δον Ζουάν του Πουλή αποτέλεσε, κατά δήλωση του ίδιου του συγγραφέα , το έναυσμα του διηγήματος Το τεφτέρι και το μαχαίρι του Σπύρου Γιανναρά, που περιλαμβάνεται στη συλλογή Ζωή χαρισάμενη (2011). Σε αυτό το διήγημα υπάρχει μια εναλλακτική εκδοχή του δονζουανισμού στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ο γυναικοκατακτητής του Γιανναρά καταλαμβάνεται από μια φρενίτιδα αναρτήσεων στο Διαδίκτυο: είναι το «ημερολόγιο των ερωτικών κατακτήσεών» του. Αλαζόνας κι αυτός, «άρχισε να κομπορρημονεί ισχυριζόμενος πως κανείς δεν μπορεί να τον ξεπεράσει» . Όμως αυτός ο κυνηγός της ηδονής εκείνο που αναζητά κατά βάθος είναι να σκοτώσει την ανία του. Ο αιώνιος εραστής έχει μεταμορφωθεί σε «μπλόγκερ με τεφτέρι» . Η ειρωνεία που εμπεριέχει η λέξη υποδηλώνει τη μετεξέλιξη του δονζουανισμού σε ξέφρενο κοινωνικό φαινόμενο.

Σε όλα τα προαναφερθέντα έργα με ήρωα τον αιώνιο εραστή, ο δονζουανισμός είναι τρόπος ζωής. Στο βιβλίο όμως του Γιώργου Κοροπούλη «Don Giovanni» (1991), εμφανίζεται ως τρόπος γραφής. Γιατί το «Don Giovanni» δεν περιγράφει κάποια νέα ερωτική κατάκτηση του ήρωα, αλλά διηγείται την ιστορία ενός βιβλίου που δεν γράφτηκε. Μέσα από αυτό το προσχέδιο μυθιστορήματος, που έχει τη μορφή ημερολογίου εργασίας, ο Κοροπούλης αναρωτιέται μήπως είναι και ο ίδιος ένα είδος Δον Ζουάν της λογοτεχνικής μορφής. Εξού και τα εισαγωγικά στον τίτλο του βιβλίου. Αυτή η ματαίωση της λογοτεχνικής γραφής παραλληλίζεται με την τραγική διάσταση του γυναικοκατακτητή: «Ο Don Giovanni δεν είναι κάποιος που διαρκώς κατακτά γυναίκες, αλλά κάποιος που διαρκώς χάνει τις γυναίκες που κατέκτησε [...]» .

Όπως και να ‘χει, ένα είναι βέβαιο. Εδώ και τέσσερις αιώνες ο Δον Ζουάν συνεχίζει να αποτελεί πηγή έμπνευσης για εκατοντάδες θεατρικούς συγγραφείς, πεζογράφους και ποιητές. Και όχι μόνο.

 

«Γιάννης Μαρής, ο εισηγητής του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα» του Φίλιππου Φιλίππου

«Γιάννης Μαρής, ο εισηγητής του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα» του Φίλιππου Φιλίππου

Εκδόθηκε πρόσφατα το βιβλίο 18 κείμενα για τον Γιάννη Μαρή (εκδόσεις Πατάκη), φόρος τιμής στον σπουδαίο συγγραφέα, για την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννησή του. Σε αυτό γράφουν πρωτότυπα κείμενα συγγραφείς, λογοτέχνες και δημοσιογράφοι (επίσης και ο γιος του Άγγελος Τσιριμώκος). Ο Μαρής είναι ο εισηγητής του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα. Γόνος γνωστής οικογένειας της Φθιώτιδας, πολιτικών και λογοτεχνών, γεννήθηκε το 1916 στη Σκόπελο ως Γιάννης Τσιριμώκος. Ο πατέρας του ήταν δικαστικός. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Λαμία, όπου μεγάλωσε σε βενιζελικό περιβάλλον. Ο ίδιος γοητεύτηκε από νωρίς από τις μαρξιστικές ιδέες και ως φοιτητής της Νομικής στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης ηγήθηκε των αριστερών φοιτητών.

Στη διάρκεια της Κατοχής συναντήθηκε με τον εξάδελφό του Ηλία Τσιριμώκο, ηγέτη της ΕΛΔ (Ένωσις Λαϊκής Δημοκρατίας), κόμμα σοσιαλιστικής απόκλισης, και συνιδρυτή του ΕΑΜ. Όταν η ΕΛΔ προσχώρησε στο ΕΑΜ, ο Μαρής βγήκε στο βουνό και κατέκτησε βαθμιαία πολλά αξιώματα: μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΛΔ, επικεφαλής του Γραφείου Στερεάς Ελλάδας του ΕΑΜ και εθνοσύμβουλος της ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης), που είχε έδρα στη Βίνιανη.

Επάγγελμα δημοσιογράφος

Μετά την Απελευθέρωση, από το 1945, ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία, παραμένοντας στις επάλξεις της πολιτικής, ηγετικό στέλεχος του σχήματος ΣΚΕΛΔ (Σοσιαλιστικόν Κόμμα-Λαϊκή Δημοκρατία), στενός συνεργάτης των ηγετών της Αλέξανδρου Σβώλου, πρόεδρου της ΠΕΕΑ, και Ηλία Τσιριμώκου, γραμματέα (υπουργού) Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση του βουνού. Άρχισε τη δημοσιογραφική του καριέρα από το βουνό κι έγινε αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Μάχη», η οποία ιδρύθηκε στην Κατοχή και συνέχισε την έκδοσή της και μετά την Απελευθέρωση, ως όργανο του προαναφερθέντος κόμματος.

Ύστερα από τις αποκαλύψεις της εφημερίδας για το στρατόπεδο αριστερών στρατιωτών και πολιτών στη Μακρόνησο, δικάστηκε και κλείστηκε στις φυλακές των Βούρλων στη Δραπετσώνα. Η ζωή του κινδύνευσε και σώθηκε χάρη στις ενέργειες της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και τις κινητοποιήσεις του Σβώλου. Λίγο αργότερα, αμφότεροι αθωώθηκαν χάρη στα μέτρα ειρήνευσης της κυβέρνησης του στρατηγού Νικόλαου Πλαστήρα.

Στη «Μάχη», εκτός από τα συνήθη καθήκοντα του αρχισυντάκτη, έγραφε σχόλια και κριτική ταινιών και συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους πιο έγκυρους κριτικούς κινηματογράφου. Με την ιδιότητα αυτή, αλλά και του σεναριογράφου (έγραψε περίπου είκοσι σενάρια), ήταν αρκετές φορές μέλος της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Την εμφάνισή του ως συγγραφέας την έκανε το 1953 στο περιοδικό «Οικογένεια», δημοσιεύοντας το Έγκλημα στο Κολωνάκι, ένα «αθηναϊκό αστυνομικό μυθιστόρημα» ως Γιάννης Τσιριμώκος. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με πλαίσιο την Αθήνα της εποχής, κυρίως την περιοχή του Κολωνακίου, με τους αριστοκράτες του και τους αναδυόμενους αστούς, αλλά και κάποιους εκπροσώπους των κατωτέρων τάξεων, μη εξαιρουμένων των λούμπεν στοιχείων.

Η εργατικότητά του τον έφερε σύντομα στο στελεχικό επιτελείο του δημοσιογραφικού συγκροτήματος Μπότση, το οποίο εκτός από την «Απογευματινή» εξέδιδε την «Ακρόπολι» και αργότερα το περιοδικό «Πρώτο». Εκεί πραγματοποίησε δημοσιογραφικές αποστολές στο εξωτερικό μα και στο εσωτερικό της χώρας.

«Γιάννης Μαρής, ο εισηγητής του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα» του Φίλιππου Φιλίππου

Ο αστυνόμος Μπέκας

Η πιο μεγάλη επιτυχία του Μαρή είναι η δημιουργία του αστυνόμου Γιώργη Μπέκα, μιας εμβληματικής λογοτεχνικής φιγούρας που έγινε θρύλος. Ο Μπέκας, ο κοντόχοντρος αστυνομικός με το καλοκάγαθο ύφος, τη σπάνια επιμονή και το μουστακάκι αλά Χίτλερ, αποτελεί μοναδικό φαινόμενο στον ελληνικό λογοτεχνικό χώρο και, τηρουμένων των αναλογιών, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη.

Ο ήρωας δημιουργήθηκε πάνω στο πρότυπο του Γάλλου επιθεωρητή Μεγκρέ, ήρωα του Ζορζ Σιμενόν, κι εμπλουτίστηκε με ελληνικά στοιχεία. Υποδειγματικός οικογενειάρχης, ζει μια τυπική μικροαστική ζωή που θα απογοήτευε όσους ήθελαν να τον φανταστούν «σαν ρομαντικό ήρωα αστυνομικών περιπετειών».

Μαζί με τον Μπέκα του Γ΄ αστυνομικού τμήματος (τότε έδρευε στην οδό Βαλαωρίτου), εμφανίζεται συχνά κι ο δημοσιογράφος Μακρής (το alter ego του συγγραφέα), της εφημερίδας «Πρωινή», ο οποίος συνεργάζεται με τον αστυνόμο, ώστε να εξιχνιαστούν οι σκοτεινές υποθέσεις που αναλαμβάνει. Στα μυθιστορήματά του ο Μαρής περιγράφει με ενάργεια την αθηναϊκή ζωή της δεκαετίας του ’50 και του ’60, κυρίως την περιοχή του κέντρου της πόλης και ιδιαίτερα του Κολωνακίου, με τους πλούσιους και τους νεόπλουτους.

Το τελευταίο μυθιστόρημα

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Μαρή –ίσως το καλύτερό του–, Η εξαφάνιση του Τζον Αυλακιώτη, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» σε συνέχειες, από τον Μάιο έως τον Ιούλιο του 1976. Η ιστορία διαδραματίζεται στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά και στα κατοπινά χρόνια της Κατοχής κι έχει στοιχεία αυτοβιογραφικά (ο Μαρής ως φοιτητής είχε συλληφθεί από την αστυνομία της δικτατορίας και τον πήγαν στο γραφείο του πανίσχυρου υπουργού Ασφαλείας Κώστα Μανιαδάκη).

Ακμαίος και επίμονος, ο Μαρής, μετά την πτώση της δικτατορίας, ερεύνησε τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη, για την πτώση του Γεώργιου Παπαδόπουλου και τον ερχομό του Κωνσταντίνου Καραμανλή, για την Κύπρο, σταυροδρόμι κατασκόπων, για την Αντίσταση κατά των κατακτητών στα βουνά και το πώς προδόθηκε, για τα σχέδια του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσιγκερ σχετικά με την Ελλάδα.

Το 1978, ύστερα από 35 χρόνια συνεχούς δημοσιογραφικής δουλειάς, βγήκε στη σύνταξη. Φιλοδοξούσε να γράψει ένα μυθιστόρημα διαφορετικού είδους, ένα έργο προσωπικό. Ατυχώς, δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει τις φιλοδοξίες του διότι η επάρατος νόσος τον έπληξε στο κεφάλι. Ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες για θεραπεία, επέστρεψε και πέθανε στη Γενική Κλινική Αθηνών, κοντά στους δικούς του, το πρωί της Τρίτης 13 Νοεμβρίου του 1979.

Τα «Νέα» είχαν την είδηση του θανάτου του στην πρώτη σελίδα, ενώ στη δεύτερη δημοσίευσαν ανυπόγραφο κείμενο με τίτλο «Κηδεύεται στις 4 ο Γιάννης Μαρής - Δημοσιογράφος, συγγραφέας, λαϊκός αγωνιστής».

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER