ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ,  ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥτης Ανθούλας Δανιήλ

Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα (56 χρόνια μετά)

Το βιβλίο του Λουντέμη Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα ανήκει στα δημοφιλέστερα της παραγωγής του. Σαράντα πέντε βιβλία και όλα με μια κοινή συνισταμένη: τα γράμματα, η αγάπη, η δικαιοσύνη. Το παιδί που μετράει τ’ άστρα είναι ο Μέλιος. Βρίσκεται ξαφνικά μπροστά μας, χωρίς γονείς, χωρίς αποσκευές, χωρίς εφόδια, με λίγα κέρματα στην τσέπη και με διακαή τον πόθο, απέραντη επιθυμία, να πάει στο σχολείο. Στην αρχή προσέχει τα ζώα σ’ ένα αγροτόσπιτο, και κρυφά τα βράδια πηγαίνει σ’ ένα δάσκαλο να του μάθει γράμματα, μέχρι που τον ανακαλύπτει το αφεντικό και το σταματά:

«Ε, χάλασ' ο κόσμος. Απ’ αύριο κόβεις. Ή ζευγάς ζευγάς ή παπάς παπάς. Για γελαδάρη σε πήρα, δε σε πήρα για γραμματικό! Εξηγηθήκαμε; Άντε, πέσε τώρα να κοιμηθείς κι αύριο έχεις δουλειά. Καις και το λάδι...»

Ο Μέλιος όμως διαβάζει μόνος του και ως «κατ’ οίκον διδαχθείς» παίρνει απολυτήριο Δημοτικού, δίνει εξετάσεις στο Γυμνάσιο και αριστεύει. Και ενώ τα πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους, έρχεται η στιγμή που οι μαθητές πρέπει να γράψουν ελεύθερον θέμα έκθεσης. Όπως και στην ταινία Μάθε, παιδί μου, γράμματα, η έκθεση είναι το μάθημα υψίστου κινδύνου, ειδικά αν είσαι αντιφρονών, είτε πολιτικά είτε γλωσσικά. Και επειδή αυτά πάνε μαζί, ο Λουντέμης είναι και τα δυο.

Θέμα της έκθεσης: Η μουσική των νερών[1], το θέμα παραπέμπει στη μουσική σύνθεση του Χέντελ και πιστεύω πως ο συγγραφέας δεν έβαλε τυχαία αυτό τον τίτλο στην έκθεση του Μέλιου. Αντίθετα, με αφορμή το ωραίο μουσικό ποιητικό θέμα των νερών, βάζει στο έργο του τη γλώσσα της ποίησης, της μουσικής και της ομορφιάς. Και μαζί βάζει το μέγα γλωσσικόν μας ζήτημα για το οποίο χύθηκε αίμα στους δρόμους πριν από εκατό χρόνια. Η καθαρεύουσα είναι η γλώσσα της άρχουσας τάξης, της διοίκησης, των αστών, των μορφωμένων, μιας μερίδας διανοουμένων, αλλά και των μίζερων και των κακών, και των τυπολατρών. Οπωσδήποτε του σχολείου, γι’ αυτό και «ο κύριος Σκαμβουράς προειδοποιεί:

“Προσοχή! όσον αφορά την γλώσσαν… εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να γίνει ανεκτή οιαδήποτε γειτνίασις προς τα διάφορα βαρβαρικά εκείνα ιδιώματα, άτινα σύρουσιν το πατροπαράδοτον γλωσσικόν μας όργανον εις τον ρύπον των τριόδων… Επιβάλλεται, όθεν, η προσήλωσις, δηλονότι εις την επίσημον γλώσσαν του Κράτους, την καθαρεύουσαν… Εις τον παραβάτην θα είμεθα απηνείς! Και, τώρα, συνεχίστε την εργασίαν σας”». Αυτά λέει ο Σκαμβουράς γιατί είναι παρών ο γυμνασιάρχης. Όταν ο γυμνασιάρχης φεύγει, λέει απλώς: «“Γράψτε ό,τι σας αρέσει. Φτάνει να το γράψετε με δικά σας λόγια. Μόνο ξέρετε… όσον αφορά τη διάλεκτον, γνωρίζετε…”» Ο Σκαμβουράς είναι κρυφοδημοτικιστής που καταπιέζεται μέσα σ’ ένα Σύλλογο των καθαρευουσιάνων καθηγητών.

Ο Μέλιος ξέρει πως με αυτά που θα γράψει, αν τα γράψει στην καθαρεύουσα, στην οποία του έχουν με έμφαση επιστήσει την προσοχή να το κάνει, θα αριστεύσει. Όμως αυτός, όχι, θα πάει κόντρα κι ας φάει το κεφάλι του. Θα γράψει στη γλώσσα που μιλάει στην ψυχή του, που μιλάει με τον γερο-Ανέστη, το σπιτονοικοκύρη του, που μιλάει με την καρδιά του. Στη δημοτική. Τα υπάκουα παιδιά θα γράψουν στην καθαρεύουσα κοινοτοπίες. Τα αδιάφορα παιδιά για γράμματα θα γράψουν και αυτά στη δημοτική, αλλά δε θα ακούσουν καθόλου τη μουσική των νερών στο ποτάμι της πόλης. Θα υποβιβάσουν το ποτάμι σε οχετό και καταβόθρα για τα λύματα. Στην απολογία του ο Δακρυτζίκος, ο αρχηγός της σχολικής συμμορίας, θα πει: «Δε μου ’ρχότανε αλλιώτικα, κύριε. Είπα κείνο που είδα. Δηλαδή, κάτι γριάδια να χύνουνε τα καθοίκια τους. Τι φταίω γω; Και πώς έπρεπε να το πω; “Γραία τις εθεάθη μετά καθοικίου ανά χείρας;” Αν δεν κάνει, ας μην κάνει. Είδα κι ένα γαϊδούρι, που του είχανε μπηγμένη μια σημαία στην μπάκα. Κι είδα κι ένα μεθυσμένο που ξερνούσε στο ποτάμι κι έλεγε “ώρα καλή, φασουλάκια μου, ώρα καλή, μπομποτίτσα μου… πέστε τα χαιρετίσματα στον απόπατο… Κι εσύ, κρασάκι μου, καλόν κατευόδιον”. Τι φταίω γω, κύριε;»

Κι ο Χαμωλιάς τα ίδια: «Τι φταίω; Αφού πάνε και ρίχνουνε τις ψόφιες κότες στο ποτάμι… Και κατουράνε κιόλα!… “Ουρούσιν το ψιλόν τους ούρος!”»

Η απάντηση των ατάκτων είναι κόλαφος για το σύστημα. Πολύ καλά εκφράστηκαν τα παιδιά στη δημοτική σοβαρά και στην καθαρεύουσα κοροϊδεύοντας. Η ανυπαρξία φαντασίας, η άγνοια, το κοινωνικό περιβάλλον και το δέσμιο στην τυπολατρία εκπαιδευτικό σύστημα τους υπαγόρευε τη ρεαλιστική αντιγραφή της πραγματικότητας. Ο Μέλιος όμως, που άκουσε τη μουσική του ποταμού, άκουσε τον πόνο του ανθρώπου, εξέφρασε την απορία για τη σκληρότητα του κόσμου και με αναφορά το ποτάμι έγραψε το έπος της ζωής. Έγραψε το τέλειο κείμενο, αλλά στη δημοτική.

Σε μια θυελλώδη συνεδρίαση, όπου ο Σκαμβουράς απειλεί ότι θα παραιτηθεί αν δε δικαιωθεί, σαν από μηχανής θεός καταφθάνει ο επιθεωρητής και –ω του θαύματος!– συμπαθεί το παιδί, διαβάζει την έκθεση και επιβραβεύει. Κρυφοδημοτικιστής και εκείνος.

Ο Λουντέμης με την έκθεση του Μέλιου, αλλά και με την καθημερινή του συναναστροφή, με ολόκληρο το έργο του γενικά, μας παρέχει την ευκαιρία να δούμε τη γλώσσα την ελληνική στα διάφορα κοινωνικά της επίπεδα. Την επίσημη του σχολείου, τη γραφειοκρατική των εγγράφων, τη απλή καθημερινή των μαθητών μεταξύ τους, τη μιξοελληνική του γύφτου, τη χωριάτικη του γερο-Ανέστη, την αλάνικη του Δακρυτζίκου και της παρέας του, την ποιητική των περιγραφών της φύσης. Η γλώσσα του είναι ένα μωσαϊκό με όλες τις κοινωνικές ποικιλίες αλλά και όλες τις συναισθηματικές αποχρώσεις και διαθέσεις, φιλτραρισμένες από την κυρίαρχη δημοτική του.

Μετά την ανταρσία του Μέλιου όλα τα παιδιά θέλουν να γίνουν δημοτικιστές και η κρυφοαγαπημένη του Αγράμπελη. Πράγμα που σημαίνει πως χρειάζεται πάντα ένας μπροστάρης για να φυσήξει ο αέρας της αλλαγής. Γράφοντας στη δημοτική ο Λουντέμης, ο Μέλιος διαδηλώνει την πίστη του στη βαθύτερη ανάγκη του να είναι ελεύθερος, να μιλάει και λέει τη γνώμη του, ελεύθερος να πραγματοποιήσει τα όνειρά του, να μάθει γράμματα, να μάθει «κάτι μυστικά που έχουνε τα βιβλία για να μπορεί να τα λέει και στους άλλους». Θέλει να πάει στο σχολείο για να μην είναι «στραβός». Όταν ο γερο-Ανέστης τον ρωτάει: «Δεν τα βλέπεις όλα όσα είναι μπροστά σου;» ο Μέλιος τού απαντάει: «Τα βλέπω. Μα μπορεί να είναι κι άλλα και να μην τα βλέπω. Και να τα δω μεθαύριο, που θα μάθω γράμματα». Αυτά τα «κι άλλα» κρύβονται σε μια σειρά ερωτήματα: «Βάλε μια δύση και ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά. Μα αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;» «Ένα πουλάκι που κελαηδάει ολομόναχο σ’ ένα έρημο δάσος, αν δεν τ’ ακούσει κανείς, είναι κελάηδημα; Κι είναι μπορετό να κελαηδάει, αν πίσω από κάποιο φύλλο δεν υπάρχει ένα αυτάκι ενός άλλου πουλιού;»

Εδώ βέβαια, στα ερωτήματα αυτά υποκρύπτεται μέγα φιλοσοφικό ερώτημα: «υπάρχει ή δεν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα;» Με πιο απλά λόγια: Υπάρχει ο κόσμος αν δεν υπάρχουμε εμείς, η συνείδηση που αντιλαμβάνεται; Αν απαντήσουμε «ναι», τότε το ερώτημα προεκτείνεται: και πώς θα το ξέρουμε αφού δε θα υπάρχουμε για να το επιβεβαιώσουμε; Κι ακόμα, ο κόσμος είναι μόνο ό,τι αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις ή μήπως είναι και πολλά άλλα που δεν τα βλέπουμε αλλά τα πιάνουμε με το μυαλό; Με την ίδια λογική, αν αυτά που έχει μέσα του ο συγγραφέας δεν τα πει και δεν τα γράψει, αυτά υπάρχουν; Η απάντηση είναι όχι, δεν υπάρχουν. Και ο κόσμος, όχι, δεν είναι μόνο ό,τι βλέπουμε ή ακούμε, ό,τι αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις, αλλά και άλλα πράγματα που επεξεργάζεται ο νους[2].

Γι’ αυτό πρέπει να ξέρει γράμματα για να γράψει και να μιλήσει στον κόσμο. Για να ακούσει ο κόσμος το δικό του τραγούδι, για να δει την ομορφιά που έχει μέσα του. Κι όπως ένα γραμμόφωνο ζητά να πει το τραγούδι του και τον καημό του, αλλιώς είναι άχρηστο, έτσι και αυτός αισθάνεται άχρηστος αν δεν πει το δικό του τραγούδι και τον δικό του καημό. Αν για τον Ντεκάρτ η σκέψη είναι πρωτεύον οντολογικό στοιχείο, «σκέφτομαι, άρα υπάρχω», για τον Λουντέμη είναι η ελεύθερη έκφραση! Γράφω, άρα υπάρχω.

Πίσω από τον αγαθό, αγράμματο, στενόμυαλο και αδύναμο χωρικό ή τον δύστροπο και άκαμπτο γλωσσαμύντορα καθηγητή ο συγγραφέας κρύβει όλο το πολιτικοκοινωνικό σύστημα που αναπαρήγε τον εαυτό του, διατηρούσε τα κεκτημένα του, έτσι ώστε τίποτε στη ζωή να μην αλλάζει. Οι λαϊκοί ήρωες του έργου και ανάμεσά τους ο αρχηγός της σχολικής συμμορίας ή ο γύφτος είναι αγράμματοι και αυτό τους περιθωριοποιεί. Γι’ αυτό χρειάζονται γράμματα, γιατί τα γράμματα είναι το διαβατήριο για την αξιοπρέπεια και την ομορφιά της ζωής.

Ο Λουντέμης δεν είναι ο Ντίκενς στη Βιομηχανική Κοινωνία του Λονδίνου αλλά κάτι ανάλογο· ο Λουντέμης στην απομονωμένη ελληνική επαρχία ή στην επαρχιακή Ελλάδα του καιρού του. Με την οικονομική δυσπραγία, τους ανενημέρωτους γονείς, τον αναλφαβητισμό, τις πολιτικές διώξεις, τα φτωχά σχολεία, την ανυπαρξία βιβλιοθηκών, την αυταρχική εκπαίδευση, τους φοβισμένους εκπροσώπους της. Το μυθιστόρημά του, Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, διαπιστώνουμε πως είναι έργο σημερινό. Πως ο συγγραφέας του είχε στόχο να κινητοποιήσει το πνεύμα και την ψυχή των ανθρώπων, να ανοίξει τα μυαλά και τις καρδιές, να μοιράσει το δίκιο σε όλους. Κι επειδή η ζωή κάνει κύκλους, το βιβλίο του Λουντέμη είναι και πάλι δυστυχώς επίκαιρο, στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Γιατί έχουμε και σήμερα φτωχούς, και γύφτους, και ζητιάνους, και άστεγους, και πρόσφυγες, και μορφωμένους και αμόρφωτους, και στα σχολεία μας φτωχά παιδάκια και τσιγγανάκια, και κακόμοιρα μεταναστόπουλα και προσφυγάκια, που φτάνουν στην Ελλάδα από ανάγκη, θαλασσοπνιγμένα, παγωμένα, γυμνά και πεινασμένα.

Το βιβλίο δίνει ελπίδα σ’ αυτά τα παιδιά και επομένως δίνει ελπίδα στον κόσμο. Δίνει αξία στο σχολείο, στο βιβλίο και στο δάσκαλο. Τα γράμματα είναι το μέσο να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από τα δεσμά του. Και τα δεσμά της αμάθειας είναι η μεγαλύτερη φτώχεια.

Τελικά ο Μέλιος για να πραγματοποιήσει τα όνειρά του πρέπει να φύγει. Κι έφυγε, «ώσπου μπήκε μες στη νύχτα, χάθηκε στην πίσσα της, σαν φτερό που πνίγεται μες στο μελάνι». Κι εμείς ρωτάμε: Τα κατάφερε; Έφυγε ικανοποιημένος από τη ζωή; Η μακρά εξορία του, οι περιπέτειες του Οδυσσέα, οι κατατρεγμοί, τον έκαναν να νιώσει ότι πέτυχε το στόχο του; Αν υποθέσουμε ότι το «φτερό» είναι η πένα, τότε «φτερό» και «μελάνι» είναι τα υλικά του συγγραφέα. Πέτυχε, λοιπόν, έγινε αυτό που ήθελε. Μίλησε στον κόσμο. Έγινε συγγραφέας.



1 Πρόκειται για μουσική σύνθεση του Georg Friedrich Händel (1685-1759), Γερμανο-Βρετανού συνθέτη μπαρόκ μουσικής, διάσημου για τις όπερες, τα ορατόρια και τα κονσέρτα του. Τον Ιούλιο του 1717, μια ορχήστρα πενήντα μουσικών επάνω σε ένα ποταμόπλοιο ανέλαβε την εκτέλεση του έργου Η μουσική των νερών, ενώ σε κοντινό πλοιάριο βρισκόταν ο βασιλιάς με τους διακεκριμένους ευγενείς καλεσμένους του. Λέγεται δε ότι ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, ώστε ζήτησε από τους εξουθενωμένους μουσικούς να παίξουν το κομμάτι άλλες τρεις φορές καθώς διαρκούσε η βόλτα στον Τάμεση.

[2] Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Άμλετ, μτφ. Βασίλη Ρώτα, εκδ. Επικαιρότητα, Πράξη Γ΄, Σκηνή 4η: Τίποτα εκεί δε βλέπεις; Γερτρούδη: Τίποτα κι όμως όλα όσα είναι εκεί τα βλέπω.

Ρενέ Μαγκρίτ: πίσω από κάθε τι ορατό κρύβεται κάτι επίσης ορατό.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER