A+ A A-

ΤΡΕΧΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ!

ΤΡΕΧΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ!της Τζόις Κάρολ Όουτς

απόδοση: Belica-Antonia Kubareli

Τρέξιμο! Η πιο χαρούμενη, πιο συναρπαστική, πιο αναζωογονητική δραστηριότητα. Το μυαλό πετάει μαζί με το σώμα. Σαν κάτι να δονείται ρυθμικά στον εγκέφαλο σε συγχρονισμό με τα χέρια και τα πόδια, κάτι που κάνει το λόγο να γίνεται γραφή. Ο δρομέας-συγγραφέας τρέχει διασχίζοντας τη γη και τα τοπία του κειμένου του, σαν φάντασμα σε αληθινό σκηνικό.

Πρέπει να υπάρχει κάποια αναλογία μεταξύ του τρεξίματος και του ονείρου. Ίσως τα όνειρα να είναι πτήσεις στην παραφροσύνη που, από κάποιο νόμο της νευροφυσιολογίας, μας κρατούν μακριά απ’ την πραγματική παράνοια. Το μυαλό που ονειρεύεται είναι συνήθως ασώματο, αποκτά αλλόκοτες δυνάμεις κινητικότητας και, τουλάχιστον απ’ την εμπειρία μου, συχνά τρέχει ή γλιστράει, αιωρείται ή πετάει παράλληλα με το έδαφος ή στον αέρα. (Αφήνω κατά μέρος τη χαζή ισοπεδωτική άποψη ότι τα όνειρα είναι μια σκέτη αντισταθμιστική λειτουργία του ξύπνου: δηλαδή πετάς στον ύπνο σου επειδή σέρνεσαι στον ξύπνο σου και ίπτασαι στον ύπνο σου επειδή στον ξύπνο σου βλέπεις άλλους πιο ψηλά από σένα.) Ίσως αυτές οι παραμυθένιες πτήσεις να είναι αταβιστικά υπολείμματα, η παραισθησιακή ανάμνηση ενός μακρινού προγόνου για τον οποίο η φυσική ύπαρξη, γεμάτη αδρεναλίνη μπροστά στον κίνδυνο, δε διαχωριζόταν καθόλου απ’ την πνευματική ή τη διανοητική. Στο τρέξιμο το «πνεύμα» υπερισχύει του σώματος. Όπως οι μουσικοί βιώνουν το ανεξήγητο φαινόμενο της μνήμης των δαχτύλων τους στον αυτοσχεδιασμό, έτσι και οι δρομείς βιώνουν κάτι ιδιαίτερο στα πόδια, στους πνεύμονες, στο χτυποκάρδι, κάτι σαν προέκταση του φαντασιακού εαυτού.

Τα δομικά προβλήματα που θέτω στον εαυτό μου οκτώ το πρωί με μία το μεσημέρι, αυτές τις μπερδεμένες, εξαντλητικές και μερικές φορές απελπιστικές ώρες μου, συνήθως λύνονται το απόγευμα που πάω για τρέξιμο. Τις ημέρες που δεν μπορώ να τρέξω δε νιώθω ο εαυτός μου και, το χειρότερο, δε μου αρέσει καθόλου αυτός ο ακούνητος εαυτός μου. Και τότε το γράψιμο παραμένει μπερδεμένο, χαμένο σε ατέλειωτες αναθεωρήσεις. Πιστεύω ότι οι δίδυμες δραστηριότητες, το τρέξιμο και το γράψιμο, βοηθούν το συγγραφέα να ασκεί τη λογική του και του δίνουν την έστω και ψευδαισθητική ελπίδα ότι ελέγχει κάτι.

Οι μυθιστοριογράφοι και οι ποιητές είναι διάσημοι για την αγάπη τους στην κίνηση. Οι Άγγλοι ρομαντικοί ποιητές εμπνέονταν απ’ τις πολύωρες πεζοπορίες τους, ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών. Ο Ουίλιαμ Ουόρντσγουορθ και ο Σάμιουελ Κόουλριτζ στα ειδυλλιακά τοπία του Βορρά με τις λίμνες. Ο Πέρσι Σέλεϊ δήλωνε: «Συνεχίζω μέχρι να με σταματήσουν και ποτέ και τίποτα δε με σταματάει». Ο Ουόλτ Ουίτμαν διέσχιζε απίστευτες αποστάσεις. Ο ρυθμός του είναι ολοφάνερος στα λαχανιασμένα, μαγικά, τελετουργικά ποιήματά του. Απ’ την άλλη και ο Χένρι Τζέιμς, που η γραφή του θυμίζει περίπλοκο βελονάκι, περπατούσε χιλιόμετρα. Αλλά και οι συγγραφείς της αγγλικής Υπερβατικής Σχολής ήταν μανιακοί περιπατητές όπως και ο διασημότερος εκπρόσωπός τους, ο Χένρι Ντέιβιντ Θόρο, που καμάρωνε γιατί περπατούσε τουλάχιστον τέσσερις ώρες κάθε μέρα, αλλιώς ένιωθε σαν τιμωρημένος. Το αγαπημένο μου κείμενο είναι το Νυχτερινοί Περίπατοι του Τσαρλς Ντίκενς. Με τη γνωστή συγγραφική ιδιοφυΐα του, συσχετίζει την αβάσταχτη νυχτερινή του νευρικότητα με την κατάσταση του αστέγου. «Με τον καταναγκασμό να περπατώ και να περπατώ και να περπατώ στο σκοτάδι κάτω απ’ την ασταμάτητη βροχή». Κατά τη γνώμη μου, κανείς δε συνέλαβε το ρομαντισμό της απομόνωσης, την έκσταση της παραφροσύνης του άυπνου περιπατητή πιο έντονα απ’ τον Ντίκενς και πολύ λυπάμαι όταν διαβάζω για την αϋπνία σε κείμενα που δε θα χαρακτήριζα ποτέ λογοτεχνικά.

Κι εγώ περπατούσα ή έτρεχα, σαν ψυχαναγκαστική, χιλιόμετρα στο Λονδίνο. Είχα κυριολεκτικά αρρωστήσει από νόστο για το Ντιτρόιτ. Δεν το έκανα για να ξεδώσω απ’ το γράψιμο αλλά για να γράψω. Έτρεχα στο Χάιντ Παρκ και οραματιζόμουν το Ντιτρόιτ. Τι αλλόκοτη εμπειρία! Τι κρίσεις τρεχάλας! Αλήθεια, πόση διαστροφή κρύβει αυτό; Να ζεις στο Λονδίνο, μια απ’ τις ωραιότερες πόλεις του κόσμου, και να ονειρεύεσαι μια απ’ τις πιο προβληματικές πόλεις, το Ντιτρόιτ. Όμως το έχω πάρει απόφαση: οι συγγραφείς είναι τρελοί! Ο καθένας μας με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, αλλά θεότρελοι.

Πάντως και το γράψιμο και το τρέξιμο είναι ιδιαίτερα εθιστικά. Και τα δυο άρρηκτα συνδεδεμένα με τη συνειδητότητα. Δεν μπορώ να θυμηθώ εποχή που δεν έτρεχα, όπως δεν μπορώ να θυμηθώ κι εποχή που δεν έγραφα.

Οι πιο πρώιμες αναμνήσεις μου απ’ την ύπαιθρο σχετίζονται με τη σπάνια μοναχικότητα τις ώρες που περνούσα στα χωράφια. Ένα ενθουσιασμένο κοριτσάκι που εξερευνούσε την εξοχή, τα ρυάκια, τις φάρμες, κι ανακάλυπτε μισογκρεμισμένους στάβλους ή ερειπωμένα σπίτια. Η μεγαλύτερη χαρά μου ήταν να πηγαίνω σε μέρη απαγορευμένα στα παιδιά, όπως πηγάδια και δεξαμενές νερού. Ομολογώ ότι όποτε βλέπω το γνωστό «Απαγορεύεται η είσοδος» με πιάνει το επαναστατικό μου. Για μένα αυτές οι πινακίδες λένε: «Περάστε, παρακαλώ» και φυσικά δε θεωρώ ότι κάνω καταπάτηση. Ας μην ξεγελιόμαστε. Γράφω σημαίνει εισβάλλω στο χώρο του άλλου, έστω και για να τον κάνω… αθάνατο.

Πιστεύω ακράδαντα ότι κάθε είδος τέχνης είναι μια μορφή εξερεύνησης, υπερβατικότητας αλλά και παράβασης, σχεδόν προσβολής. Ταυτόχρονα, γράφω σημαίνει εκτίθεμαι στις μομφές και τη δυσπιστία όσων νιώθουν ότι απειλούνται, άρα ίσως και να τιμωρηθώ.

Και εάν το γράψιμο περιλαμβάνει και την τιμωρία, τουλάχιστον για μερικούς από εμάς, τότε και το τρέξιμο στην ενήλικη ζωή μάς ξυπνά πικρές μνήμες του παιδιού που έτρεχε να γλιτώσει από κάτι. Μη μου πείτε ότι υπάρχει ενήλικος δίχως παρόμοιες μνήμες φόβου και πανικού, ειδικά γυναίκες χωρίς κάποιου είδους κακοποίηση στα παιδικά τους χρόνια; Όταν τρέχω, θυμάμαι πανικόβλητες πηλάλες των παιδικών μου χρόνων. Ανήκα στα άτυχα παιδιά που δεν είχαν μεγαλύτερα αδέλφια να τα προστατεύσουν και τραβούσα τα πάνδεινα απ’ τους συμμαθητές μου. Τα παιδικά παιχνίδια είναι βάρβαρα και τα παιδιά φέρονται αιμοβόρικα στον αδύναμο. Δεν πιστεύω ότι με είχαν επιλέξει για θύμα τους. Μεγαλώνοντας κατέληξα ότι έτσι είναι ο κόσμος και απλώς τα παιδιά πειραματίζονται στα όσα μπορούν να κάνουν εναντίον του άλλου και στην ενήλικη ζωή τους. Μαθαίνουμε από μικροί να αντέχουμε τον πανικό, τις παγίδες, τα βάσανα, την απόγνωση, και η κάθε είδους παιδική μας κακοποίηση καλύπτεται από μια παρηγορητική αμνησία.

Κάθε μου βιβλίο περιγράφει τοπία που διέτρεξα. Δεν μπορώ να γράψω χωρίς να περιγράφω όσα βλέπω τρέχοντας ή περπατώντας. Ωστόσο, συχνά συμβαίνει και το ακριβώς ανάποδο: τυχαίνει να βρεθώ σε μέρη που δε γνωρίζω ή που δε βλέπω καλά λόγω ταχύτητας αλλά τα καταγράφω αναπλάθοντας την ιστορία τους με τη φαντασία μου. Είμαι μια συγγραφέας καταλυτικά μαγεμένη απ’ τα τοπία. Σε μεγάλο μέρος το γράψιμό μου κατατρύχεται από νόστο και οι τόποι των ηρώων μου είναι εξίσου σημαντικοί με τους χαρακτήρες τους. Δεν μπορώ να γράψω ούτε σελίδα χωρίς να «βλέπω» το τοπίο που βλέπει ο ήρωάς μου.

Οι ιστορίες με χτυπούν σαν φαντάσματα που απαιτούν να ζωντανέψουν. Τρέχοντας αποκτώ μια πιο εκτεταμένη συνειδητότητα όπου μπορώ να οραματιστώ τι θα γράψω, σαν να βλέπω ταινία ή σαν να ονειρεύομαι. Σπανίως εφευρίσκω την ιστορία και τους ήρωές μου τη στιγμή που γράφω. Απλώς ανακαλώ γράφοντας όσα βιώνω τρέχοντας. Δεν έχω υπολογιστή. Συνήθως γράφω πρώτα στο χέρι κι έπειτα στη γραφομηχανή μου. Το ξαναλέω. Οι συγγραφείς είμαστε τρελοί.

Ώσπου να έρθει η στιγμή της γραφής, έχω οραματιστεί αμέτρητες φορές τα όσα γράφω. Ποτέ δεν αντιμετώπισα τη γραφή ως μια ξερή καταγραφή λέξεων σε λογική σειρά. Είναι μια απόπειρα αποτύπωσης των όσων οραματίζομαι. Ένα σύμπλεγμα συναισθημάτων, ακατέργαστης εμπειρίας και χιλιάδων χιλιομέτρων.

Η δική μου μέθοδος περιλαμβάνει συνεχείς αναθεωρήσεις. Ενόσω γράφω ένα μεγάλο μυθιστόρημα, κάθε μέρα, μα κάθε μέρα, επιστρέφω στα προηγούμενα κομμάτια, τα ξαναγράφω, τα ξαναδιαβάζω για να διατηρήσω τη ροή και τη συνοχή του κειμένου μου. Όταν γράφω τα τελευταία δύο τρία κεφάλαια, τα γράφω ταυτόχρονα με το ξαναγράψιμο των πρώτων κεφαλαίων μου και ειδικά της αρχής, έτσι ώστε, σε ιδανικό επίπεδο τουλάχιστον, να πετύχω μια ενιαία ροϊκή σύνδεση και το ένα κεφάλαιο να μπαίνει μαλακά στο επόμενο, όπως κυλάει ένα ποτάμι ή όπως τρέχω.

Για μένα το τρέξιμο είναι διαλογισμός. Σκαλίζω νοερά τις λέξεις που ήδη έγραψα, τις διορθώνω, τις εξελίσσω, προχωράω χιλιόμετρα και πλοκή.

Αν η τέχνη είναι εκ φύσεως μια πράξη υπέρβασης, τότε οι καλλιτέχνες πρέπει να το πάρουμε απόφαση: θα μας τιμωρούν γι’ αυτό. Όσο πιο γνήσια και ανησυχητική η τέχνη σου, τόσο και πιο καταστροφική η τιμωρία σου. Μήπως τρέχω για να γλιτώσω;

Η Τζόις Κάρολ Όουτς γεννήθηκε το 1938 σε μια αγροτική περιοχή έξω απ’ τη Νέα Υόρκη και μεγάλωσε στο Ντιτρόιτ. Έχει ένα μικρότερο αδελφό και μια αδελφή με βαρύ αυτισμό. Έχει γράψει πάνω από 50 μυθιστορήματα, αμέτρητα διηγήματα, θεατρικά, σενάρια και παιδικά. Συχνά κατηγορείται γιατί γράφει τόσο πολύ και γιατί εκδίδει και δύο βιβλία το χρόνο. Απαντάει ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Επίσης γράφει μυθιστορήματα μυστηρίου με τα ψευδώνυμα Ρόζαμοντ Σμιθ και Λορίν Κέλι. Έξι βιβλία της έγιναν και ταινίες. Τα θέματά της περιλαμβάνουν την αγροτιά και τη φτώχεια της, τη σεξουαλική κακοποίηση, τις διαταξικές συγκρούσεις. Η βία είναι μόνιμο στοιχείο της γραφής της, σε σημείο που έγραψε και ένα δοκίμιο ως απάντηση στη μόνιμη ερώτηση: «Γιατί τα βιβλία σας περιέχουν τόση βία;» όπου εξηγεί ότι η βία είναι αλληλένδετη με την έννοια της ύπαρξης. Δίδαξε λογοτεχνία σε πολλά πανεπιστήμια, ενώ απ’ το 1978 έως σήμερα διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πρίνσετον.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr