A+ A A-

ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗτης Καίτης Βασιλάκου

Πότε ένα καλλιτεχνικό έργο είναι σημαντικό;

Όταν το ευρύ κοινό το θεωρήσει σημαντικό.

Όταν ένα μικρό κοινό ειδημόνων το κρίνει σημαντικό.

Όταν εξακολουθεί να θεωρείται σημαντικό ύστερα από αρκετά χρόνια.

Όταν παραμένει σημαντικό μέσα στους αιώνες.

Καταλαβαίνουμε βέβαια ότι η τελευταία περίπτωση είναι η πιο σίγουρη. Αν ένα καλλιτεχνικό έργο εξακολουθεί να συγκινεί τον άνθρωπο έπειτα από πέντε, δέκα, είκοσι αιώνες, τότε έχουμε να κάνουμε πράγματι με κάτι σπουδαίο. Στις άλλες περιπτώσεις το πράγμα παίζεται.

Τα ποιήματα του Κωστή Παλαμά, παραδείγματος χάριν, που τόσο αγαπήθηκαν από κοινό και κριτικούς για πολλές δεκαετίες, σήμερα κανείς δεν τα διαβάζει. Σημαίνει άραγε αυτό ότι δεν είναι σπουδαία; Δεν μπορούμε να απαντήσουμε σε μια τέτοια ερώτηση, εφόσον ακόμη δεν έχουν παρεμβληθεί ανάμεσα σ’ αυτά και τον αναγνώστη μερικοί τουλάχιστον αιώνες. Μπορεί να είναι σπουδαία ποιήματα, μπορεί και όχι. Μπορεί η εποχή μας να εντυπωσιάζεται από μια άλλου είδους ποίηση αλλά να κάνει λάθος, μπορεί όμως και να μην κάνει λάθος.

Και αντίστροφα: τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη που τόσο έχει αγαπήσει η εποχή μας θα αντέξουν άραγε στο χρόνο; Θα διαβάζονται από τους μελλοντικούς λάτρεις της ποίησης σε εκατό χρόνια από τώρα; Κι αν μεν διαβάζονται, έχει καλώς. Αν όμως δε διαβάζονται, σημαίνει άραγε αυτό ότι εμείς σήμερα που τα θαυμάζουμε κάνουμε λάθος; Και γιατί να μην κάνουν λάθος οι μελλοντικοί αναγνώστες;

Τελικά πότε καταξιώνεται στη συλλογική συνείδηση ένα καλλιτεχνικό έργο; Η απάντηση είναι απογοητευτική για όσους καλλιτέχνες βιάζονται να δοξαστούν: χρειάζονται αιώνες.

Αυτό που σήμερα φαντάζει υπέροχο, τέλειο, αριστουργηματικό, αύριο μπορεί να βρεθεί στα σκουπίδια. Το ευρύ κοινό δεν είναι συνήθως αυστηρός κριτής, θαυμάζει έργα που συχνά είναι αμφίβολης ποιότητας και που η μοίρα τους είναι η παντελής λήθη. Αλλά και οι ειδήμονες δεν αποτελούν σπουδαία εγγύηση. Τα δικά τους κριτήρια είναι ασφαλώς πιο αυστηρά, αλλά κι εκείνοι –αν υποθέσουμε βέβαια ότι πρώτον, είναι οξυδερκείς και δεύτερον, άγονται μόνο από την αγάπη τους για την τέχνη και από τίποτε άλλο– είναι άνθρωποι του παρόντος, εγκλωβισμένοι δηλαδή σε μια πραγματικότητα που αύριο θα έχει πάψει να υπάρχει. Έτσι και στην καλύτερη των περιπτώσεων, όταν ένα καλλιτεχνικό έργο έχει υμνηθεί από τους ειδικούς και έχει γίνει αποδεκτό ως σπουδαίο και μεγάλο, τίποτε δε μας εγγυάται ότι σε μερικές δεκαετίες θα το θυμούνται κάποιοι.

Στην εποχή μας είναι βέβαιο ότι οι αναγνώστες του Κώδικα ντα Βίντσι είναι ασύγκριτα πολυπληθέστεροι από τους (σημερινούς) αναγνώστες της Ιλιάδας. Εδώ η σύγκριση είναι εύκολη. Σε λίγα χρόνια ο Κώδικας ντα Βίντσι θα έχει ξεχαστεί, η Ιλιάδα όχι. Σε μήκος χρόνου οι αναγνώστες της Ιλιάδας θα παραμένουν ασύγκριτα πολυπληθέστεροι από τους αναγνώστες του γνωστού μυθιστορήματος.

Η σύγκριση δυσκολεύει, όταν απέναντι στην Ιλιάδα βάλουμε τα έργα π.χ. των Μπρεχτ, Καμύ, Μπέκετ. Εμείς είμαστε βέβαιοι ότι πρόκειται για μεγάλα έργα. Τα έχουμε απολαύσει, μας έχουν συγκινήσει και ξέρουμε πως είναι προϊόντα ταλαντούχων δημιουργών και όχι πρόσκαιρων μωροφιλόδοξων. Ποια θα είναι άραγε η τύχη τους; Θα μιλά κανείς γι’ αυτά σε έναν, σε δυο αιώνες από σήμερα; Ή μήπως αυτοί που θα μας διαδεχθούν θα επιλέξουν άλλα έργα της εποχής μας ως καλύτερα, έργα που σήμερα εμείς τα αγνοούμε;

Εκτός από όλες αυτές τις αμφιβολίες, όμως, υπάρχουν και τα πισωγυρίσματα. Όταν η ανθρωπότητα περνά τις σκοτεινές περιόδους της ιστορίας της, τα γούστα αλλάζουν δραματικά. Έτσι, η καλλιτεχνική παραγωγή των Ελλήνων περιφρονήθηκε κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα και επί αιώνες κανείς λογικός άνθρωπος δε θα θεωρούσε ανώτερο τον Παρθενώνα από την Αγία Σοφία ή τον Όμηρο από τον Ρωμανό τον Μελωδό.

Σήμερα είμαστε σίγουροι ότι δε ζούμε σε μια εποχή πισωγυρίσματος;

Τι θα λένε άραγε οι μελλοντικοί εστέτ για την τέχνη του Πικάσο, του Νταλί, του Μαγκρίτ, του Σαγκάλ, του Μιρό;

Ο στίχος του Εμπειρίκου: «Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου» θα τους συγκινεί ή θα τους φέρνει γέλια;

 

Η Καίτη Βασιλάκου σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και δίδαξε ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων: Ο πειρασμός του ερημίτη Χάρτμουτ Λιμπέργκερ, εκδ. Ιωλκός, 2008, Οι πόρτες, εκδ. Ιωλκός, 2010, και Ο τέταρτος κλώνος, εκδ. Αίολος, 2011. Ένα διήγημά της περιλαμβάνεται στο Ελληνικό φανταστικό διήγημα, τόμος Στ΄, επιμέλεια Μάκη Πανώριου, εκδ. Αίολος, 2012.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr