«Μάνος Χατζιδάκις και Νίκος Κούνδουρος, μια μεγάλη φιλία» του Φίλιππου Φιλίππου
«Μάνος Χατζιδάκις και Νίκος Κούνδουρος, μια μεγάλη φιλία» του Φίλιππου Φιλίππου

«Μάνος Χατζιδάκις και Νίκος Κούνδουρος, μια μεγάλη φιλία» του Φίλιππου Φιλίππου

Ο Χατζιδάκις ήταν Έλληνας, ένιωθε Έλληνας, όπου κι αν πήγαινε κουβαλούσε μέσα του την Ελλάδα. Έφευγε και πάντα ξαναγύριζε. Όταν ετοιμαζόταν να πάει στην Αμερική, το 1966, αντιμετώπισε την καχυποψία των φίλων του. Σε αντίθεση με τον Κούνδουρο που εχθρευόταν τη συγκεκριμένη χώρα, ο Χατζιδάκις δεν είχε καμιά τύψη, πίστευε πως πήγαινε σε μια χώρα όπου η δημοκρατία είχε βαθιές ρίζες. Ο Κούνδουρος ήταν σίγουρος πως η Αμερική θα τον κρατούσε για πάντα. «Κάποτε, Μάνο, θα μετανιώσεις πικρά όχι γιατί η Ελλάδα δεν είναι πια δική σου, αλλά γιατί εσύ δε θα ’σαι πια Έλληνας».

Την άνοιξη του 1948, ο Χατζιδάκις έγραψε τη μουσική για το Ματωμένο γάμο του Λόρκα που είχε ανεβάσει ο Κάρολος Κουν στο Θέατρο Τέχνης (τότε στεγαζόταν στο θέατρο «Αλίκη», στην πλατεία Καρύτση). Η Έλλη Λαμπέτη έπαιζε τη μοιραία νύφη κι η παράσταση ενθουσίασε το κοινό και τους κριτικούς. Στην κριτική του που δημοσιεύτηκε στη Βραδυνή, ο Μ.Καραγάτσης εξαίρει τους συντελεστές και κάνει ειδική μνεία στη σκηνική μουσική του Χατζιδάκι. «Ο νεαρός αυτός συνθέτης έχει τάλαντο, πηγαίο και αγνό, που αργά ή γρήγορα δεν μπορεί παρά να επιβληθεί στην κοινή συνείδηση».

Εκείνη τη χρονιά, είχε ολοκληρώσει τη Μικρή λευκή αχιβάδα. Ο Κούνδουρος θυμάται πως το καλοκαίρι είχε πάει για μπάνιο στη θάλασσα και στον γυρισμό πέρασε από το Θέατρο Τέχνης. Ο Μάνος ήταν στριμωγμένος σ’ έναν στενό διάδρομο με το πιάνο του. Είδε τον φίλο του και του χαμογέλασε· εκείνος έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό όστρακο που μύριζε θάλασσα και το απόθεσε πάνω στο πιάνο. Πού να φανταστεί πως η μικρή άσπρη αχιβάδα θα αποκτούσε δόξα, «ευλογημένη από τις μουσικές του Μάνου και την αγάπη του».

Στο βιβλίο με τις αναμνήσεις του, Ονειρεύτηκα πως πέθανα, όπου μιλάει συχνά για τον θάνατο και τους πεθαμένους φίλους του, ο Κούνδουρος θυμάται πάλι: «Ο Μάνος. Η μάνα μου κι η μάνα του. Οι δυο γυναίκες ντυμένες στα μαύρα στη βεράντα του σπιτιού μας, μπροστά το καλάθι με τα συμμαζέματα της μέρας και παραδίπλα το φλιτζάνι του καφέ». Και συνεχίζει: «Σμίξαμε πολύ νέοι, θα ’μαστε δε θα ’μαστε δεκαεννιά χρονών κι ας έμοιαζε αυτός πάντα μεγάλος. Ποτέ δεν ήταν παιδί, ποτέ δεν ήταν έφηβος, ποτέ ο χρόνος δεν όριζε τίποτα επάνω του και μόνο αυτός όριζε τους χρόνους κατά τα κέφια του και κατά τους δαιμονικούς οίστρους που τον κάνανε να ’ναι μεγάλος, όταν όλοι γύρω του ήταν ή γέροι ή μικροί».

Κι ακόμα: «Ήταν αγωνιστής, ήταν ηρωικός, μα τίποτα δεν έμοιαζε πάνω του ηρωικό. Παχουλός, κουτσοδόντης, νωθρός, ξενύχτης, φλύαρος, ήταν όλα αυτά τα καθημερινά... Ήτανε ένα θηρίο που ο προπάππος του έζησε εκατομμύρια χρόνια πριν. Τέρας ο ίδιος ήταν, ο τελευταίος επίγονος κάποιων τεράτων. Κυκλοφορούσε ανάμεσά μας γράφοντας μουσικές, δε δάγκωνε, δεν πάταγε κανέναν με τα τεράστια πέλματά του, δεν ούρλιαζε για να τρομάξουμε».

«Μάνος Χατζιδάκις και Νίκος Κούνδουρος, μια μεγάλη φιλία» του Φίλιππου Φιλίππου

Ας δούμε πώς αναπροσδιορίζεται ο Χατζιδάκις στο σημείωμά του στον δίσκο Ρωμαϊκή Αγορά: «Ο φίλος μου ο Νίκος Κούνδουρος σπούδαζε γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και ανακαλύπταμε μαζί τον Radiguet, τον Lorca, τον Μακρυγιάννη, τα χαμόσπιτα πίσω από του Fix, τα κορίτσια με τις σκιστές φούστες, τον Hanns Eisler, τον Panait Istrati, τον Menotti, τον Prokofiev και τον Χαράλαμπο του Βυζαντίου. Μα όλ’ αυτά ήταν ύποπτα εκείνο τον καιρό κι όποιο πρόσωπο δεν έμοιαζε με χαφιέ, με χαρτοκλέφτη και με μπράβο, το επίσημο κράτος τον κατεδίωκε και προσπαθούσε να τον εκμηδενίσει. Έτσι ο Νίκος Κούνδουρος βρέθηκε στη Μακρόνησο, σ’ αυτόν τον “Παρθενώνα” του εικοστού αιώνα».

Γνωρίζουμε πως ο χαρακτήρας του Χατζιδάκι διαμορφώθηκε στη διάρκεια των παιδικών του χρόνων από την παρουσία της μητέρας και την απουσία του πατέρα. Η μητέρα Αλίκη (Βασιλική), καλοαναθρεμμένη, με αριστοκρατική συμπεριφορά, αισιόδοξη και έτρεφε φιλοδοξίες για τον γιο της. Η Αλίκη δεν είχε πολλά πάρε-δώσε με τις γειτόνισσες. Κρατούσε στάση μεγαλοαστής κι αντάλλασσε επισκέψεις με μια συνομήλική της, τη μητέρα του Νίκου Κούνδουρου.

Εκείνη την εποχή των οραμάτων, ο Χατζιδάκις, θεωρώντας τον Κούνδουρο δικό του άνθρωπο, προσφιλή και έμπιστο, του εκμυστηρεύτηκε με συστολή:

«Ξέρεις, θέλω να βάλω μουσική σε κάτι στίχους του Καβάφη και ντρέπομαι να το κάνω».
«Τι στίχοι είναι αυτοί;»
«Άκου:

»Πολίτου εντίμου υιός – προ πάντων ευειδής
έφηβος του θεάτρου, ποικίλως αρεστός,
ενίοτε συνθέτω εν γλώσση ελληνική
λίαν ευτόλμους στίχους, που τους κυκλοφορώ
πολύ κρυφά εννοείται –θεοί! να μην τους δουν
οι τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες–
στίχους της ηδονής της εκλεκτής, που πηαίνει
προς άγονην αγάπη κι αποδοκιμασμένη.»

«Τι θα πει άγονη αγάπη, Χατζιδάκι; Και γιατί αποδοκιμασμένη;» ρώτησε ο Κούνδουρος.

Εκείνος του μίλησε για την ερωτική κλίση του, του εξήγησε τι συνέβαινε μέσα του κι ο άλλος κατάλαβε, συμμερίστηκε τους φόβους του.

Περίπου είκοσι χρόνια αργότερα από αυτόν τον διάλογο, ο Χατζιδάκις τόλμησε να μιλήσει δημοσίως για την «αποδοκιμασμένη αγάπη» που τον είχε στοιχειώσει.

Ο Χατζιδάκις ήταν Έλληνας, ένιωθε Έλληνας, όπου κι αν πήγαινε κουβαλούσε μέσα του την Ελλάδα. Έφευγε και πάντα ξαναγύριζε. Όταν ετοιμαζόταν να πάει στην Αμερική, το 1966, αντιμετώπισε την καχυποψία των φίλων του. Σε αντίθεση με τον Κούνδουρο που εχθρευόταν τη συγκεκριμένη χώρα, ο Χατζιδάκις δεν είχε καμιά τύψη, πίστευε πως πήγαινε σε μια χώρα όπου η δημοκρατία είχε βαθιές ρίζες. Ο Κούνδουρος ήταν σίγουρος πως η Αμερική θα τον κρατούσε για πάντα. «Κάποτε, Μάνο, θα μετανιώσεις πικρά όχι γιατί η Ελλάδα δεν είναι πια δική σου, αλλά γιατί εσύ δε θα ’σαι πια Έλληνας».

Κι όμως, ο Χατζιδάκις επέστρεψε και μάλιστα σε μια δύσκολη περίοδο, τότε που κυβερνούσε η χούντα των συνταγματαρχών. Δεν γινόταν αλλιώς. Επέστρεψε για να δρέψει καινούργιες δάφνες, μα και να υποστεί καινούργια μαρτύρια, από φίλους και εχθρούς. Συχνά θυμόταν τα λόγια του Σεφέρη: «Όπου κι αν ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει». Ο ίδιος είχε βιώσει τον πόνο της πληγής μέσα στην Ελλάδα κι όχι μακριά από αυτήν. Κι ίσως γι’ αυτό δεν ήθελε μουσικές και ταρατατζούμ, κάμερες και τηλεοπτικά συνεργεία στην κηδεία του, ίσως γι’ αυτό δεν ήθελε να δημοσιοποιηθεί ο τόπος της ταφής του.


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΑΡΘΡΑ
«Ο Πούσκιν, ο Ντοστογιέφσκι και τα τυχερά παιχνίδια» της Ελένης Λαδιά

Η τράπουλα και κάθε παρόμοιο παιχνίδι είναι η ορατή όψη της τύχης. Και η ψυχή των τυχερών παιχνιδιών, όπως αποκαλούνται, είναι μυστική, όπως η αμέθεκτη ουσία του Θεού. Ο Μέγας Βασίλειος έγραφε πως η...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: