«Ως την τελευταία φλοίδα του κρεμμυδιού – για τον Γκίντερ Γκρας» του Μιχάλη Μακρόπουλου

«Ως την τελευταία φλοίδα του κρεμμυδιού – για τον Γκίντερ Γκρας» του Μιχάλη Μακρόπουλου

Ο Γκρας έζησε παιδί κι έφηβος τον πόλεμο (γνωστή η εξομολόγησή του που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, στο αυτοβιογραφικό Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι · πως στα δεκαεφτά του, τους στερνούς μήνες του πολέμου, στρατολογήθηκε στα Waffen-SS: «Και όμως επί δεκαετίες αρνιόμουν να ομολογήσω τη λέξη και το διπλό γράμμα. Ό,τι είχα δεχτεί με τη βλακώδη περηφάνια των νεανικών μου χρόνων, ήθελα μετά τον πόλεμο να μου το αποσιωπήσω από ντροπή που όλο μεγάλωνε»). Αν και πολέμησε και τραυματίστηκε ελαφρά, βίωσε τον πόλεμο κυρίως σαν ενοχή, και για να μιλήσει για τη γερμανική κατάσταση στράφηκε πίσω σε παλαιότερες φόρμες, στην ευφυή χοντροκοπιά του Ραμπελέ, στην αποσπασματική, περιπετειώδη δομή του πικαρέσκου, στον Γκριμελσχάουζεν ή τον Τιλ Ουλενσπίγκελ (και μαθήτεψε επίσης, «βιβλίο μετά το βιβλίο», στον Άλφρεντ Ντέμπλιν του Βερολίνου Αλεξάντερπλατς).

Πράγματι, στο πρώτο και κορυφαίο του μυθιστόρημα, που το 1999 του χάρισε τελικά το βραβείο Νομπέλ –Το τενεκεδένιο ταμπούρλο, 1959–, μέρος της «Τριλογίας του Ντάντσιχ», της γενέτειράς του (τα άλλα δύο βιβλία της τριλογίας είναι τα Γάτα και ποντίκι, 1961, και Σκυλίσια χρόνια, 1963), χτυπά μια ιοβόλα πικαρέσκα καρδιά και τα πρόσωπα είναι μουτσούνες βγαλμένες, θαρρείς, από πίνακες του Τζορτζ Γκρος ή του Όντο Ντιξ, των ζωγράφων της σχολής της Neue Sachlichkeit –της Νέας Αντικειμενικότητας– και παραπίσω, από σκηνές σε πίνακες του Μπρέγκελ.

Καμία άλλη λογοτεχνική φιγούρα δεν καθρέφτισε ίσως πιο ξεκάθαρα το τρομερό πρόσωπο της Γερμανίας, απ' αυτήν του πρωταγωνιστή του Ταμπούρλου, του Όσκαρ Ματσεράτ, που αρνιέται να ψηλώσει κι έτσι παραμένει νανοφυής, κρούει το παιδικό τενεκεδένιο τύμπανό του και με τα ξεφωνητά του «σπάζει κάθε είδους γυαλί», η κραυγή του «σκοτώνει τα βάζα», το τραγούδι του «κάνει θρύψαλα τα τζάμια των παραθύρων αφήνοντας να βασιλεύουν τα ρεύματα». Παραμένοντας στο σώμα παιδί, ο Όσκαρ ζει τις πικαρέσκες περιπέτειές του. Έχει δυο πιθανούς πατεράδες: ένα μέλος του ναζιστικού κόμματος κι έναν Πολωνό του Ντάντσιχ που εκτελέστηκε κατά τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία. Η κρυφή αγαπητικιά του Όσκαρ παντρεύεται τον ναζιστή πατέρα του και το παιδί που γεννά είναι πιθανώς του Όσκαρ, που ωστόσο απογοητεύεται διαπιστώνοντας πως το βρέφος επιμένει να μεγαλώνει και η ανάπτυξή του δεν παύει στα τρία χρόνια. Στον πόλεμο ο Όσκαρ ακολουθεί έναν θίασο από νάνους που ψυχαγωγούν τους Γερμανούς φαντάρους στο μέτωπο, η δεύτερή του αγαπητικιά σκοτώνεται από τους συμμάχους κατά την απόβαση στη Νορμανδία· γίνεται αρχηγός συμμορίας στο Ντάντσιχ, ο ναζιστής πατέρας του εκτελείται από τους Ρώσους· μετά τον πόλεμο πάει στο Ντίσελντορφ, γίνεται γυμνό μοντέλο και επιγραφοποιός σε μνήματα, έπειτα ντράμερ σε τζαζ συγκρότημα (ο Γκρας ήταν επίσης τζαζ ντράμερ) και, τέλος, δέχεται να καταδικαστεί για έναν φόνο που δεν διέπραξε (μιας μοναχής που αγαπούσε ο Όσκαρ) και κλείνεται στο φρενοκομείο, όπου γράφει τ' απομνημονεύματά του.

Οι σκηνές στο Ταμπούρλο έχουν τώντις όλη τη λεπτομέρεια και την γκροτέσκα ζωντάνια ενός φλαμανδικού πίνακα – και άλλωστε η ζωγραφική ήταν πάντα σύντροφος του Γκρας στα συγγραφικά βήματά του. «Από δέκα χρονών αγόρι», γράφει, «ξεχώριζα κιόλας με την πρώτη τον Χανς Μπάλντουνγκ, τον επιλεγόμενο Πράσινο, από τον Γκρίνεβαλντ, τον Φρανς Χαλς από τον Ρέμπραντ και τον Φίλιππο Λίπι από τον Τσιμάμπουε». Μάλιστα, μετά τον πόλεμο μαθήτεψε λιθοξόος και γλύπτης, και η ψυχή του ήταν αυτή ενός παλαιού τεχνίτη που γράφει μ' ειρωνεία: «Θα μπορούσαμε να περιγελάσουμε όλες αυτές τις σαβούρες των installations και τις μοντέρνες ανοησίες, τη νευρική βιντεομανία και τα πηδήματα σαν ακρίδα από event σε event, τα παλιοσίδερα που έχουν ανυψωθεί στην τάξη των αγίων και το υπερπλήρες κενό της πάντα σημερινής βιομηχανίας της τέχνης».

«Έχει κάποια σχέση, θαρρώ, με τις κοινωνικές συνθήκες όπου μεγάλωσα», απαντά σε μια συνέντευξη που έδωσε στο Paris Review, όταν ρωτήθηκε γιατί έγινε συγγραφέας. «Η οικογένειά μας ήταν μικρομεσοαστική· είχαμε ένα δυαράκι. Η αδελφή μου και εγώ δεν είχαμε ο καθένας το δωμάτιό του, δεν είχαμε καν έναν δικό μας χώρο. Στο καθιστικό, ανάμεσα στα δυο παράθυρα, ήταν μια γωνίτσα όπου είχα τα βιβλία μου κι άλλα πράγματα – τις νερομπογιές μου, κ.λπ. Συχνά, έπρεπε να πλάθω στη φαντασία μου τα πράγματα που χρειαζόμουν. Έμαθα από πολύ νωρίς να διαβάζω μέσα σε θόρυβο. Έτσι, αρχίνησα από μικρός να γράφω και να ζωγραφίζω... Ήμουν μεγάλος ψεύτης όταν ήμουν παιδί, αλλά ευτυχώς στη μητέρα μου άρεσαν τα ψέματά μου. Της υποσχόμουν υπέροχα πράγματα. Όταν ήμουν δέκα χρονών, με φώναζε Πέερ Γκιντ...» Και παρακάτω: «Η πεζογραφία, η ποίηση και η ζωγραφική υπάρχουν πλάι πλάι στο έργο μου, με τρόπο πολύ δημοκρατικό. Η γένεση ενός μυθιστορήματος αρχινά μ' ένα ποίημα. Δεν λέω πως (το ποίημα) είναι πιο σημαντικό, αλλά δεν μπορώ να κάνω δίχως αυτό. Το χρειάζομαι ως σημείο εκκίνησης... Η γραφή είναι λιγάκι σαν τη γλυπτική. Πρέπει να δουλεύεις ένα γλυπτό από κάθε πλευρά. Αν αλλάξεις κάτι εδώ, πρέπει ν' αλλάξεις κάτι εκεί... Για ολόκληρες μέρες μπορεί να δουλεύω μια μακριά πρόταση ή μία περίοδο μονάχα... Τα πάντα είναι κει πέρα, αλλά υπάρχει σ' αυτά κάτι βαρύ. Και έπειτα κάνω μερικές αλλαγές, που δεν τις θεωρώ πολύ σημαντικές, κι αυτό είναι! Πάνω κάτω, να τι 'ναι για μένα η ευτυχία. Βαστά δυο τρία δευτερόλεπτα όλα κι όλα και μετά χάνεται, με το που σκέφτομαι την επόμενη περίοδο».

Στην Ελλάδα ο Γκρας μεταφράστηκε από τον Γιάννη Κοιλή (Ένα ευρύ πεδίο, 1995), από την Έμη Βαϊκούση (Γάτα και ποντίκι, 1963), μα ο λόγος του κυρίως συνδέθηκε με το μεταφραστικό τάλαντο και την άοκνη γλωσσική έγνοια της Τούλας Σιετή, που μετέφρασε για τις εκδόσεις Οδυσσέας πέντε έργα του: το Ταμπούρλο και τα Ο αιώνας μου, 1999· Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι (απ' όπου είναι παρμένα όλα τα παραπάνω αποσπάσματα εκτός από κείνα της συνέντευξης), 2006· Σαν τον κάβουρα, 2002· Ιστορίες σκοτεινού θαλάμου, 2008.

Στις 13 του φετινού Απρίλη ξεφλουδίστηκε για τον Γκίντερ Γκρας η τελευταία φλοίδα του κρεμμυδιού.


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΑΡΘΡΑ
«Η λογοτεχνία της απέραντης φτώχειας: Ο Ντίλαν συναντά τον Παπαδιαμάντη» του Παναγιώτη Διαμάντη

Με χρονική απόσταση εβδομήντα ετών, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης με το διήγημα «Πατέρα στο σπίτι!» (1895) και ο Μπομπ Ντίλαν με το τραγούδι «Ballad of Hollis Brown» (1964) ασχολήθηκαν με το θέμα της...

ΑΡΘΡΑ
«Νίκος Εγγονόπουλος, εκ γενετής υπερρεαλιστής: 110 χρόνια από τη γέννησή του» του Φίλιππου Φιλίππου

O Νίκος Εγγονόπουλος (21-10-1907/31-10-1985) εμφανίστηκε στα γράμματα το 1938 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής Μη ομιλείτε εις τον οδηγόν. Μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο θεωρούνται οι κυριότεροι υπερρεαλιστές...

ΑΡΘΡΑ
«Ο Τσέχοφ υπερασπίζεται τον Ζολά» της Ελένης Κατσιώλη

Παρουσιάζουμε ένα γράμμα από την πολύ σημαντική αλληλογραφία του Τσέχοφ με τον φίλο του Σουβόριν, εκδότη της εφημερίδας Νόβαγια Βρέμια. Η επιστολή είναι γραμμένη στις 6 Φεβρουαρίου 1898, εποχή κατά την οποία ο...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: