A+ A A-

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ – π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ: ΣΤΗ ΣΙΚΙΝΟ της Ανθούλας Δανιήλ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ – π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ: ΣΤΗ ΣΙΚΙΝΟ της Ανθούλας Δανιήλ
Δύο του Νοεμβρίου ξημερώματα/ βγήκα να δω τον κόσμο
(Μαρία Νεφέλη)

Στις 6 Αυγούστου 2011, εκατό χρόνια μετά τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη και ημέρα που η Εκκλησία μας εορτάζει τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, στη Σίκινο, μικρό νησάκι στις Κυκλάδες, πάνω στον βράχο, πλάι στη θάλασσα, στήθηκε μικρό εκκλησάκι· το εκκλησάκι της Παντοχαράς, επιθυμία του ποιητή μας, που είχε εκφράσει όταν είδε στο τέμπλο του καθολικού της Μονής Στροφάδων την εικόνα της Παναγίας Παντοχαράς –της των Πάντων Χαράς– του 15ου αιώνα. Την υλοποίηση αυτής της επιθυμίας πραγμάτωσε η σύντροφος των τελευταίων επί της γης χρόνων του, Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Γι' αυτά τα Θυρανοίξια, όπως είναι η κατά την περίσταση ονομασία τους, ο ποιητής και φίλος του Ελύτη π. Παναγιώτης Καποδίστριας συνέθεσε ποίημα και απολυτίκιο. Το πρώτο, με τον τρόπο του Ελύτη, σαν να κάνει κολάζ, από εκείνα που ο ποιητής έκανε χαρτιά κόβοντας και κολλώντας, και ο Καποδίστριας στίχους γράφοντας και εκκλησάκια μετακινώντας. Το δεύτερο, το Απολυτίκιον, τους παλιούς πατέρες αντιγράφοντας, την πίστη και την παράδοση σώζοντας. Το πρώτο:

ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΧΑΡΑΣ
Στη Σίκινο
κινώ το χέρι προς τα Σε
και με βλέμμα κοινό
–εκείνο των φευγάτων–
μετακινώ απ' το κολάζ
για χάρη Σου στον βράχο
ναό σε γαλάζιο λευκό

σκήτη να 'χεις ευάερη
ευήλια να παρθενεύσεις.
(6.8.2011)

Και το δεύτερο:

Α Π Ο Λ Υ Τ Ι Κ Ι Ο Ν
Παντοχαράς του Ελύτη
εις νήσον Σίκινον
ποιηθέν υπό π. Παναγιώτου Καποδίστρια

Ήχος α'. Του λίθου σφραγισθέντος.

Της χάριτος γαστέρα,
χαράς πάντων μητέρα,
την τον ποθεινόν εν τω κόσμω
ποιητήν αναβλύζουσαν,
πανδήμως τιμώμεν και ημείς
σχεδίαν τω κλύδωνι σωστικήν,
ουρανίσασαν ανθρώπων το χοϊκόν,
τη γη το θείον δεικνύσα.
Χαίροις, γλυκυτάτη Παντοχαρά,
χαίροις, εσχάτων πρόναος,
χαίροις, ωραιότης έλλογος, θεοπερίχυτη.
(Zάκυνθος, 27 Ιουλίου 2011)

Ο τιμών Καποδίστριας, σαν σε μια διαφάνεια ελυτική, από το Ιόνιο διασκελίζει τη στεριανή Ελλάδα για να συναντήσει τον τιμώμενο Ελύτη στο Αιγαίο, όπου η ποίηση του ενός βρήκε τον τρόπο της διαδοχής της ποίησης του άλλου.

Το πρώτο περιλαμβάνεται ήδη στη συλλογή που πρόσφατα κυκλοφόρησε με τον τίτλο Ανακαλυπτήρια. Οι σημάνσεις στα κείμενα είναι δικές μου. Ο ποιητής αναλαμβάνει ρόλο θεϊκό και «μια κίνηση μικρή σαν του κλειδούχου»[1] κάνει αστραφτερή πραγματικότητα την εκφρασμένη επιθυμία. Μετακινεί πάνω στον γυμνό βράχο «ναό σε γαλάζιο λευκό/ σκήτη [...] ευάερη και ευήλια» να έχει ο ποιητής να παρθενεύει, ήτοι το εκκλησάκι της Παναγίας της Παντοχαράς, συνθεμένο από τα υλικά που ο ίδιος αγαπούσε· βράχο και θάλασσα, γαλάζιο και λευκό.

Μια μικρή αναδρομή στα κείμενα του Ελύτη θα μας δώσει τις πολλές παραλλαγές, τις μεταμορφώσεις, αυτής της επιθυμίας. «Σε μεγάλη απόσταση μέσα στην ευωδιά του δυόσμου αναλογίστηκα πού πάω κι είπα για να μη μ' έχει του χεριού της η ερημιά να βρω εκκλησάκι να 'χω να μιλήσω...» («Η Κόρη που 'φερνε ο Βοριάς») και έτσι «Από τέσσερις πέτρες και λίγο θαλασσινό νερό είχα/ Κάνει Ναό και κάθομουν να τον φυλάγω...» («Περί Πολιτείας»).

Κοιτάζοντας το λιτό, σεμνό ποίημα του π. Παναγιώτη, εστιάζω στις λέξεις που έχουν επιλεγεί για να αισθητοποιήσουν την κίνηση της ψυχής και να την κάνουν αντιληπτή. Να φανεί ο βράχος, να αναδυθεί το εκκλησάκι. Τα ρήματα «κινώ» και «μετακινώ», η αντωνυμία και το επίθετο «εκείνο» και «κοινό», τέσσερα στοιχεία τον αριθμό, μοιάζουν να ανταποκρίνονται στα τέσσερα στοιχεία που αναφέρονται στο Άξιον Εστί –«Αρετή με τις τέσσερις ορθές γωνίες»[2]– που αντιστοιχούν, εκτός των άλλων, στην απλή ελληνική αρχιτεκτονική[3], και τώρα πυκνώνουν στο εκκλησάκι που ο Αστροφόρος ποιητής μετακινεί «με χέρι [...] ψημένο επάνω στο χώμα και στο γαλάζιο το άγριο»[4] για Κείνον που έρχεται πιωμένος φως να το κατοικήσει. Και βέβαια δεν μνημονεύεται τυχαία η Σίκινος ανάμεσα στα τέσσερα νησιά «Η Ίος, η Σίκινος, η Σέριφος, η Μήλος»[5], αλλά και τυχαία να μνημονεύεται, η τύχη στο πλευρό του ποιητή, σαν άγγελος, παραστέκει.

Στην ποίηση του Ελύτη, γεμάτη από ήλιο και ανέμους, στεριές και θάλασσες, τα βράχια ηγεμονεύουν. Είναι το σταθερό σώμα της γης, που με το ένα πόδι στηρίζεται πάνω της για να μπορεί να ισορροπεί στο κενό με το άλλο. Έτσι και η Μαρίνα του εκεί καταφεύγει «ολημερίς και ολονυχτίς» και εκείνη η άλλη που «τη βρήκε σ' ένα ταρατσάκι να την ξυλώνει ο δυνατός αέρας», («Αρχέτυπον»). Κι εκείνος, ο άλλος του εαυτός, που έβλεπε το μέλλον που επρόκειτο να γίνει, που σαν σε αστραπή είδε τον εαυτό του, που «Ανακάθισε ύστερα κι έβαλε ήρεμα στο πλάι του τον γκρεμό» και «Από το άλλο μέρος άπλωσε προσεχτικά ένα κομμάτι θάλασσας, όλο ριπές γαλάζιες»[6]. Τώρα καθισμένο στο βράχο το εκκλησάκι τον κρατά στην αγκαλιά της, όπως η Παναγία το βρέφος. Και με λίγη αφαίρεση από τα οφθαλμοφανή, η μητέρα, θάλασσα, Παναγιά που πάντοτε «το πέλαγο κρατούσε στην ποδιά της/ Τη Σίκινο, την Αμοργό και τ' άλλα τα παιδιά της»[7], κρατά και τον ποιητή. Η επιθυμία του λοιπόν λάμπει στα λευκά της και σαν σχήμα πρωθύστερο ο στίχος «Έσπρωξα τη μικρή ξύλινη πόρτα κι άναψα κερί που μια ιδέα μου είχε γίνει αθάνατη» («Η Κόρη που 'φερνε ο βοριάς») δίνει υλοποιημένη και απαστράπτουσα την ιδέα του. Ο ποιητής, που ήταν πάντα κόντρα στον άνεμο, πάντα μπροστά στη θάλασσα, στο μπαλκόνι, στο κατάστρωμα, στο πέλαγος, τώρα και στο ποίημα-κολάζ και εκκλησάκι, θα απολαμβάνει τη μεταμόρφωσή του.

Στις 6 Αυγούστου η Μεταμόρφωση του Σωτήρος μπορεί για την περίπτωσή μας να θεωρηθεί ως η Μεταμόρφωση του Ελύτη σε εκκλησάκι, που μεταμόρφωσε την ποίηση κομίζοντας νέους τρόπους ανανεώνοντας-αναπαλαιώνοντας, «Όπως ύστερα που κάποιος άγιασε και τα καινούρια φαίνονται κι εκείνα σαν παλαιά» και «τα παλαιά φαίνονται πάλι κι εκείνα σαν καινούρια»[8]. Πολύ ταιριαστό μού φαίνεται το απόσπασμα από το βιβλίο του Πολ Βαλερί, Ευπαλίνος ή ο Αρχιτέκτων, όπου ο Ευπαλίνος μιλάει στον Φαίδρο και του εξηγεί: «εκείνος ο μικρός ναός που έχτισα για τον Ερμή [...] Εκεί που ο διαβάτης δεν βλέπει παρά ένα κομψό μικρό ιερό –μικροπράματα είναι: τέσσερις κίονες, ρυθμός πολύ απλός– έβαλα εγώ την ανάμνηση μιας Κόρης [...] Παρασταίνει πιστά τις ιδιαίτερες αναλογίες της. Για μένα ζει»[9]. Μεταφέροντας στα καθ' ημάς το παράδειγμα, μπορούμε να πούμε πως το εκκλησάκι της Παντοχαράς, πέρα από την αρχετυπική του λειτουργία για όλα τα εκκλησάκια της ελυτικής ποίησης, είναι ο ίδιος ο ποιητής. Βρίσκεται ήδη εκεί και έχει βρει «τρόπο ευάερο για τ' Όχι και το Ναι» του, κατά τον στίχο του π. Παναγιώτη[10], αποδεχόμενος «το Δεν και το Αδύνατον του κόσμου ετούτου» κατά τον στίχο τον δικό του[11]. Εκεί, ακούει το τραγούδι των σειρήνων, από εκεί χαιρετά τη γοργόνα, το τρικάταρτο που διασχίζει τη θάλασσα, τα δελφίνια που παίζουν με τη δαντέλα των αφρών, τη χελιδόνα που «θέρισε τα βλέμματα των νοσταλγών της» και έγινε «μεσημέρι»[12], σε ένα ηλιόλουστο διαρκές καλοκαίρι. Και εδώ, «τ' απογεύματα έξω στο πεζούλι», κρατιέται «στις κακοκαιρίες»[13] και εκεί, πέρα από τα Δυτικά της Λύπης, όπου «Ποίηση μόνο είναι/ Κείνο που απομένει. Ποίηση. Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία»[14]. Στη χώρα του Αύριο, αισθητοποιημένη στη Σίκινο, στη θάλασσα, στον ήλιο, στον αέρα, σ' ένα εκκλησάκι που ρωτά ανάκουστα: «φιλείς με;»[15], ο ποιητής απολαμβάνει την αιωνιότητά του.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ – π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ: ΣΤΗ ΣΙΚΙΝΟ της Ανθούλας ΔανιήλΚαι τώρα, ο ποιητής, το ιερατικό άμφιο ενδεδυμένος, συνθέτει κατανυκτικό, υμνητικό Απολυτίκιο, για να αποδώσει τις τιμές αφενός στην Παναγία την «ουρανίσασαν ανθρώπων το χοϊκόν», τη «γλυκυτάτη» και «θεοπερίχυτη» και αφετέρου στον ποιητή, «σχεδίαν τω κλύδωνι σωστικήν», διότι ως ποιητής ο ίδιος έχει συλλάβει το μήνυμα της ελυτικής ποίησης που συμπορεύεται με τη χριστιανική ελπίδα. Γιατί η ποίηση του Ελύτη είναι παρηγορητική, ελεητική, γλυκοφιλούσα και «παντοχαρά», μελαγχολική, ανακουφιστική, σταγόνα λάδι στο καντήλι της ελπίδας. Ο ποιητής του «Απολυτίκιου» αλλά και του ποιήματος «Της Παντοχαράς», όπως ο Ελύτης δεν παραλείπει στο «Δοξαστικόν» του την προστακτική «Χαίρε», δεν παραλείπει την τριπλή ευχετική ευκτική «Χαίροις», σ' Εκείνην που είναι των «εσχάτων πρόναος» και ωραιότητος «έλλογος», για Κείνην που μεταμορφώθηκε σε εκκλησάκι για να στεγάσει εκεί τον Ελύτη τον πριν και τον αιώνες μετά.

Ο τιμών Καποδίστριας, σαν σε μια διαφάνεια ελυτική, από το Ιόνιο διασκελίζει τη στεριανή Ελλάδα για να συναντήσει τον τιμώμενο Ελύτη στο Αιγαίο, όπου η ποίηση του ενός βρήκε τον τρόπο της διαδοχής της ποίησης του άλλου. Σταματώ για λίγο στους στίχους που θεωρώ προφητικούς για το σημερινό γεγονός: «ο Ήλιος/ Σ' ένα του μιας στιγμής σταμάτημα που ο χρό-/ νος ούτε που το 'νιωσε πρόφτασε ιερατική του ασβέστη/ να προσδώσει αίγλη κι ομορφιά/ Την των ερωτευμένων που χωρίς να το ξέρουν της θεότητας το σχήμα έχουνε πάρει»[16].

Ο ποιητής είναι σαφής και το εκκλησάκι του σαφέστατο και το χέρι του έβαλε στον βράχο «σαν ιδεόγραμμα τη μικρή Δέσποινα Θεοκτίστη» που λέγεται πλέον και «Παντοχαρά».

2 Νοεμβρίου σήμερα, γενέθλιος ημέρα του Οδυσσέα Ελύτη.

[Το κείμενο αυτό είναι παραλλαγή του άλλου που αναρτήθηκε στα περιοδικά Ιδιωτική Οδός και Παραθέματα Λόγου.]

------------------------------
[1] Φωτόδεντρο, «Περί Πολιτείας».
[2] Το Άξιον Εστί, «Η Γένεσις», 2ο απόσπασμα.
[3] Για τα τέσσερα στοιχεία βλ. συνέντευξη Ελύτη στο Guido Demoen, όπου μεταξύ άλλων ο ποιητής αναφέρεται στην αρχιτεκτονική των περιστεριώνων, στα τέσσερα «Ελ» του ονόματός του: Ελλάδα, Ελευθερία, Ελένη, Ελπίδα, στα τέσσερα αγκωνάρια του χαρακτήρα: Λογική, Ορθότητα, Συμμετρία, Αρμονία και, τέλος, στα τέσσερα χαρακτηριστικά του εξαιρετικού ανθρώπου: Αντρειά, Δικαιοσύνη, Ευθύνη, Σοφία.
[4] Το Φωτόδεντρο, «Θεοκτίστη».
[5] Το Άξιον Εστί, «Η Γένεσις», 2ο απόσπασμα.
[6] Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, «Κυριακή, 5β» με υπότιτλο «Το τέλος του Αλέξανδρου».
[7] Τα Ρω Του Έρωτα, «Τα τζιτζίκια».
[8] Το Φωτόδεντρο, «Των Βαΐων».
[9] Πρόλογος: Άγγελος Σικελιανός, μτφρ: Έλλη Λαμπρίδη, επίμετρο: Γ. Σημαιοφορίδης, εκδ. Άγρα 1988, σελ. 36.
[10] Ανακαλυπτήρια, «Eternal Sunshine».
[11] Το Φωτόδεντρο, «Ο κήπος του Ευωχείρ».
[12] Έξη και Μια Τύψεις Για Τον Ουρανό, «Καταγωγή του τοπίου ή Το τέλος του ελέους».
[13] Ημερολόγιο, «Τρίτη, 7».
[14] Δυτικά της Λύπης, «Ως Ενδυμίων».
[15] π. Παναγιώτης Καποδίστριας, Ανακαλυπτήρια, «Παροδικό».
[16] Το Φωτόδεντρο, «Θεοκτίστη».

 

Διαβάστε επίσης
ΑΡΘΡΑ
«Σημειώσεις για τον “Ιαγουάρο” του Αλέξανδρου Κοτζιά» της Βασιλικής Καϊσίδου

Ιαγουάρος: σαρκοφάγο θηλαστικό, το οποίο, από πολιτισμούς της Νοτίου Αμερικής θεωρούταν μια άγρια θεότητα, εκπρόσωπος δυνάμεων του πολέμου, της πανουργίας, της καταστροφής και της ανθρώπινης θυσίας. Ο τίτλος...

ΑΡΘΡΑ
«Ρόαλντ Νταλ: Ο μεγάλος φιλικός γίγαντας της παιδικής λογοτεχνίας» της Γεωργίας Γαλανοπούλου

Έγραφε σ’ ένα μικρό ξύλινο τροχόσπιτο , περικυκλωμένο με θάμνους και περικοκλάδες, στην πίσω μεριά του κήπου του στο Μίσεντεν, όπου και έζησε τα τελευταία τριάντα σχεδόν χρόνια της ζωής του. Το είχε αγοράσει...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr