Ο ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ της Αθηνάς Χατζή

Ο ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ της Αθηνάς Χατζή
In memoriam Professor Anthony Bulloch

Ο χρόνος που αναζητά ο Προυστ στο μνημειώδες, τόσο από πλευράς όγκου, όσο και από πλευράς περιεχομένου, αλλά και απήχησης στον κόσμο των γραμμάτων διεθνώς και διαχρονικά, ομότιτλο έργο του, δεν είναι παρά ο χρόνος της απώλειας. Και ο ομολογουμένως μακρός χρόνος που θα χρειαστεί να επενδύσει ο αναγνώστης στο έργο και την απόλαυσή του προκύπτει άμα τη ολοκληρώσει της αναγνωστικής εμπειρίας, με τα λόγια του συγγραφέα, Ξανακερδισμένος χρόνος.

Το επτάτομο (από τις Εκδόσεις Εστία πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά ο έκτος τόμος, ενώ ετοιμάζεται ο έβδομος και τελευταίος) έργο του Προυστ είναι μια εκτενής και κάποτε, τουλάχιστον στα μάτια του σύγχρονου αναγνώστη, σχοινοτενής ελεγεία σε ό,τι παρήλθε, όχι αναγκαστικά και όχι αποκλειστικά ως βιωμένος χρόνος, αλλά προπάντων ως ανάμνηση και αίσθηση του βιώματος, ως εικόνα χρόνου, θαμπή, θολή, ανομοιόμορφη, σαν παλιά φωτογραφία.

Από τη θρυλική (σε απόδοση Γιώργου Σεφέρη) εισαγωγική φράση του πρώτου τόμου «Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς», εγκαθίσταται χωρίς περιστροφές ο αναγνώστης σε ένα αυτοαναφορικό σύμπαν το οποίο αρχικά μοιάζει χαοτικό, αλλά η εξοικείωση με τους τρόπους του συγγραφέα που επιτυγχάνεται σχετικά νωρίς στον αναγνωστικό άθλο που συνιστά η ολοκλήρωση του Αναζητώντας το χαμένο χρόνο το καθιστά προσβάσιμο, απολύτως κατανοητό και εξαιρετικά γοητευτικό. Ο Προυστ συνθέτει ωδή στην παιδική ηλικία, στη νιότη, στα πρώτα σκιρτήματα, στις ηδονές του ουρανίσκου και αργότερα του σώματος εν γένει, και αποθεώνει τις αισθήσεις. Η εμπειρία του κόσμου είναι κατ' αρχάς και καταρχήν σωματική, τονίζει ο συγγραφέας-αφηγητής σε κάθε ευκαιρία – και οι ευκαιρίες είναι πολλές, καθώς ξετυλίγεται εμπρός μας ο βίος ενός ανθρώπου που τέρπεται από τη συναναστροφή, ακόμη και την πλέον φαινομενικά ανούσια, τη γνωριμία, τη συνομιλία, την επαφή με τους ανθρώπους. Τα επιμέρους επεισόδια, αρκετά επουσιώδη, παρατίθενται με γλαφυρότητα σε σύνδεση παρατακτική, τα μεγάλα δράματα δε διαχωρίζονται αξιολογικά από τις μικρές ατασθαλίες ή αταξίες. Ο συγγραφέας επιζητεί αγωνιωδώς και επιτυγχάνει τελικά να συνοψίσει την ουσία μιας ζωής που βρίσκει καταφύγιο σε χρόνους ανύποπτους και προκύπτει ως απόρροια συγχρωτισμών ενίοτε αταίριαστων.

Κι αν ένας άλλος μεγάλος είχε πει κάποτε ότι «το ποτέ και το πάντα είναι κουβέντες του Θεού» (Ν. Καζαντζάκης), ο Προυστ μάς λέει ότι δεν πειράζει να τις φέρνουμε στα ανθρώπινα μέτρα ενίοτε και ότι η πίστη στο πάντα είναι τελικά εκείνη που αίρει τη σκληρή κάθετη σκιά του ποτέ στις μικρές καθημερινότητές μας.

Στο επίκεντρο του Αναζητώντας το χαμένο χρόνο βρίσκεται η έννοια της απώλειας, που συνιστά θεμέλιο και άξονα του βιβλίου και της εξιστόρησης. Το κείμενο είναι ρέον και οι φάσεις της ζωής του συγγραφέα και πρωταγωνιστή, ηλικιακές και βιωματικές, διαδέχονται η μία την άλλη απρόσκοπτα, σε μία δαντελωτή συνέχεια που εξυφαίνεται με μαεστρία και χωρίς να χάνεται ο έλεγχος ενός εντυπωσιακού σε όγκο και εναλλαγές υλικού μέσα σε ένα πυκνό δάσος λέξεων. Υπάρχει μία φαινομενική αίσθηση ελαφρότητας. Ωστόσο, η χαρά σε κάθε της έκφραση θαμπώνεται από την ιδέα της απώλειάς της, που διαποτίζει το έργο από την αρχή ως το τέλος του. Μέσα από μία ακατάπαυστη, ορμητική αλληλουχία λέξεων, ο Μαρσέλ Προυστ προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το αναπόδραστο. Ο θάνατος κατέχει κεντρική θέση στο έργο, ενώ ο έκτος τόμος δεν είναι παρά η απόπειρα παραδοχής της απώλειας της Αλμπερτίν, αγαπημένης του συγγραφέα, της γυναίκας που, ακολουθώντας την παράδοση των αδιέξοδων ερώτων του κλασικού μυθιστορήματος, μόνο όταν χάνει, αντιλαμβάνεται πόσο μοναδική υπήρξε για κείνον μέσα στην καλειδοσκοπική απόδοση των ουκ ολίγων ερωτικών σκιρτημάτων του.

Για όσους βιώνουν την απώλεια, για όλες τις απώλειες που βίωσε ο αναγνώστης ή που καραδοκούν, το Αναζητώντας το χαμένο χρόνο καθίσταται πηγή παραμυθίας, μέσα από τη διαρκή υπόμνηση της ματαιότητας των πρόσκαιρων απολαύσεων που και αυτές ακόμη επιστρατεύονται ως μηχανισμοί υπόμνησης θανάτου. Η υπόμνηση όμως δεν προκαλεί ζόφο, τρόμο, συντριβή κατά τον τρόπο της βυζαντινής ζωγραφικής. Το κλειδί για την κατανόηση της θέσης που επέχει το οριστικόν στο έργο του Προυστ είναι η ιδέα του νόστου, η οποία άλλωστε κυριαρχεί εξαρχής. Επιδιώκεται η επιστροφή στην αθωότητα της παιδικότητας, όταν όλα είναι ακόμη ακέραια. Την παιδική ματιά υιοθετεί ο συγγραφέας και στην περιγραφή σπαρταριστών επεισοδίων ενήλικου βίου που γέμουν δόλου, σκοπιμότητας, φαυλότητας και άλλων διόλου αθώων πτυχών του ανθρώπου. Ο χρόνος ως μνήμη και ο χώρος ως το προσωπικό τοπίο που, ακόμη κι αν δεν ταυτίζεται με τον όντως όντα τόπο, είναι εξέχουσας σημασίας για την αναμόχλευση όχι μόνο του στιγμιότυπου αλλά κυρίως του συνεπαγόμενου συναισθήματος.

Στο τέλος έρχεται η συμφιλίωση. Αφού συμπληρώσει έναν πλήρη κύκλο, εξερευνώντας τις δυνατές υποστάσεις του χρόνου στον χώρο της μνήμης, ο συγγραφέας-αφηγητής παραδέχεται τη φθορά, την οποία λες και προσπαθεί να ξορκίσει στους προηγηθέντες έξι τόμους. Ο χρόνος δεν ξανακερδίζεται, φευ, όπως φιλόδοξα δηλώνει ο τίτλος του έβδομου και έσχατου τόμου. Συμβαίνει όμως κάτι καλύτερο, όπως περιγράφει την εμπειρία ζωής του ο Προυστ: ο άνθρωπος στην ωριμότητα (οφείλει να) συμφιλιώνεται με τον χρόνο του, τον μακρό χρόνο που έζησε και τον βραχύτερο –αλίμονο– που απομένει. Συμφιλιώνεται με το ανικανοποίητο που τον οδήγησε στην επιδίωξη της ηδονής, συμφιλιώνεται με τη φθορά όπως αποτυπώνεται σε οικεία πρόσωπα, συμφιλιώνεται με την ηρεμία που ακολουθεί μια ορμητική νιότη που επέτασσε την κατάκτηση.

Έτσι μας παραδίδει ένα μέγιστο μάθημα διαχείρισης της απώλειας, χωρίς να γίνεται διδακτικός και χωρίς να ακυρώνει τη χαρά του πρόσκαιρου. Ποτέ δεν ξεπερνιέται. Ποτέ δεν ξεχνιέται. Γίνεται όμως κάποτε εντός μας η παραδοχή του «ποτέ ξανά». Κι αν ένας άλλος μεγάλος είχε πει κάποτε ότι «το ποτέ και το πάντα είναι κουβέντες του Θεού» (Ν. Καζαντζάκης), ο Προυστ μάς λέει ότι δεν πειράζει να τις φέρνουμε στα ανθρώπινα μέτρα ενίοτε και ότι η πίστη στο πάντα είναι τελικά εκείνη που αίρει τη σκληρή κάθετη σκιά του ποτέ στις μικρές καθημερινότητές μας.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΑΡΘΡΑ
«Ο Χανς Φάλαντα και η κοινωνία του Βερολίνου» της Ιωάννας Αβραμίδου

Τα πολιτικά γεγονότα που συντάραξαν τη Γερμανία τη δεκαετία του είκοσι, γνωστή και ως περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, και η αποτυχία της σοσιαλιστικής επανάστασης του Νοέμβρη του 1918 μετά το...

ΑΡΘΡΑ
«Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ο ταπεινός των ταπεινών» της Νίκης Σαλπαδήμου

Ο Παύλος Νιρβάνας θυμάται τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη την περίοδο 1899-1902 που δούλεψε μαζί του στο Άστυ. Γράφει ο Νιρβάνας: «Μου μένει εντυπωμένη η πρώτη φορά, που είχε έρθει ν’ αναλάβει υπηρεσία στο...

ΑΡΘΡΑ
«Ο έρωτας και η ελληνική γλώσσα στους "Αθλίους" του Ουγκό» του Φάνη Κωστόπουλου

Αυτή τη φορά δεν θα μιλήσω για την πόλη του Παρισιού, αλλά για δυο παλιές Παριζιάνες. Δεν έχει σημασία αν είναι δημιουργήματα ιδιοφυούς φαντασίας. Σημασία έχει πόσο διαφορετικές είναι αυτές οι...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER