A+ A A-

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: ΜΙΑ ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: ΜΙΑ ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ του Χρήστου Αντωνίου

Ο Ρίτσος, όπως είναι γνωστό, ευθύς εξαρχής συνέδεσε ρητά και σταθερά τον εαυτό του και την ποίησή του με το όραμα της κομμουνιστικής επανάστασης, με το ιδανικό της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Κι αυτό είναι το πρώτο που πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας, όταν προσπαθούμε να προσεγγίσουμε την ποίησή του, όπως π.χ. εκ των πραγμάτων υπολογίζουμε για τον Κάλβο την Ελληνική Επανάσταση και για τον Καβάφη την Αλεξάνδρεια.

Εντάχθηκε στο Κ.Κ.Ε. κι έμεινε εκεί σταθερά μέχρι το τέλος της ζωής του. Αυτή η «στράτευσή» του είχε γι' αυτόν τις γνωστές συνέπειες. Από το 1948, από την εποχή δηλαδή του εμφύλιου σπαραγμού, μέχρι και τα χρόνια της απριλιανής δικτατορίας, ο ποιητής της Ρωμιοσύνης εξορίζεται για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα σε διάφορους ελληνικούς τόπους: στο Κοντοπούλι της Λήμνου, στη Μακρόνησο, στον Αϊ-Στράτη, στη Γυάρο, στο Παρθένι της Λέρου, πάλι για λίγο στη Γυάρο και τελικά το 1968 τίθεται σε κατ' οίκον περιορισμό στο Καρλόβασι της Σάμου. Ζει όλον αυτό τον καιρό μέσα στη στέρηση και τον εξολοθρεμό, άρρωστος, μοναχικός. Θα γράψει αργότερα στις «Πέτρες, επαναλήψεις, κιγκλίδωμα», 1972:

Μόνες περγαμηνές μας: τρεις λέξεις: Μακρόνησος, Γυάρος και Λέρος.
Κι αν αδέξιοι
μια μέρα σας φανούν οι στίχοι μας, θυμηθείτε μονάχα πως γραφτήκαν
κάτω από τη μύτη των φρουρών, και με τη λόγχη πάντα στο πλευρό μας. [1]

Και δεν εξορίστηκε μόνο από τις εκάστοτε κρατικές εξουσίες, αλλά «εξορίστηκε» και λοιδορήθηκε από λογοτέχνες και κριτικούς της ίδιας της γενιάς του, της λεγόμενης γενιάς του '30, και όχι μόνο. Κυριολεκτικά κακοποιήθηκε κυρίως από τους αστούς κριτικούς, τους κριτικούς που στον χώρο της λογοτεχνίας εκπροσωπούσαν την κυρίαρχη τότε ιδεολογία του Κράτους. Είναι εκείνη η ιδεολογία που είχε ως ακραία χρονικά όρια το 1929 (Ιδιώνυμο) και την 4η Αυγούστου του 1936. Το μέχρι τότε έργο του κρίθηκε, προεξάρχοντος του διευθυντή του περιοδικού Νέα Γράμματα, Ανδρέα Καραντώνη, με καθαρά ιδεολογικά κριτήρια. Η αριστερή τοποθέτηση του Ρίτσου αρκούσε να ξεσηκώσει όλο το μένος, το πάθος του εν λόγω κριτικού και, κυριολεκτικά, να φτάσει μέχρι την πλήρη άρνησή του ως ποιητή και ουσιαστικά στην καθύβρισή του. Στα 1947 έγραφε:

«Κι αν ακόμη γράφουνε μερικοί και τυπώνουνε τους στίχους τους στον Ριζοσπάστη, είναι γιατί γεμίσανε την άδεια τους ψυχή με μπουρμπουλήθρες ποιητικοπολιτικής αθλιότητας σαν κι αυτές που τις υπογράφει καμαρωτά ο πτωχοπρόδρομος του Κ.Κ. Γιάννης Ρίτσος». [2]

Πρόσχημα του Καραντώνη, ευθύς εξαρχής, για την τόσο κακή κριτική του ήταν ο «καρυωτακισμός» του Ρίτσου κι ο «βερμπαλισμός» του. Και δεν πτοήθηκε ούτε και όταν ο πατριάρχης της ελληνικής ποίησης του πρώτου μισού του 20ού αι., Κωστής Παλαμάς, δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα το γνωστό πλέον ποίημά του αφιερωμένο στον Ρίτσο:

Το ποίημά σου το πικρό, το ζουν ιχώρ κι αιθέρας,
καθάριος όρθρος της αυγής, μηνάει το φως της μέρας.
Σε μια φρικίαση τραγική χαμογελάει μιας πλάσης
ρυθμός. Παραμερίζουμε, ποιητή, για να περάσης.

Το γεγονός μάλιστα ότι ο Παλαμάς έδωσε το «δαχτυλίδι» του, όχι στον Σεφέρη ή τον Ελύτη, οι οποίοι ανήκαν στον κύκλο του περιοδικού του και τους οποίους ενδιαφερόταν ο διευθυντής του περιοδικού να αναδείξει, αλλά στον Ρίτσο, ίσως να τον ανησύχησε και τον οδήγησε σε νέες επικρίσεις. Πέρα όμως απ' όλ' αυτά, εκείνο που ενόχλησε περισσότερο τον Καραντώνη ήταν η αριστερή τοποθέτηση του Ρίτσου. Αργότερα μόνο, μετά τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος», στα 1958, θα επανεκτιμήσει την ποίησή του και θα μιλήσει θετικά, αν και όχι χωρίς επιφυλάξεις. Πολύ αργότερα, στα 1977, θα γράψει ο Ρίτσος:

Όμως αυτό που δε μου το συχωρέσανε ποτές οι στέρφοι οι φθονεροί κ' ανίδεοι
κ' εκείνοι οι δόλιοι φραγκοφτιασιδωμένοι τελειόφοιτοι Σχολών Φιλελλήνων
διπλωματούχοι της Σορβόννης του Καίμπριτζ του Χάρβαρντ
και κόμπαζαν και μου σφεντόνιζαν πέτρες
και λέγαν πως δεν έχω ιδεαν απ' το ξ υ ν ό ν καιτο ε ν ό ν του Ηρακλείτου
και μ' ακοντίζανε οι νωθροί τις κατηγόριες του κομπογιαννίτη και του πολυγράφου
κι από κοντά τους σεγκοντάριζαν γαυγίζοντας τα σκυλιά της Ασφάλειας

όμως εγώ χαμογελούσα κ' έκρυβα κάτω από το κρεββάτι μου τις εννιά μου χιλιάδες περιστέρια
έρριχνα καθαρό ζεστό νερό στην πήλινη λεκάνη
γονάτιζα στο χώμα
κι έπλενα στοργικά τα πόδια των εκτελεσμένων [3]

Αν στα παραπάνω μίλησα αποκλειστικά για τον Καραντώνη, είναι γιατί τήρησε πολύ εχθρική στάση απέναντί του κι η κριτική του έγινε καθαρή κατάκριση. Όμως από τον χώρο της αστικής κριτικής υπήρξαν και άνθρωποι που μίλησαν θετικά για την ποίηση του Ρίτσου, όπως για παράδειγμα ο Κλέων Παράσχος και ο Άρης Δικταίος.

Το αξιοπερίεργο όμως είναι ότι ο Ρίτσος δέχεται χτυπήματα και από τα αριστερά, από τους συντρόφους του (Αλεξάνδρα Αλαφούζου, Νίκος Καρβούνης), οι οποίοι πολλές φορές τον κατηγορούν ότι στα ποιήματά του δεν ευθυγραμμίζεται πάντα με τα αιτήματα της ταξικής πάλης και ότι έκανε παραχωρήσεις προς την αστική διανόηση. Η αστική λοιπόν κριτική τον κατηγορούσε για το ιδεολογικό περιεχόμενο της ποίησής του, ενώ η αριστερή ακριβώς για το αντίθετο, ότι δηλαδή δεν έχει καθαρά και ξάστερα τέτοιο περιεχόμενο. Κατέκριναν με άλλα λόγια τα ποιήματά του, γιατί η θεματολογία τους σε πολλές περιπτώσεις είχε μεταφυσικό χαρακτήρα. Και ο Ρίτσος αργότερα θα μιλήσει για:

κείνη τη δαχτυλογραφημένη απόφαση της παράνομης κομματικής συνεδρίασης όπου
με αδελφική φροντίδα διατύπωναν το παράπονο οι σύντροφοι
ότι τα νέα ποιήματά μου διανθίζονται από κάποιες τάσεις μεταφυσικής
κ' εγώ απαντούσα με πολύ μεταφυσικότερα ποιήματα ενός πολύ βαθύτερου ρεαλισμού [4]

Αργότερα, κι άλλοι κριτικοί της Αριστεράς δε θα βρουν πολλά θετικά λόγια να πουν για τον Ρίτσο για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, αλλά ακόμα και ο επίσημος κριτικός της Αριστεράς, ο Μάρκος Αυγέρης, κρίνοντας τον ιδεολογικό χαρακτήρα των ποιημάτων του Ρίτσου, δεν τον βρίσκει ορθό. [5]

Λίγοι είναι αυτοί που μίλησαν καθαρά υπέρ του Ρίτσου, ενώ μια αμφιθυμία χαρακτηρίζει λιγότερο ή περισσότερο τους πιο πολλούς κριτικούς, τόσο τους αστούς, όσο και τους αριστερούς. Η λίστα των κριτικών της μιας και της άλλης πλευράς θα μπορούσε να συμπεριλάβει μια πληθώρα ονομάτων, ιδίως αν επεκτείνουμε τον χρόνο άσκησης αυτής της κριτικής μέχρι και τη δεκαετία του '60. Σ' όλα αυτά τα χρόνια βέβαια ο Ρίτσος υπομένει εξορίες, κακουχίες, αρρώστιες, αδικίες, χωρίς να μεμψιμοιρεί. Βιώνει έναν κοινωνικό αποκλεισμό και μοναδικό του καταφύγιο, τελείως αντικαρυωτακικά, έχει την τέχνη, την ποίηση, η οποία τον λυτρώνει και τον παραμυθεί. Ευαίσθητος, γενναίος, ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ και ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ.

Το έργο του πλέον σήμερα είναι στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και πολύ παραπέρα, καταξιωμένο. Η φωνή του Λουί Αραγκόν, του Νερούντα και των νεότερων κριτικών του, ιδίως μετά τη Μεταπολίτευση, με φόντο τη μελοποιημένη ποίησή του από τον Μίκη Θεοδωράκη, τον έχουν αναδείξει ως έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές του ελληνισμού του 20ού αι. και οπωσδήποτε ισοδύναμο με τους δυο άλλους μεγάλους ποιητές της γενιάς του, τον Σεφέρη και τον Ελύτη. Κάποιος σύγχρονος κριτικός είπε ότι είναι ο μεγαλύτερος. [6]

Όσον αφορά τα όσα του καταμαρτυρούσαν οι δύο πλευρές των κριτικών, η αλήθεια είναι ότι ο Ρίτσος ανήκε πάντοτε στο χώρο της Αριστεράς και ήταν πάντοτε πιστός στο κόμμα, αλλά δίπλα στη ρεαλιστικά σοσιαλιστική του αντίληψη για τη ζωή και την ποίηση υπήρχε και η ιδεαλιστική-μεταφυσική του ενόραση. Και οι δύο του πλευρές συναιρούνταν μέσα στη μεγάλη αγάπη του για τον λαό, μέσα στον βαθύ ανθρωπισμό του. Ποτέ του δεν υποχώρησε απ' αυτή τη θέση του, τη διπλή ποιητική του ιδιοσυγκρασία, προσπαθώντας πάντοτε να λειτουργεί εξισορροπιστικά.

Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη
την είπαν ο έρωτας και η επανάσταση.
Όλη σου τη σιωπή την είπε η ποίηση [7]

θα γράψει στην τελευταία του συλλογή: «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα», που πρέπει, νομίζω, να διαβαστεί κάτω απ' αυτό το πρίσμα. Θα μπορούσα μάλιστα να υποδείξω αρκετά ποιήματά της στα οποία ο πολύ ώριμος Ρίτσος ομολογεί ότι στη ζωή του και στην ποίησή του ζήτησε να υπηρετήσει σταθερά την ιδεολογία του χωρίς όμως να απομακρυνθεί από την ιδεαλιστική-μεταφυσική ενόραση των πραγμάτων. Π.χ. το ποίημα: «Ο επαναστάτης»:

Άνθρωποι, δήθεν ανιδιοτελείς, ζητούσαν να τον προστατεύσουν
(προστατευμένοι οι ίδιοι απ' τα' όνομά του). Μην κάνεις
ετούτο ή τ' άλλο – του 'λεγαν, μη δίνεις στόχο,
μη λύνεις τα κορδόνια σου ή τη ζώνη σου μπροστά τους,
μη γίνεσαι θύμα κάθε τόσο της ειλικρίνειάς σου. Εκείνος
τους χαμογέλαγε συγκατανευτικά κι έπαιρνε με τα δυο του δάχτυλα μόνον
ένα ένα τα «μη» τους και τα πέταγε μες στο δοχείο απορριμμάτων
μαζί με τα ρούχα του. Κι έτσι γυμνός, ωραίος, επαναστάτης,
φορώντας μονάχα τα τρύπια του (απ' τις πολλές ορειβασίες) παπούτσια,
πέρασε κάτω απ' τις ζητωκραυγές και τις κατάρες
και χάθηκε γαλήνιος μέσα στην αθανασία. [8]

Το υποκείμενο του ποιήματος, ο επαναστάτης, που εδώ ταυτίζεται ασφαλώς με τον ποιητή, από τη μια υπομένει τις κατάρες των γνωστών ιδεολογικών αντιπάλων του κι απ' την άλλη αντιμετωπίζει τις φορτικές παραινέσεις ανθρώπων της παράταξής του, οι οποίοι επιχειρούσαν να τον χειραγωγήσουν.

Στο ποίημα «Αποκατάσταση» φαίνονται πάλι όσα συναιρούσε μέσα του, η απεραντοσύνη του, που δε χωρούσε σε κανένα σχήμα, η απεριόριστη αγάπη του για τη ζωή και τους ανθρώπους, η εργατικότητά του, η μοναχική του πορεία ανάμεσα στα διεστώτα της εποχής του. Παραθέτω αποσπασματικά:

Δεν αγαπούσε διόλου τα πουλιά, τα λουλούδια, τα δέντρα
που γίναν σύμβολα ιδεών, χρησιμοποιούμενα εξίσου
από εντελώς αντίθετες παρατάξεις. Αυτός προσπαθούσε
να τα επαναφέρει στη φυσική τους υπόσταση. Τα περιστέρια, π.χ.,
όχι συνθήματα ποικίλων συνεδρίων, αλλά πουλιά
ωραία, ερωτικά, βαρυπερπάτητα, που όλο φιλιούνται
στόμα με στόμα στην αυλή και μου γεμίζουν τα πλακάκια
με κουτσουλιές και πούπουλα (μ' αρέσουν έτσι) (...)
Κι εγώ είπε –
καθόλου μύθος, ήρωας ή θεός, μα απλός εργάτης
όπως εσύ κι εσύ και ο άλλος – προλετάριος της τέχνης
ερωτευμένος πάντα με τα δέντρα, τα πουλιά, τα ζώα και τους ανθρώπους (...)
ένας εργάτης που γράφει, γράφει ακατάπαυστα για όλους και για όλα
και τ' όνομά του σύντομο κι ευκολοπρόφερτο: Γιάννης Ρίτσος. [9]

Και επειδή αυτό το μικρό άρθρο γράφτηκε για να τιμήσουμε άλλη μια φορά τη μνήμη του με την ευκαιρία της 23ης επετείου του θανάτου του, θα ήθελα να παραθέσω το «Επιλογικό», από την ίδια συλλογή, στο οποίο πράγματι, εν είδει επιλόγου, μας λέει να τον θυμόμαστε αλλά και τον ιδιαίτερο λόγο για τον οποίο θ' άξιζε να τον θυμόμαστε.

Να με θυμόσαστε – είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. Την ομορφιά
ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.
Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ' ένα κρινάκι του αγρού
τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε.
και συχωράτε μου αυτή την τελευταία θλίψη: Θα 'θελα
ακόμη μια φορά με το λεπτό δρεπανάκι του φεγγαριού να θερίσω
ένα ώριμο στάχυ. Να σταθώ στο κατώφλι, να κοιτάω
και να μασώ σπυρί σπυρί το στάρι με τα μπροστινά μου δόντια
θαυμάζοντας κι Εκείνον που ανεβαίνει το λόφο στο πάγχρυσο λιόγερμα. Δέστε:
Στο αριστερό μανίκι του έχει ένα πορφυρό τετράγωνο μπάλωμα. Αυτό
δεν διακρίνεται καθαρά. Κι ήθελα αυτό προπάντων να σας δείξω.
Κι ίσως γι' αυτό προπάντων θ' άξιζε να με θυμάστε. [10]

Σ' αυτό το ποίημα ξεδιπλώνονται: ο αγώνας του, οι ταλαιπωρίες του, οι πάσης φύσεως στερήσεις του, η δικαιοσύνη του, η αγάπη του για τον λαό, η αγάπη του για τη ζωή, η θλίψη του μπροστά στον θάνατο καθώς και η αυτοεκτίμησή του εξαιτίας όσων αναφέρει μέσα στο ποίημα και που δείχνουν τον αγωνιστικό ανθρωπισμό του. Για όλ' αυτά ζητάει να τον θυμόμαστε, αλλά στο τέλος του ποιήματος φανερώνει και τον ειδικότερο λόγο για τον οποίο θα ήθελε και που θ' άξιζε να τον θυμόμαστε. Αυτό το «πορφυρό τετράγωνο μπάλωμα» «στο αριστερό του μανίκι», μολονότι είναι «πορφυρό και τετράγωνο», που μπορεί να σημαίνει έντονο και ξεκάθαρο, γίνεται δυσδιάκριτο μέσα «στο πάγχρυσο λιόγερμα» της ανάληψής του. Όμως αυτό προπάντων θέλει να μας δείξει κι ίσως γι' αυτό προπάντων θ' άξιζε να τον θυμόμαστε, δηλαδή για την αριστερή του ιδεολογία, μέσα βέβαια στον βαθύ ανθρωπισμό του.

Σημειώσεις

1. «Πέτρες, επαναλήψεις, κιγκλίδωμα», 1972.
2. Το απόσπασμα το δανείζομαι από τη συστηματική μελέτη της Χριστίνας Ντουνιά: «Ο Γιάννης Ρίτσος και η κριτική», στον Τόμο του Διεθνούς Συνεδρίου με θέμα Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, που οργάνωσε το Μουσείο Μπενάκη, εκδ. Κέδρος, σ. 231.
3. «Το τερατώδες αριστούργημα», στον έβδομο τόμο των ποιημάτων, σ. 397-398.
4. Ό.π., σ. 372.
5. Βλ. Χριστίνα Ντουνιά, ό.π., σ. 232. Το κριτικό σημείωμα του Μάρκου Αυγέρη «Γιάννη Ρίτσου, Αγρύπνια», δημοσιεύτηκε στην εφ. Αυγή το 1954 και σήμερα είναι σταχυολογημένο στον τόμο Εισαγωγή στην ποίηση του Ρίτσου – Επιλογή κριτικών κειμένων, επιμέλεια Δημήτρη Κόκορη (Πανεπιστημονικές Εκδόσεις Κρήτης), 2009.
6. Μιχάλης Μερακλής, «Δάσκαλος της ολοκληρωμένης ζωής», στον τόμο: Γιάννης Ρίτσος, Πάντα παρών στο κάλεσμα της εποχής (Επιστημονικό Συνέδριο), εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2011, σ. 139. Για την ιδεαλιστική-μεταφυσική πλευρά της ποίησής του βλ. του ίδιου κριτικού «Η μια και η άλλη εμμονή του Γιάννη Ρίτσου» στον Τόμο Δ.Σ. Μουσείου Μπενάκη, σ. 211-220. Παρ' όλ' αυτά, σε αρκετούς ακόμα και σήμερα υπάρχει μια προκατάληψη για την ποίηση του Ρίτσου, που οφείλεται μάλλον στις πολιτικές εμμονές τους και σε παραπληροφόρηση, παρά σε ουσιαστικές αξιολογήσεις. (βλ. π.χ. Γιώργου Μιχαηλίδη, «Σκέψεις σε κατάσταση πνευματικού στραβισμού», The books' journal, τεύχ. 37 (Σεπτ. 2013). Ο Μιχαηλίδης στο άρθρο του καταδεικνύει τον πνευματικό στραβισμό ενός «διανοούμενου», που χαρακτήρισε τον Ρίτσο δειλό κομφορμιστή!
7. Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, εκδ. Κέδρος, σ. 23.
8. Ό.π., σ. 73.
9. Ό.π., σ. 113-115.
10. Ό.π., σ. 93-94. 

 

 

Διαβάστε επίσης
ΑΡΘΡΑ
ΦΟΒΑΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΠΟΙΗΣΗ;

του Ηλία Κεφάλα   Ο φόβος ως άμεση αντίδραση ή ως παγιωμένη συναισθηματική εμπειρία είναι αποτέλεσμα, λένε οι ειδικοί επιστήμονες, της διέγερσης ενός αμυντικού συστήματος με το οποίο είναι προικισμένος...

ΑΡΘΡΑ
RILKE – ΠΑΛΑΜΑΣ: ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ Ή ΔΙΑΙΣΘΗΣΗ;

της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου   Με χρονικό δείκτη 28.1.1924 έχει καταχωριστεί στο «Επίμετρο» της Ξανατονισμένης Μουσικής, δηλαδή, της συγκεντρωτικής παρουσίασης των μεταφράσεων του Κωστή Παλαμά, έτσι όπως αυτές συμπεριελήφθησαν στα Άπαντά του, η μετάφραση των εννέα πρώτων στίχων (έντεκα στο δικό του μεταφρασμένο κείμενο) από το...

ΑΡΘΡΑ
ΖΩΗ ΚΑΙ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

του Γιώργου Μπλάνα Σήμερα πια, μετά το περίφημο άνοιγμα των λαών της Σοβιετικής Ένωσης στην αστική δημοκρατία της επιλεγόμενης «Δύσης», είμαστε σίγουροι πως το δόγμα του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού δεν κατάφερε επί ογδόντα χρόνια να...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr