A+ A A-

ΚΑΒΑΦΙΚΟΙ ΕΟΡΤΑΣΜΟΙ 2013

ΚΑΒΑΦΙΚΟΙ ΕΟΡΤΑΣΜΟΙ 2013της Ανθούλας Δανιήλ

 

Το έτος 2013 είναι το έτος που ο λογοτεχνικός κόσμος τιμά τον μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη. Ο Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 29 Απριλίου του 1863 από τον πλούσιο έμπορο πολύτιμων λίθων Πέτρο Ιωάννη Καβάφη και τη Xαρίκλεια, θυγατέρα του Γεωργάκη Φωτιάδη, επιφανούς Κωνσταντινουπολίτη. Ήταν ο μικρότερος από τα εννέα αδέλφια και τούτο σημαίνει πως αφού είδε να πεθαίνει πρώτα ο πατέρας του κι έπειτα η μητέρα του, στη συνέχεια έχασε ένα ένα τα αδέλφια του, άλλους συγγενείς και φίλους, για να απομείνει τελικά μόνος.

Οι οικονομικές περιπέτειες που έπληξαν την οικογένεια είχαν ως συνέπεια πολλά ταξίδια στο εξωτερικό. Η τεθλασμένη των πολλαπλών μετακινήσεων αρχίζει από την Αλεξάνδρεια για να πάει στο Λίβερπουλ, στο Λονδίνο, στην Αίγυπτο, πάλι στο Λίβερπουλ, πάλι στην Αλεξάνδρεια, έπειτα στην Κωνσταντινούπολη και πάλι, οριστικά πια, το 1885, στην Αλεξάνδρεια. Στα 1907 εγκαταστάθηκε στο σπίτι της οδού Λέψιους, αρ. 10, όπου έμεινε μέχρι τον θάνατό του, το 1933. Σ’ αυτό το σπίτι, που σήμερα είναι μουσείο, δέχτηκε τον E. M. Φόρστερ, που τον παρουσίασε στο αγγλόφωνο κοινό, τον Ιταλό φουτουριστή Μαρινέτι, τον Αndre Mourois, τον Νίκο Καζαντζάκη, τον Κώστα Ουράνη, τη Μυρτιώτισσα. Ασχολήθηκε με πολλά πράγματα, κατέληξε υπάλληλος στην Εταιρεία Αρδεύσεων, όπου παρέμεινε τριάντα χρόνια.

Το 1930 άρχισαν οι ενοχλήσεις στον λάρυγγα που εξελίχθηκαν σε καρκίνο. Η φωνή του κόπηκε εννέα μήνες προτού πεθάνει –με μια εκπληκτική συνέπεια της τύχης– την ημέρα των γενεθλίων του, στις 29 Απριλίου του 1933.

Ο Καβάφης ανήκει στη γενιά του Παλαμά, η ποίησή του όμως δεν έχει καμιά σχέση με την παλαμική. Γιατί ο Καβάφης από άποψη εκφραστικών μέσων κρατούσε την άλλη άκρη του νήματος. Ο Παλαμάς αγωνίζεται για τη δημοτική γλώσσα, ο Καβάφης, με τις φαναριώτικες καταβολές του, στρέφεται προς τους Φαναριώτες και την καθαρεύουσα. Εκεί που ο Παλαμάς αισιοδοξεί, ο Καβάφης απαισιοδοξεί. Ο Παλαμάς είναι λυρικός ο Καβάφης αντιλυρικός. Κι όσον αφορά το ψευδοϊστορικό πλαίσιο της ποίησής του, κάποιοι εντυπωσιάστηκαν, άλλοι διαφώνησαν.

Ο Παλαμάς π.χ. το 1921 τον είχε αποκαλέσει «ποιητή ομολογημένης πρωτοτυπίας», μάλλον αρνητικά, εφόσον και στα 1926 δηλώνει αναλυτικότερα: «Μα για ποιητής;… Δεν ξέρω, ίσως κάνω λάθος […] Μάλλον για ρεπορτάζ μοιάζουν τα γραφτά του, λες και φροντίζει να μας δώσει ρεπορτάζ από τους αιώνες […] Μα ας είμαστε δίκαιοι… Είναι μερικά από τα σημειώματά του αυτά που πάν’ να μοιάσουν σκίτσα ιδεών, που πρόκειται να γίνουν καλά τραγούδια μα που ο εργάτης των τ’ αφήνει μόνο σχέδια…»[1].

Ο Καζαντζάκης αντιθέτως ήταν επαινετικός: «η φωνή του είναι γεμάτη ακκισμούς και χρώμα – και χαίρουμαι με τέτοια φωνή να διατυπώνεται η πονηρή, όλο κοκεταρία, βαμμένη, στολισμένη γραία αμαρτωλή ψυχή του»[2]. Όσο για τον Καβάφη, με τη σειρά του, χαρακτήριζε τους ποιητές της Αθήνας «ρομαντικούς», απαξιωτικά βεβαίως.

Η ιδιαιτερότητα της ποίησής του που ξένισε την Αθήνα, αυτή η ίδια ήταν και στοιχείο της γοητείας της. Η παρέκκλιση από τη νόρμα των εκφραστικών μέσων, η ομοιοκαταληξία, που άλλοτε παίζει κι άλλοτε ειρωνεύεται, το χαλαρό ιαμβικό μέτρο, η στίξη, οι παύσεις, ακόμα και η τυπογραφική εμφάνιση των κειμένων, όλα μπαίνουν στο στόχαστρο της κριτικής. Ωστόσο, παρά τους ενδοιασμούς της αθηναϊκής ποιητικής πραγματικότητας, το άστρο του Καβάφη έμελλε να λάμψει και να επισκιάσει σχεδόν τους πάντες. Και ό,τι ξένισε το αθηναϊκό κοινό, πριν από εκατό χρόνια, αυτό το ίδιο θα το γοήτευε αργότερα ώστε σήμερα, εκατό χρόνια μετά, να μιλάμε για το φαινόμενο Καβάφη, του οποίου η παγκόσμια αναγνώριση είναι τόσο μεγάλη, ώστε πολλοί να τον θεωρούν τον ποιητή του 20ού αιώνα ή τον Έλληνα Τ. Σ. Έλιοτ.

Στα συχνά ταξίδια του στην Αθήνα γνωρίστηκε με επιφανείς Έλληνες του λογοτεχνικού χώρου· η γνωριμία του με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, το 1901, κατέληξε σε μια μνημειώδη παρουσίασή του στα Παναθήναια, το 1903, με τίτλο «Ένας ποιητής». Ένα άρθρο που δίχασε την πνευματική Αθήνα, όσον αφορά την αξία του έργου του ποιητή.          

Εκτός από τον Ξενόπουλο επαινετικός ήταν ο Τέλλος Άγρας το 1921 και ο Άλκης Θρύλος το 1924, αργότερα ο Γιώργος Σεφέρης και πολλοί άλλοι. Σήμερα το έργο του Καβάφη έχει μελετηθεί από όλες τις απόψεις: πολιτική, ιστορική, διδακτική, ερωτική, χωρίς ποτέ να εξαντληθεί. Σύμφωνα με τον χωρισμό που ο ίδιος ο Καβάφης υπέδειξε, τα ποιήματά του χωρίζονται σε φιλοσοφικά, ιστορικά και αισθησιακά. Πολλές φορές όμως αυτές οι τρεις κατηγορίες διαπλέκονται. Και τα πρόσωπα της ποίησής του, έστω κι αν αναδύονται από τις σελίδες της Ιστορίας, φαντάζουν σύγχρονα, που βιώνουν δραματικά την καθημερινή ανθρώπινη περιπέτεια, την πτώση και την αποτυχία. Ή αλλιώς, η Ιστορία παρέχει προσωπείο στη σύγχρονη πραγματικότητα.

Στα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της καβαφικής έκφρασης ανήκει η θεατρική τεχνική, που ζωντανεύει τα πρόσωπα της Ιστορίας ή μυθοποιεί τα πρόσωπα της καθημερινής ζωής. Απαραίτητο ντεκόρ η Αλεξάνδρεια, η οποία με την οικονομική και πνευματική της άνθηση, το ιστορικό παρελθόν της και το κοσμοπολιτικό παρόν της, του παρέχει το απαραίτητο ντεκόρ για να αναστήσει τους ήρωές του, για λίγο, στη σκηνή του θεάτρου. Όμως πίσω, στα παρασκήνια, ο ποιητής, σκηνοθέτης, θεατρώνης, με την πολιτική οξυδέρκειά του και μέσα από την προοπτική του χρόνου, έχει την ευκαιρία να εννοήσει τη δική του μοίρα και να καταλάβει την αλλαγή του κόσμου. Και η ιστορική μοίρα αποδεικνύεται σαρωτική. Μέσα από αυτό το πρίσμα ο Καβάφης αναδεικνύει την πτυχή εκείνη της προσωπικότητάς του, που σχετίζεται με το έθνος, την προγονική δόξα και την απώλεια.

Στην προγονική δόξα ανήκει και το κεφάλαιο «γλώσσα». Η γλώσσα, η ελληνική, που έγινε ο φορέας της φήμης και έδωσε συνοχή στον κόσμο. Αυτή η γλώσσα είναι ένα από τα μεγάλα ατού της ποίησής του· ιδιάζουσα, μείγμα καθαρεύουσας και δημοτικής, πεζολογική και ρεαλιστική, με ιδιωματισμούς του περιφερειακού ελληνισμού: «Θα ήταν αστείο να θαρρούμε ότι πρέπει να φυλάγουμε την ζωντανή ελληνική γλώσσα κλεισμένη μες στα βιβλία μονάχα, σαν μες σε παλάτι ή φυλακή… Εμείς τώρα επιστρέφοντες στη δημοτική γλώσσα είμεθα προσκυνηταί, προσκυνηταί ευλαβείς και συγκινημένοι, που μπαίνουν στο τέμενος… και θα βγάλουμε, βέβαια, και τα περιττά ντύματα… αλλά χωρίς βία και χωρίς προκαταλήψεις μην τύχει και δεν δούμε και μες στο σωρό απορρίψουμε –οι ανόητοι– καμιά μαλαματένια λήκυθο ή κανένα κιβώτιο από λαμπρό σεντέφι»[3]. Τούτο σημαίνει πως η «μαλαματένια λήκυθος» ή το σεντεφένιο κιβώτιο είναι οι λέξεις που έρχονται από το αρχαίο ελληνικό παρελθόν. Της ιδιαιτερότητάς του, λοιπόν, υπεραμύνεται και όχι μόνο της γλωσσικής:

 

Ας την παραδεχτούμε την αλήθεια πια·

είμεθα Έλληνες κι εμείς – τι άλλο είμεθα; –

αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Ασίας,

αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις

που κάποτε ξενίζουν τον ελληνισμό.

 

Ο ελληνισμός και η γλώσσα ανήκουν στα δημοφιλή θέματα της καβαφικής δημιουργίας. Άλλωστε ο ποιητής επιμένει όχι μόνο γράφοντας σε μια ιδιάζουσα γλώσσα αλλά μιλώντας με ποίηση για τη γλώσσα, συχνά μέσα στα ποιήματά του. Ο ελληνισμός ως αναπαλλοτρίωτη αξία και η γλώσσα φορέας του. Ο Γιάννης Δάλλας λέει ότι «η έμπνευση του ποιητή μοιάζει να απορρέει από τη σπουδή του αναγνωστηρίου, ή και του μνημειακού του περιβάλλοντος»[4] και στο περιβάλλον αυτό κυρίαρχο λόγο έχει το ελληνικό στοιχείο. Για παράδειγμα, το ποίημα «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» φαίνεται πως έχει τέτοια καταγωγή. Στηρίζεται σε μια πληροφορία που μας δίνει ο Πλούταρχος –Βίος Αντωνίου– όπου το βράδυ, πριν από την είσοδο του Οκτάβιου στην Αλεξάνδρεια, ακούστηκε θόρυβος από κάποιον αόρατο θίασο και δόθηκε ηερμηνεία ότι ο θεός Διόνυσος, που ήταν προστάτης του Αντώνιου, τον εγκαταλείπει (Εδόκει δε τοις αναλογιζομένοις το σημείον απολείπειν ο Θεός Αντώνιον, ω συνεξομοιών και συνοικειών εαυτόν διετέλεσεν.) Σ’ αυτό το ποίημα ο Αντώνιος χάνοντας την Αλεξάνδρεια χάνει συλλήβδην τα πάντα.

Στο ποίημα «Η σατραπεία» ο ήρωας χάνει «τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε, την Αγορά, το θέατρο και τους Στεφάνους». Χάνει αυτά που η ελληνική κοινωνία θεωρεί ιδανικά, για να αποκτήσει δοσμένους τίτλους και αξιώματα, καθόλου ευκαταφρόνητα, βεβαίως, πλην όμως «σατραπείες και τέτοια».

Στο ποίημα «Αλεξανδρινοί βασιλείς», ο έπαινος εστιάζεται στα όμορφα και πολυτελώς ντυμένα παιδιά της Κλεοπάτρας και ιδιαιτέρως στον ωραίο Καισαρίωνα, της Κλεοπάτρας γιο –της Κλεοπάτρας που είναι αίμα των Λαγιδών–, δηλαδή ελληνικό και όχι του Καίσαρα γιο, δηλαδή αίμα ρωμαϊκό. Όταν λοιπόν έβγαλαν τα παιδιά «έξω στο Γυμνάσιο εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς», οι Αλεξανδρινοί επευφημούσαν «ελληνικά, αιγυπτιακά και ποιοι εβραίικα». Διπλή ή και τριπλή έμφαση στο ελληνικό στοιχείο· ομορφιά μητέρας και γιου, ελληνική καταγωγή και γλώσσα ελληνική.

Οι Αλεξανδρινοί φημίζονται για τη λεπτή αίσθηση του λόγου. Τούτο φαίνεται πολύ καλά και στο ποίημα «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης». Ο Ηγεμών ντύνεται και φέρεται σαν γνώστης του ελληνικού πολιτισμού, κυκλοφορεί λιγομίλητος και σοβαρός: «θα ’ταν βαθύς στες σκέψεις διεδίδετο / κι οι τέτοιοι το ’χουν φυσικό να μη μιλούν πολλά». Ναι, όμως, ο τέτοιος δε μιλεί πολλά, γιατί αν αρχίσει να μιλεί «με βαρβαρισμούς δεινούς τα Ελληνικά», οι Αλεξανδρινοί θα «τον πάρουν στο ψιλό / ως είναι το συνήθειό τους, οι απαίσιοι». Η γλώσσα λοιπόν είναι το κριτήριο στην κατάταξη των κοινωνικών αξιών.

Το ελληνοπρεπώς φέρεσθαι και γράφειν αποτελεί όπλο στη μάχη της διπλωματίας ή και απλώς της κολακείας. Έτσι, ένα επίσημο έγγραφο που σκοπό έχει να καλοπιάσει τον Καίσαρα είναι σοφό να εμπεριέχει τους επαίνους

 

εν λόγω ελληνικώ κ’ εμμέτρω και πεζώ·

εν λόγω ελληνικώ που είν’ ο φορεύς της φήμης

(«Εν Δήμω της Μικράς Ασίας»)

 

Κι ακόμα «μετά το Βασιλεύς και το Σωτήρ, / να χαραχθεί με γράμματα κομψά, Φιλέλλην». Δεν έχει σημασία αν οι χρησιμοποιούντες την ελληνική και ελληνοπρεπίζουν είναι βάρβαροι, εν πλήρη επιγνώσει οι καυχώμενοι ως ελληνομαθείς έχουν άλλοθι τη συνήθεια: «Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι / αφού το γράφουν, θα το γράψουμε κι εμείς» («Φιλέλλην»). Κι είναι τιμή στο ακροατήριο ενός σοφιστή να βρίσκονται Έλληνες. Ο σοφιστής, που τους καλεί μέσω του Ηρώδη Αττικού, παίρνει την τιμητική απάντηση:

 

Έρχομαι με τους Έλληνας κι εγώ.

 

Οπωσδήποτε, εφόσον κριτήριο είναι η γλώσσα, υπάρχει η πιθανότητα να απορριφθούν κάποιοι πολιτικοί με τον περίγυρό τους με μόνη αιτιολογία τα «τρισβάρβαρα ελληνικά των, οι άθλιοι»[5]. Κι όταν οι γυναίκες θρηνούν τον «Αντώνιο», ο ποιητής σχετλιάζει:

 

με ανατολίτικες χειρονομίες η κερά

κ’ η δούλες με τα βαρβαρίζοντα ελληνικά.

(Ανέκδοτα, «Το τέλος του Αντώνιου»)

 

Τα ελληνικά είναι η γλώσσα του πνεύματος:

 

Ραφαήλ, ολίγους στίχους σε ζητούν […] Πάντοτε ωραία και μουσικά τα ελληνικά σου είναι […] Ραφαήλ, οι στίχοι σου έτσι να γραφούν […] που κι ο ρυθμός κ’ η κάθε φράσις να δηλούν / που γι’ Αλεξανδρινό γράφει Αλεξανδρινός

(«Για τον Αμμόνη που πέθανε 29 ετών»)

 

Ο Αλεξανδρινός πομπός και δέκτης έχει την «τέλεια αίσθηση του ελληνικού ρυθμού», μας λέει ο Καβάφης στο ποίημα «Μύρης. Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.».

Είτε παίζων είτε σπουδάζων, ο Καβάφης προβάλλει την ελληνική γλώσσα, τελευταίο προπύργιο ενός σπουδαίου κόσμου που χάνεται. Σχετικά με το «παίζων», ο ίδιος ο ποιητής μάς ενημερώνει:

«Με αρέσουν τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία, η με ευφυή λόγια, το χαμπαγκάρισμα (humbugging)… Αλλά δεν κάνει. Δυσκολεύει τες δουλειές… Γι’ αυτό κι εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Ηύρα πως [φοβερά] μεγάλως με διευκολύνει τες υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ»[6].        

Για την ποίησή του ο Καβάφης έλαβε το Παράσημον του Φοίνικος από την κυβέρνηση του Παγκάλου στα 1926, και είναι το μόνο που έλαβε όσο ζούσε. Όμως το μεγαλύτερο παράσημο είναι ο παγκόσμιος αντίκτυπος της ποίησής του.

 



[1] Δημήτρης Δασκαλόπουλος – Μαρία Στασινοπούλου, Ο βίος και το έργο του Καβάφη, 16 Οκτωβρίου 1926.

[2] Ό.π., 15 Απριλίου 1927.

[3] Δημήτρης Δασκαλόπουλος – Μαρία Στασινοπούλου, Ο βίος και το έργο του Καβάφη, 9 Σεπτεμβρίου 1906.

[4] Ο Καβάφης και η δεύτερη σοφιστική, Εκδ. Στιγμή, 1984, σελ. 333.

[5] «Από τη σχολή του περιωνύμου φιλοσόφου».

 

[6]Κ. Π. Καβάφη,Ανέκδοτα Σημειώματα Ποιητικής και Ηθικής, 26.10.’08. 

 

 

Διαβάστε επίσης
ΑΡΘΡΑ
ΖΩΗ ΚΑΙ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

του Γιώργου Μπλάνα Σήμερα πια, μετά το περίφημο άνοιγμα των λαών της Σοβιετικής Ένωσης στην αστική δημοκρατία της επιλεγόμενης «Δύσης», είμαστε σίγουροι πως το δόγμα του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού δεν κατάφερε επί ογδόντα χρόνια να...

ΑΡΘΡΑ
SAMUEL BECKETT – 24 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου   Είκοσι τέσσερα χρόνια κλείνουν σε λίγο από τη μέρα που η μεγάλη διάνοια του Σάμουελ Μπέκετ αποχαιρέτησε την εφημερότητα του κόσμου μας, αυτή την ανυπέρβατη άβυσσο, όπως την είπε, για να πάρει, όπως και ο πιο ταπεινός θνητός, τον δρόμο τον χωρίς γυρισμό, τον δρόμο που οδηγεί στη μεγάλη...

ΑΡΘΡΑ
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

της Αμάντα Πάτερσοναπόδοση: Belica-Antonia Kubareli Η ζωή σου δεν είναι πάντα αξιόλογο βιβλίοΣχεδόν όλοι όσοι ξεκινούν να γράψουν είτε μόνοι τους είτε μέσα σε ένα τμήμα δημιουργικής γραφής, πιστεύουν ότι έχουν μια ζωή συγκλονιστική που πρέπει οπωσδήποτε να γίνει...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr