A+ A A-

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΜΟΙΡΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΣΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΙΣΑΡΗΣ: Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗτου Χρήστου Αντωνίου

Το ζήτημα της ελευθερίας και, συνακόλουθα, του κατά πόσο ο άνθρωπος είναι ελεύθερος αποτελεί κατά βάση πρόβλημα της φιλοσοφίας. Και ο τρόπος που ο κάθε άνθρωπος τοποθετείται απέναντι σ' αυτό το πρόβλημα συνιστά το κύριο μέρος της βιοθεωρίας του, απαραίτητης για κάθε δημιουργική πνευματική δραστηριότητα. Όταν μάλιστα πρόκειται να μελετήσουμε το έργο ενός μεγάλου δημιουργού, η προσπάθειά μας για την ερμηνεία του είναι απαραίτητο να λαμβάνει υπόψη της αυτή τη βιοθεωρία. Και εφόσον το θέμα μας σχετίζεται με τον Καβάφη, επιβάλλεται να δούμε τι πιστεύει ο ποιητής σχετικά μ' αυτό το ζήτημα της ελευθερίας, με το πόσο ελεύθερος είναι ο άνθρωπος να διαμορφώνει τα γεγονότα της ζωής του.

Ο Σολωμός π.χ. θεωρεί ότι ο άνθρωπος αισθάνεται και είναι ελεύθερος και τίποτα δε σκιάζει την ελευθερία του. Ακόμα και αν πολιορκείται, όπως οι Μεσολογγίτες από χιλιάδες Αγαρηνούς. Η ελευθερία αποτελεί μια δεδομένη κατάσταση. Όλοι όσοι βρίσκονται πολιορκημένοι μέσα στο Μεσολόγγι, σ’ αυτό το μικρό «αλωνάκι» της ψυχής, είναι εξ ορισμού ελεύθεροι. Κανείς δεν μπορεί να τους αφαιρέσει αυτή τη σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση κατάσταση. Η Ελευθερία δε διαμορφώνεται σε μια σχέση με τα πράγματα, με την Ιστορία. Υπάρχει πριν από αυτά, a priori. Η ιστορία είναι μόνο η αφορμή για να εμφανισθεί.

Ο Παλαμάς, πάλι, για παράδειγμα, διαφοροποιείται. Πιστεύει ότι η ελευθερία κατακτιέται με εσωτερικό (ψυχικό-πνευματικό) και εξωτερικό (κοινωνικό-εθνικό) αγώνα, διαμορφώνεται μέσα στη διαλεκτική και δραματική πορεία των γεγονότων της Ιστορίας.

Αντίθετα με τους προηγούμενους ποιητές, στον ποιητικό στοχασμό του Καβάφη δεν υπάρχει, είτε με τον σολωμικό είτε με τον παλαμικό τρόπο, η αίσθηση της ελευθερίας, παρά μόνο η αίσθηση της ιστορικής αναγκαιότητας. Ο άνθρωπος, δηλαδή, ζει μέσα σ’ έναν κλοιό, μέσα σε τείχη δέσμιος των πραγμάτων. Κάθε προσπάθειά του για μεταβολή είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη από εξωγενείς παράγοντες, ορατούς ή αόρατους. Συχνά μάλιστα το τυχαίο και το απρόβλεπτο έρχονται να διαμορφώσουν ένα μοιραίο παρόν.

Αυτές οι τρεις ποιητικές στάσεις ασφαλώς σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τα προσωπικά βιώματα των τριών ποιητών, αλλά κυρίως, νομίζω, με το χαρακτήρα των τριών διαφορετικών ιστορικών φάσεων στις οποίες έζησαν και έδρασαν ποιητικά: για τον Σολωμό η επανάσταση του 1821, όπου η ελευθερία έβγαινε «από τα κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά», για τον Παλαμά η εποχή της Μεγάλης Ιδέας, όπου ο Ελληνισμός αγωνίσθηκε να πραγματώσει εθνικά όνειρα στους βαλκανικούς και τους άλλους μέχρι το 1922 πολέμους, και, τέλος, για τον Καβάφη, η περίοδος της παρηκμασμένης Αλεξάνδρειας και της φθοράς του Ελληνισμού. Πολύ πιο ειδικά για τον Καβάφη νομίζω ότι στη διαμόρφωση της βιοθεωρίας του έπαιξε σπουδαίο ρόλο και η ομοφυλοφιλία του, η οποία του είχε από τη φύση επιβληθεί.

Η βιοθεωρία, λοιπόν, του Καβάφη δεν παραδέχεται καθόλου την ύπαρξη ελευθερίας μέσα στη ζωή, αλλά την ύπαρξη μιας Ανάγκης, μιας Μοίρας, στην οποία υποκύπτουν άνθρωποι και θεοί. Στο ποίημα «Η κηδεία του Σαρπηδόνος», μέσα σ’ ένα μυθικό-μεταφυσικό πλαίσιο, η ελευθερία του Διός περιορίζεται από το Νόμο. Δεν μπορεί να ανατρέψει το θάνατο του γιου του Σαρπηδόνος.

 

Βαρυάν οδύνην έχει ο Ζευς. Τον Σαρπηδόνα

εσκότωσεν ο Πάτροκλος. Και τώρα ορμούν

ο Μενοιτιάδης κ’ Αχαιοί το σώμα

ν’ αρπάξουνε και να το εξευτελίσουν.

 

Αλλά ο Ζευς διόλου δεν στέργει αυτά.

Το αγαπημένο του παιδί--που το άφησε

και χάθηκε —ο Νόμος ήταν έτσι—

τουλάχιστον θα το τιμήσει πεθαμένο.

 

Στο ποίημα «Τα άλογα του Αχιλλέως» τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέως, που τα είχε δώσει ως γαμήλιο δώρο ο Ποσειδώνας στο γάμο του Πηλέως, κλαίνε μόλις βλέπουν τον Πάτροκλο

 

Άψυχο-- αφανισμένο,

μια σάρκα τώρα ποταπή – το πνεύμα του χαμένο –

ανυπεράσπιστο – χωρίς πνοή –

εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμμένο απ’ τη ζωή.

 

Το μεγάλο Τίποτε είναι το τέρμα της ζωής. Δεν υπάρχει καμιά ελπίδα, όλα τα εξουσιάζει μια τραγική μοίρα. Η ανθρωπότητα είναι, όπως διατυπώνεται λίγους στίχους παρακάτω, «το παίγνιο της μοίρας».

Αλλά ας πάμε σε γνωστότερα ποιήματα του Καβάφη, π.χ. στα «Τείχη».

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ

Μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

 

Και κάθομαι κι απελπίζομαι τώρα εδώ.

Άλλο δεν σκέφτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη,

 

Διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.

Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μη προσέξω.

 

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.

Ανεπαισθήτως με έκλεισαν από τον κόσμο έξω.

 

Κανείς δε ζήτησε τη συγκατάθεση του Υποκειμένου, που μέσα στο ποίημα αφηγείται, αν συμφωνεί με τον εγκλωβισμό του μέσα στα τείχη. Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ, ανεπαισθήτως το έκλεισαν μέσα στα τείχη. Δεν υπάρχει γραμμάριο ελευθερίας, δεν υπάρχουν «παράθυρα» διαφυγής προς την ελευθερία, για να θυμηθούμε και το ποίημα «Τα παράθυρα». Εκείνο που υπάρχει είναι ένα τραγικό αδιέξοδο. Τραγικό, γιατί το υποκείμενο συνειδητοποιεί τη θέση του, την ανελευθερία του, την ύπαρξη μιας μοίρας, ενός κόσμου Ανάγκης.

Στο ποίημα «Τρώες» οι προσπάθειές μας, για να ξεφύγουμε την τραγική μοίρα μας, μοιάζουν μ’ εκείνες τις μάταιες προσπάθειες που κάνουν οι Τρώες, για να γλιτώσουν τη μοιραία εξέλιξη των γεγονότων. Η ήττα τους όμως, όπως δηλώνεται μέσα στο ποίημα, είναι βέβαιη.

 

Είν’ οι προσπάθειές μας, των συφοριασμένων.

Είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων.

Κομμάτι κατορθώνουμε, κομμάτι

παίρνουμ’ επάνω μας κι αρχίζουμε

νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

 

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.

Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας

βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει

 

Είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων.

Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη

θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά.

κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνιστούμε.

 

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,

η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται.

Ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει.

Κι ολόγυρα από τα τείχη τρέχουμε

ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

 

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω

Στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.

Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ Εκάβη κλαίνε.

 

Οι Τρώες έχουν θάρρος και ελπίδα αλλά έχουν συγχρόνως και επίγνωση εκ των προτέρων του μάταιου των προσπαθειών τους. Και όσο κι αν στο ποίημα «Η πόλις» το υποκείμενο διατείνεται ότι

 

Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.

Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη απ’ αυτή.

Κάθε προσπάθειά μου μια καταδίκη είναι γραφτή.

Κι είναι η καρδιά μου –σα νεκρός– θαμμένη.

Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.

 

Ευθύς αμέσως, στους επόμενους στίχους, δίνεται η ακόλουθη απάντηση:

 

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.

Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς

τους ίδιους. Και στες γειτονιές τις ίδιες θα γερνάς,

Και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.

Πάντα στην πόλι αυτή θα φτάνεις. Για τα αλλού –μη ελπίζειςσ–

Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.

 

Αυτή είναι η μοίρα των ανθρώπων για τον Καβάφη! Ένας κόσμος ανάγκης που παίρνει διάφορες μορφές: θάνατος, οδυνηρά περιστατικά, ατυχίες, αδιέξοδα, εγκλωβισμοί… κ.ά.

 

Αυτό λοιπόν είναι ο Καβάφης; Περιγραφή μόνο και αποδοχή αυτής της μοίρας; Μια ηττοπαθής συμμόρφωση, μια εξουθενωμένη στάση μόνο, που καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, την περηφάνια του; Δε δίνει τουλάχιστον καμιά λύση που να σώζει την ηθική του ανθρώπου; Ένας που πιστεύει πως δεν υπάρχει ελευθερία αυτόματα παραιτείται από κάθε ηθική, αφού ηθική πράξη μόνο σε ένα πλαίσιο ελευθερίας μπορεί να λογιστεί. Αυτό κάνει κι ο Καβάφης;

Η απάντηση βέβαια είναι ότι όχι μόνο δεν παραιτείται αλλά ορθώνει μια γενναία ηθική που στο κέντρο της βρίσκεται η περηφάνια και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Το κακό, τη μοίρα βέβαια δεν μπορεί να τ’ αναιρέσει. Σε όλα τα άλλα, όμως, αντιδρά υπεύθυνα, ανθρώπινα, με ανδρεία, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με τη συμφορά, αν και έχει βαθιά επίγνωση του χαμένου παιχνιδιού.

Στο ποίημα «Δημητρίου Σωτήρος (162-150 π.Χ.)» ο Σελευκίδης Δημήτριος αποτυχαίνει στο σχέδιό του να επανασυστήσει την πατρίδα του Συρία και πολύ απογοητεύεται. Μα

 

Μες στη μαύρη απογοήτευσή του

ένα μονάχα λογαριάζει πια

με υπερηφάνειαν. Που κ’ εν τη αποτυχία του,

την ίδιαν ακατάβλητην ανδρεία στον κόσμο δείχνει.

 

Στο ποίημα «Τα άλογα του Αχιλλέως» ο Δίας, ενώ ξέρει ποιο είναι το πεπρωμένο του ανθρώπου και το οποίο δεν μπορεί να το ανατρέψει, ωστόσο λυπάται για το θάνατο του Πατρόκλου και τα άλογα κλαίνε. Αυτό το κλίμα συγκίνησης μπροστά στο θάνατο είναι πολύ ανθρώπινο, εθιμικό και ηθικό.

Στην κηδεία του γιου του Σαρπηδόνος ο Δίας πάλι, ενώ δεν μπόρεσε να τον προστατέψει από τον θάνατο, ωστόσο θα βαλθεί να τον τιμήσει με μια αξιοπρεπή κηδεία, που θα γίνει με όλα τα «πρεπά» (τιμές, θρήνοι, σπονδές), όπως περιγράφονται στο εν λόγω ποίημα.

Οι Τρώες, αν κι έχουν εκ των προτέρων επίγνωση της μοίρας τους, ότι δηλαδή η «πτώσις» τους είναι βεβαία, αγωνίζονται γενναία κι έχουν θάρρος και καλές ελπίδες. Στο ποίημα «Η πόλις», αν και γνωρίζει ότι «δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό», εξατομικεύει την περίπτωση, αναλαμβάνει ευθύνες που δεν υπάρχουν, θεωρώντας ότι το φταίξιμο είναι δικό του. Νιώθει μάλιστα και τύψεις! (Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη τη μικρή σ’ όλη τη γη τη χάλασες).

Μπροστά στο κακό δηλαδή διατηρεί τη συνείδησή του άγρυπνη και αντιδρά σαν ηθική προσωπικότητα. Αυτό που γυρεύουμε δηλαδή στη συμπεριφορά ανθρώπων, και δεν το βρίσκουμε δυστυχώς, που δεν έχουν τη ρεαλιστική βιοθεωρία του Καβάφη για το μεγάλο Τίποτε, αλλά αντίθετα διαθέτουν μεταφυσικές πίστεις και στον εξοπλισμό τους κουβαλούν πολλές φορές χριστιανικά ή και γενικότερα ανθρωπιστικά αξιώματα. Ο Καβάφης μού φαίνεται κάτι σαν άγιος χωρίς θεό! Και η ηθική του πολύ υψηλή και παράλογα γενναία.

 

Ύστερα, αν και είναι φυσιολογικό, σε κάθε περίπτωση, ένας άνθρωπος που δοκιμάζεται από τη μοίρα του να βαρυγκομά από τον ψυχικό πόνο που νιώθει, να στενάζει, ο Καβάφης αποφεύγει προσεκτικά τις εκφάνσεις αυτού του είδους που τον εκθέτουν στο κοινωνικό σύνολο και υποβαθμίζουν την αξιοπρέπειά του.

Για να φωτίσουμε καλύτερα τη θέση του σ’ αυτό το σημείο, παραθέτουμε το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», που θεωρείται κιόλας ένα πολύ αντιπροσωπευτικό ποίημα του Καβάφη και σχετίζεται με την καβαφική αξιοπρέπεια μπροστά στην απώλεια.

 

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί

αόρατος θίασος να περνά

με μουσικές εξαίσιες, με φωνές —

την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου

που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου

που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλητα θρηνήσεις.

 

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.

Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν

ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου,

μάταιες ελπίδες τέτοιες μη καταδεχθείς.

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,

πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,

κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι

με των δειλών τα παρακάλια και τα παράπονα,

ως τελευταία απόλαυση τους ήχους,

τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,

και αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

 

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, την παραμονή της μεγάλης επίθεσης του Οκταβιανού ενάντια στην Αλεξάνδρεια (Αύγουστος του 30 π.Χ.), ξαφνικά ακούστηκε να περνάει ένας θορυβώδης μουσικός θίασος «με μουσικές εξαίσιες, με φωνές» που χόρευε με βακχικούς αλαλαγμούς. Ο θίασος κατευθυνόταν προς την έξοδο της Αλεξάνδρειας και αυτό θεωρήθηκε κακό σημάδι για τη ζωή του Μάρκου Αντώνιου. Συγκεκριμένα, θεωρήθηκε ότι ο θεός Διόνυσος, προστάτης του Αντώνιου, έφευγε με την ακολουθία του, εγκαταλείποντάς τον. Εξού και ο τίτλος του ποιήματος: Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον. Σ’ αυτό το σημείο ακριβώς ο ποιητής στρέφεται προς τον Αντώνιο, που συμβολοποιεί τον καθένα μας, και τον νουθετεί για το πώς πρέπει να αντιμετωπίσει τη συμφορά που τον βρίσκει. Ασφαλώς, ο Οκταβιανός θα καταλάβει τη Αλεξάνδρεια και θα κοσμήσει το θρίαμβό του στη Ρώμη και με τον Αντώνιο. Χάνει τα πάντα και βρίσκεται μια στιγμή πριν από το τέλος της ζωής του. Σε τέτοιες περιστάσεις, όπως είπαμε ήδη, το φυσιολογικό είναι ένας άνθρωπος να χάνει την ψυχραιμία του και να θρηνεί μπροστά στην αναπόφευκτη απώλεια. Ο ποιητής όμως εδώ τον συμβουλεύει να μη λιποψυχήσει, να μη θρηνήσει «ανοφέλετα», αλλά «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, σαν που ταιριάζει» σ’ αυτόν που αξιώθηκε να ζήσει σε μια τόσο όμορφη πόλη, να αποχαιρετήσει την Αλεξάνδρεια που χάνει! Συμβουλεύει, δηλαδή, τον Αντώνιο, αντί να κλαίει και να θρηνεί, να αντιμετωπίσει την απώλεια-συμφορά, με ψυχραιμία και αξιοπρέπεια. Αυτή η αξιοπρέπεια είναι το κέντρο της καβαφικής ηθικής και αποτελεί μιαν οδυνηρή διάσταση ελευθερίας. Διάσταση ελευθερίας, γιατί καλούμαστε να διαλέξουμε αντί του θρηνείν το «μη ανοφέλετα θρηνήσεις». Οδυνηρή, γιατί, για να επιδειχτεί μια τέτοια αξιοπρέπεια, δεν είναι καθόλου εύκολο πράγμα. Χρειάζεται μια γενναία πάλη του ανθρώπου με τα συναισθήματά του.

Αυτή την εσωτερική πάλη μπορούμε να την παρακολουθήσουμε στο ποίημα «Άγε, ω Βασιλεύ Λακεδαιμονίων».

 

Δεν καταδέχονταν η Κρατησίκλεια

Ο κόσμος να την ιδεί να κλαίει και να θρηνεί

Και μεγαλοπρεπής εβάδιζε και σιωπηλή.

Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή της

Απ’ τον καϋμό και τα τυράννια της.

Μα όσο και νάναι μια στιγμή δεν βάσταξε

και πριν στο άθλιο πλοίο μπει να πάει στην Αλεξάνδρεια,

πήρε τον υιό της στον ναό του Ποσειδώνος

και μόνοι σαν βρεθήκαν τον αγκάλιασε

και τον ασπάζονταν, «διαλγούντα» λέγει

ο Πλούταρχος και «συντεταραγμένον».

Όμως ο δυνατός της χαρακτήρ επάσχισε

και συνελθούσα η θαυμασία γυναίκα

είπε στον Κλεομένη «Άγε ω βασιλεύ

Λακεδαιμονίων, όπως επάν έξω

γεννώμεθα, μηδείς ίδη δακρύοντας

ημάς μηδέ ανάξιόν τι της Σπάρτης

ποιούντας. Τούτο γαρ εφ’ ημίν μόνον.

Αι τύχαι δε, όπως αν ο δαίμων διδώ, πάρεισι».

 

Και μες στο πλοίο μπήκε, πηγαίνοντας προς το «διδώ».

 

Ο Κλεομένης, βασιλιάς της Σπάρτης (246 π.Χ.;), θέλοντας να ανασυστήσει το χαμένο μεγαλείο της Σπάρτης, για να λάβει βοήθεια από τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Άραττο, είναι υποχρεωμένος να δώσει ως όμηρο τη μητέρα του Κρατησίκλεια, την οποία υπεραγαπούσε. Το ποίημα μας αφηγείται όσα συνέβησαν στο Ταίναρο λίγο προτού η Κρατησίκλεια μπει στο πλοίο που θα την πάει στην Αλεξάνδρεια. Αν και η εσωτερική συναισθηματική της κατάσταση είναι βασανιστική, βαδίζει υπερήφανη, χωρίς να φαίνεται στο πρόσωπό της κάτι από τα βάσανά της. Την τελευταία στιγμή προτού μπει στο πλοίο παίρνει το γιο της Κλεομένη στο ναό και εκεί διαμείβεται ό,τι αφηγείται ο Πλούταρχος και επαναλαμβάνει ο Καβάφης. Ο Κλεομένης είναι γεμάτος ψυχικό άλγος και ταραγμένος. Η Κρατησίκλεια τον αγκάλιασε και τον φιλούσε, αλλά, αφού συνήλθε η θαυμάσια γυναίκα, του είπε: «Μπρος, βασιλιά των Λακεδαιμονίων, όταν βγούμε έξω από τον ναό, κανένας να μη μας δει να κλαίμε κάνοντας έτσι πράγμα ανάξιο της Σπάρτης. Άλλωστε δεν μας μένει τίποτε άλλο παρά να πάω στην Αλεξάνδρεια, γιατί η ζωή μας έρχεται όπως αν διδώ, όπως μας τη δίνει ο δαίμων». Και μες στο πλοίο μπήκε να πάει στο διδώ. Δεν ήταν καθόλου εύκολο για την Κρατησίκλεια να δείξει αυτή την ψύχραιμη και περήφανη στάση. Ήταν αποτέλεσμα σκληρής εσωτερικής πάλης.

Τέλος, ο Καβάφης ορθώνει καθαρά και μια στάση υψηλού ηθικού χρέους του ανθρώπου μπροστά στα δεινά της ζωής. Ας θυμηθούμε τις καβαφικές «Θερμοπύλες».

 

Τιμή σ’ εκείνους όπου στη ζωή των

ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες

ποτέ από το χρέος μη κινούντες.

 

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει

όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)

πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος

κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

 

Αυτό το χρέος βρίσκεται αυστηρά μέσα στο πλαίσιο μιας απόλυτα πνευματικής καθαρότητας, όπου ισχύει η πρακτική ανιδιοτέλεια. Αυτό ακριβώς συνιστά την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Κι αυτή είναι η καβαφική στάση απέναντι στην ανθρώπινη μοίρα: η αξιοπρέπεια, που αποτελεί, όπως είπαμε, μια δυναμική διάσταση της ελευθερίας.

 

Διαβάστε επίσης
ΑΡΘΡΑ
ΖΩΗ ΚΑΙ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

του Γιώργου Μπλάνα Σήμερα πια, μετά το περίφημο άνοιγμα των λαών της Σοβιετικής Ένωσης στην αστική δημοκρατία της επιλεγόμενης «Δύσης», είμαστε σίγουροι πως το δόγμα του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού δεν κατάφερε επί ογδόντα χρόνια να...

ΑΡΘΡΑ
SAMUEL BECKETT – 24 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου   Είκοσι τέσσερα χρόνια κλείνουν σε λίγο από τη μέρα που η μεγάλη διάνοια του Σάμουελ Μπέκετ αποχαιρέτησε την εφημερότητα του κόσμου μας, αυτή την ανυπέρβατη άβυσσο, όπως την είπε, για να πάρει, όπως και ο πιο ταπεινός θνητός, τον δρόμο τον χωρίς γυρισμό, τον δρόμο που οδηγεί στη μεγάλη...

ΑΡΘΡΑ
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

της Αμάντα Πάτερσοναπόδοση: Belica-Antonia Kubareli Η ζωή σου δεν είναι πάντα αξιόλογο βιβλίοΣχεδόν όλοι όσοι ξεκινούν να γράψουν είτε μόνοι τους είτε μέσα σε ένα τμήμα δημιουργικής γραφής, πιστεύουν ότι έχουν μια ζωή συγκλονιστική που πρέπει οπωσδήποτε να γίνει...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr