A+ A A-

ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ Η ΣΚΑΛΑ

ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ Η ΣΚΑΛΑτης Ανθούλας Δανιήλ

Του Κ. Π. Καβάφη «Το πρώτο σκαλί» είναι ένα από τα πολύ γνωστά ποιήματα, οδηγίες ή παρηγοριές σε νέο ποιητή. Ας δούμε το ποίημα.

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν

μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·

«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω

κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.

Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.

Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,

πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·

κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι

ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»

Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια

ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.

Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει

νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.

Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·

τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.

Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο

πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.

Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο

πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι

πολίτης εις των ιδεών την πόλι.

Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι

και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.

Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας

που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.

Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·

τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.»

(Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Το πρώτο μέρος του ποιήματος, το 1/3, είναι η αγωνία του νέου ποιητή Ευμένη, η οποία επικεντρώνεται στους στίχους

Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,

πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα.  

Ακολουθεί η παρηγορητική ενθάρρυνση που του παρέχει ο Θεόκριτος, η οποία κατέχει όλο το υπόλοιπο ποίημα, τα 2/3, με την προβολή της πόλης και τη σημασία της για τον δημότη της. Επίσης είναι φανερό πως ο Καβάφης τιμά και υπολογίζει των «ιδεών την πόλι» και σέβεται τους «Νομοθέτας» της.

Παρατηρώντας πίσω από τις συμβολές τον ύμνο στην πόλη, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο Θεόκριτος πλαγίως επισημαίνει, και στον Ευμένη και σ’ εμάς, την απόσταση που πρέπει να διανύσει κανείς για την κατάκτηση της κορυφής της τέχνης του. Και μάλιστα στους στίχους 

Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο/ πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι

πολίτης εις των ιδεών την πόλι./Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι

και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν

θεωρεί δεδομένο ότι ήδη ο νέος είναι ποιητής, αλλιώς δε θα ήταν ούτε στο «πρώτο σκαλί». Ο Καβάφης, ο οποίος κρύβεται και πίσω από τον Θεόκριτο και πίσω από τον Ευμένη, σαν να βρίσκεται στο ποίημα προφίλ, σαν να κοιτάζει με το ένα μάτι, μέσα στον ποίημα, τον Ευμένη και με το άλλο, έξω από το ποίημα, τον αναγνώστη, σαν Ιανός, σαν σελήνη με σκοτεινή και φωτεινή πλευρά, παίζει και στα δύο επίπεδα. Τονίζει τη δυσκολία με έμφαση, τοπικά και χρονικά, δίνοντας την προσπάθεια με τη μορφή μιας σκάλας, και το χρόνο που απαιτείται για την εξέλιξη από το ένα σκαλί ως το άλλο: «Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω / κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα».

Και πώς ορίζεται αυτό το πρώτο σκαλί; Αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα, ένα μεγάλο πρόβλημα, σήμερα «που πια κανένας δεν πενθεί τ’ αηδόνια κι όλοι γράφουν ποιήματα» (Οδυσσέας Ελύτης, «Το Φωτόδεντρο IV»), το οποίο όμως λύνεται εύκολα, αν διαθέτει ο νέος «ποιητής» τα οικονομικά για να εκδώσει μια ποιητική συλλογή. Έτσι, πολλοί νέοι «ποιητές», περιφρονώντας επιδεικτικά και τ’ αηδόνια και τις σκάλες και το «γνώθι σαυτόν» και βάζοντας στη γωνία, σαν τιμωρημένη, την αυτογνωσία και στο κέντρο τη δόξα σαν «παρθένα βαθυστόχαστη ιλαρή» (Καρυωτάκης, «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές»), εν μέρει αντιγράφοντας άτεχνα, εν μέρει πρωτοτυπώντας ατεχνότερα, αυτοπαρουσιάζονται σαν ποιητές. Ωστόσο δεν αρκεί η έκδοση μιας πληρωμένης συλλογής για να αποκτηθεί ο τίτλος του ποιητή· πληρωμένες ήταν και του Καρυωτάκη οι συλλογές, ίσως και του Σεφέρη, αλλά ήταν ποίηση αυτό που έδιναν στις τυπωμένες σελίδες τους. Δεν ήταν απόψεις δοκιμιακού χαρακτήρα και, στην περίπτωση των γυναικών κυρίως, δεν ήταν μεταφρασμένη «ποιητικά» η ερωτική αποτυχία, η ερωτική προδοσία, η ερωτική εγκατάλειψη και το πένθος. Βεβαίως, όταν το συναίσθημα «βράζει» γεννά την όρεξη· το σωστό όμως είναι να το αφήσουμε να «κρυώσει» κι έπειτα να γράψουμε.

Και τώρα ας πιάσουμε το θέμα από την απέναντι όχθη, πατώντας σε ένα καυστικό σχόλιο του Νίκου Εγγονόπουλου, ο οποίος επίσης μιλά για μια άλλη Σκάλα, της ζωγραφικής ή της ποίησης, δεν έχει σημασία.

Μπαλλάντα της Ψηλής Σκάλας

 

Ο Θεόφιλος κάποτες ανέβηκε

σε μια ψηλή σκάλα

–αυτόπτες μάρτυρες το λεν–

ίσως να ζωγραφίση μιαν επιγραφή

ίσως ακόμη για να συμπληρώση

το πάνω μέρος

μιας συνθέσεώς του ηρωικής

 

αλητόπαιδες

–αλητόπαιδες που με τον καιρό

(ως είναι φυσικό)

ανδρωθήκανε και γεράσαν

(δεν ενθυμούντανε πια τίποτε)

κι' επεθάναν

ευυπόληπτοι και

«φιλήσυχοι αστοί»–

αλητόπαιδες –ξαναλέω–

για να παίξουνε και να γελάσουν

ετραβήξανε

την σκάλα την ψηλή

 

κι' ως γκρεμοτσακιζόντανε

έντρομος

ο Θεόφιλος από τα ύψη

επρόσμεν' ελεεινός σακάτης

θέλεις κι' ακόμη

λιώμα

στο χώμα

να βρεθή

 

αλλ' –ω του θαύματος!–

προσεγειώθη

απόλυτα σώος κι' αβλαβής

(πάντως κάτι σαν νάπαθε το ένα του πόδι:

χώλαινε ελαφρυά μέχρι το τέλος της ζωής)

 

μα ναι σας λέω

ακέργιος

απ' την κορφή ώς τα νύχια

από την πτώση

μόνο που τα σεμνά φορέματά του

είχαν γενεί χρυσά ωσάν τον Ήλιο

το πρόσωπό του

σαν τη Σελήνη –είτανε λεν χλωμός–

σαν τη Σελήνη φωτεινό

–αυτά τα δυο αστέρια

είθισται να συνυπάρχουν

στα εικονίσματα της βυζαντινής ζωγραφικής–

 

και αν κατόπι επήγε να κρυφτή στη Mυτιλήνη

είχ' έμπει στην αθανασία πια:

επέπρωτο πλέον να υπάρχη αιώνια

 

α θ ά ν α τ ο ς

–πιθανόν μαζύ με τον αείποτε σκουντούφλη συμπολίτη του

Γεώργιο ντε Kήρυκο

και με τον Mπεναρόγια–

ανάμεσα σε τόσους

και τόσους

και τόσους Bολιώτες

που εζήσανε και πριν

και κατά τη διάρκεια

κι ύστερα

από του

τραβήγματος της ψηλής της σκάλας

τον καιρό

(Στην Kοιλάδα με τους Pοδώνες, Ίκαρος 1992).

 

Υπάρχει εμφανής διαφορά, βέβαια, ανάμεσα στις δυο σκάλες. Το σκαλί του Καβάφη είναι το πρώτο κι ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος αγωνιά που δεν μπορεί ν’ ανέβει. Στην μπαλάντα του Εγγονόπουλου ο καλλιτέχνης είναι ήδη ψηλά και οι «αλητόπαιδες» (τρεις φορές «αλητόπαιδες» μέσα στο ποίημα) του τράβηξαν τη σκάλα για να πέσει και να σκοτωθεί ίσως, αλλά εκείνος δεν τους έκανε τη χάρη. Οι «αλητόπαιδες» ή αλλιώς οι «αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες» ή «φασίστες» «είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς» («Νέα περί του θανάτου του Λόρκα») και τους ζωγράφους, όταν μπορούν. Οι «αλητόπαιδες… ανδρωθήκανε και γεράσαν… κι' επεθάναν», ο Θεόφιλος όμως με τα σεμνά φορέματά του χρυσά σαν τον Ήλιο και το πρόσωπό του χλομό σαν τη Σελήνη, σαν πρόσωπο βυζαντινής ζωγραφικής «επέπρωτο πλέον να υπάρχη αιώνια / α θ ά ν α τ ο ς». Η ζωή, όπως και η τέχνη, έχει τον τρόπο της να δικαιώνεται και να δικαιώνει.

Είναι φανερό πως δε μας φτάνουν οι ζωντανοί και πρέπει να ακούσουμε τους πεθαμένους: Λίγο ακόμα, / να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα (Μυθιστόρημα ΚΓ’), τραγουδά ο Γιώργος Σεφέρης. Θα ακούσουμε άραγε την έκκληση;

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr