A+ A A-

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΗ

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΗΧειμώνας για μένα σήμαινε Φιλάνθη. Ένα σπίτι μικρό, κισσωμένο στις υπώρειες του Ζαλόγγου. Πόρτες και παράθυρα το βράδυ κλειστά, για να μη γλιστράει στις κάμαρες το κατάψυχο του βουνού. Τζάκι, όπου σιγόκαιγαν τα λιόξυλα. Και στο χαμηλό τραπέζι, τσάι καυτό, με μέλι και κανέλα. Τα χέρια όλων απλωμένα στη φωτιά κι Εκείνη, αδύνατη, με πρόσωπο βγαλμένο από τις ζωγραφιές του Κόντογλου, με χέρια αργασμένα από τη διακονία, να κάθεται στην καρέκλα ανάλαφρη σαν αερικιά και να μας λέει παραμύθια, σε μια ησυχία διαπεραστική.

Με λόγια λιτά, μαγικά, μπλέκοντας την πραγματικότητα με το όνειρο, χωρίς αφέλεια ή τον ενοχλητικό φρονηματισμό και προπαντός χωρίς να γνωρίζει τη δύναμη και τη δυνατότητα των λόγων της, αντλούσε τις ιστορίες της από τη συλλογική, πανάρχαια μνήμη και μας βοηθούσε να ψηλαφίζουμε τα προβλήματα της ζωής μας –φτώχεια, αδικία, εγκατάλειψη, θάνατο– και γιατί όχι να τα υπερβαίνουμε, με την πίστη σε ό,τι φαντάζει αδύνατο. Η φωνή της ήταν χαμηλή, γεμάτη παράξενες αποχρώσεις.

…κι η Γυναίκα, που περπατούσε πάνω στα νερά, βγήκε απ’ το ποτάμι. Τα μακριά της μαλλιά είχαν εδώ κι εκεί ξερό χορτάρι και φύλλα, λες κι είχε μείνει ξαπλωμένη στο χώμα καιρό πολύ. Το φόρεμά της ανέμιζε αδειανό, με κηλίδες πάνω του, σαν αίμα στεγνωμένο. Στάθηκε κάτω από το δέντρο που το ’χε κάψει ο κεραυνός. Στα ψηλά κλαριά του, είχε σκαλώσει το πέπλο της. Αγκάλιασε το μαύρο κορμό με τ’ αχνά της χέρια, κι είπε θλιμμένη δεντράκι της γης, που είσαι καλό όπως είσαι κι όμορφο όπως είσαι, δώσε το πέπλο σ’ εμένα, που εκείνη τη νύχτα ζήτησα με τις αδελφές μου μια πόρτα στον κόσμο ανοιχτή και μας άνοιξε μόνο η πόρτα του Ζαλόγγου…

Ακούγαμε κρατώντας την αναπνοή μας. Μόνο τα ξύλα της στέγης έβγαζαν έναν ήχο σαν στεναγμό. Μιλούσαμε μόνο στις σιωπές της. Στον τοίχο, μέσα σε ξύλινη κορνίζα, χαμογελούσε μια φωτογραφία της, με τα μακριά μαύρα μαλλιά της απλωμένα σαν σύννεφο, υγρά, σγουρά, γυαλιστερά. Ήταν νέα, όμορφη, αγαπημένη μητέρα ενός αγοριού.

Την είδα, χρόνια μετά, να κάθεται στη συνηθισμένη καρέκλα της. Το χαμόγελό της ανέγγιχτο απ’ το χρόνο. Κράτησε το χέρι μου απαλά στις παλάμες της.

– Λες παραμύθια στα παιδιά; ρώτησε και με κοίταξε στα μάτια.

– Στις μεγάλες τάξεις, δε λέμε παραμύθια.

– Και τι τους λες…

– Συντακτικό, Γραμματική, Αρχαία Ελληνικά…

Ένα ρίγος πέρασε από τα μάγουλά της, μια σύσπαση σαν κύμα. Γύρισε το πρόσωπό της από την άλλη μεριά με μια έκφραση πόνου, σαν να την είχα χτυπήσει. Κι όταν με ξανακοίταξε, τα μάτια της ήταν υγρά, είχαν πάρει ολόγυρα ένα κόκκινο χρώμα. Την κυρίεψε μια αίσθηση απορίας μπροστά σε κάτι πρωτόγνωρο.

– Αυτά που μου είπες ότι λες στα παιδιά… τους τα λες με παραμύθια;

Για τη Φιλάνθη, η ζωή και τα πράγματα έπαιρναν νόημα μόνο με παραμύθια. Τα παραμύθια ήταν το σπίτι της, τα παιδικά της χρόνια, το κλάμα και τα τραγούδια που έλεγε, ήταν η ζωή κι ο τρόπος που έβλεπε τον κόσμο. Οι ιστορίες που έλεγε στους άλλους άρχιζαν μ’ ένα παραμύθι και με παραμύθι τέλειωναν. Ιστορίες απλές, από χώμα. Κι όταν τις ύφαινε με νεράιδες και ξωτικά, με θεούς και τιτάνες, ακόμα και τότε, οι κλωστές και τα γνέματα από λινάρι και βαμπάκι ήταν.

– Να ’ρθεις τον Αύγουστο, είπε όταν έφευγα. Ο αέρας που κατεβαίνει απ’ το Ζάλογγο γίνεται τον Αύγουστο μεταξωτός και θα σ’ αρέσει…

Θα ’ρθω, είπα μέσα μου, αλλά θα γίνεις παραμύθι, Φιλάνθη. Ένα παραμύθι με λέξεις ξεχασμένες στη βουή της ζωής μας, λέξεις αντίδοτο στη ματαίωση των ονείρων.

Το παραμύθι με τις ξεχασμένες λέξεις Ιφιγένεια Μαστρογιάννη εικονογράφηση: Φωτεινή Στεφανίδη ΚαλέντηςΤο παραμύθι με τις ξεχασμένες λέξεις
Ιφιγένεια Μαστρογιάννη
εικονογράφηση: Φωτεινή Στεφανίδη
Καλέντης
80 σελ.
Τιμή € 13,50

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr