ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΑΡΛΑΣΗ

Λίγο πριν, λίγο μετά ήταν που άκουσα κάποιον νεαρό να λέει: «Τα όνειρά μας αργοπεθαίνουν» και σε μια ταμπέλα ενός εφηβικού δωματίου διάβασα: «Χώρος ελεύθερης διέλευσης Ονείρων». Κόλλησα στις φράσεις εκείνες.

Η κρίση είχε μπει για τα καλά στη ζωή μας κι οι συναντήσεις μου με νεαρούς αναγνώστες, το ένιωθα, ήταν διαφορετικά φορτισμένες. Ήταν λες και για κάποια παιδιά οι Ονειροφύλακες ήταν σχεδόν υπαρκτοί και πως τα όνειρα θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν, αφού υπήρχαν εκείνοι που στο δικό τους παράλληλο σύμπαν αγωνίζονταν για τη διάσωση των ανθρώπινων ονείρων. Κάποιο παιδί το είπε απροκάλυπτα, απαιτητικά σχεδόν: «Πρέπει, δεν γίνεται αλλιώς… πρέπει να υπάρχουν Ονειροφύλακες. Αλλιώς τα όνειρά μας κινδυνεύουν να χαθούν για πάντα».

Η ανάγκη εκείνου του παιδιού να καταφεύγει στο βιβλίο και στον κόσμο των Ονειροφυλάκων ως παρηγοριά του με συντάραξε. Επιστρέφοντας σπίτι σημείωσα τα λόγια του, που είναι κι η προμετωπίδα του βιβλίου, κι άρχισα να γράφω για τον Σεμπάστιαν, ένα αγόρι που φορτωμένο ένα όνειρο πετούσε πολύ ψηλά για την ηλικία του. Δεν ήξερα ακόμη ποιος ήταν και τι σχέση μπορούσε να έχει με την ιστορία του πρώτου βιβλίου. Λίγο αργότερα ένα μυστηριώδες, ταλαιπωρημένο κορίτσι με μια βαλίτσα στο χέρι εμφανίστηκε από το πουθενά χτυπώντας την πόρτα της συμμορίας του Σείριου, της συμμορίας των κατώτερων παιδιών που στέκονταν αλληλέγγυα σε όσους το είχαν ανάγκη. Αυτό που με μάγεψε, πέρα από τη σιωπηλή της παρουσία, ήταν η λάμψη στα μάτια της κι η επιμονή της να μην αποκαλύπτει τίποτε για το λόγο ύπαρξής της. Την έλεγαν Αστερινή.

Τότε κατάλαβα… Αν πραγματικά υπήρχε λόγος να ασχοληθώ εκ νέου με τους Ονειροφύλακες ήταν για να αφηγηθώ πως ο κόσμος τους βίωνε, ακόμη μία φορά, αντίστοιχα προβλήματα και αγωνίες με τον δικό μας. Κι άρχισα να περιγράφω μια δυστοπία προσπαθώντας να επεξεργαστώ εντός μου τα όσα ζούσαμε και τα όσα οι μικροί αναγνώστες μού είχαν εκμυστηρευτεί – ντυμένα το ένδυμα του φανταστικού και της αλληγορίας, ίσως να πλήγωναν λιγότερο.

Ποτέ ξανά δεν είχα αισθανθεί τόσο οικείους τους στίχους από τον «Τελευταίο σταθμό» του Γ. Σεφέρη: «Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές, είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα».

Είχα ανάγκη κι εγώ το παραμύθι των Ονειροφυλάκων. Για να μιλήσω για την εισβολή του Φόβου, για την απώλεια των ονείρων, για την απειλή των Ονειροκτόνων, για το διχασμό της φυλής σε κατώτερους και ικανούς, για το ρατσισμό κι εντέλει για το δικαίωμα στη διαφορετικότητα και στο όνειρο. Ήρωες από το πρώτο βιβλίο μου εμφανίστηκαν κι άλλοι δεν χωρούσαν στο Οι Ονειροφύλακες και ο φάρος των ονείρων – ανήκαν ήδη σ’ ένα άλλο σύμπαν. Κι έτσι άρχισα να κρατάω σημειώσεις για το τρίτο βιβλίο – για να καταλήξω στην τριλογία των Ονειροφυλάκων.

Συνήθως όταν βρίσκομαι κάπου στα μισά ενός βιβλίου μου, γράφω το τέλος. Σ’ αυτό το βιβλίο δεν το έκανα – δεν μπορούσα. Μέχρι και που έγραψα τις τελευταίες γραμμές, είχα αγωνία κι ανάγκη να μάθω, να καταλάβω, να παρηγορηθώ, να ελπίσω.

Και, φυσικά, είναι αφιερωμένο σε όλα εκείνα τα παιδιά…

Οι Ονειροφύλακες και ο φάρος των ονείρωνΟι Ονειροφύλακες και ο φάρος των ονείρων
Αγγελική Δαρλάση
Πατάκης
268 σελ.
Τιμή € 12,70

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER