«Tennessee Williams: Το τραμ με το όνομα “Πόθος”» του Κώστα Καρασαββίδη
«Tennessee Williams: Το τραμ με το όνομα “Πόθος”» του Κώστα Καρασαββίδη

«Tennessee Williams: Το τραμ με το όνομα “Πόθος”» του Κώστα Καρασαββίδη

Το Τραμ με το όνομα «Πόθος» σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού, ως ένα αυθεντικό έργο τέχνης, δημιούργησε ανάμικτα συναισθήματα στους θεατές και αντικρουόμενες απόψεις μεταξύ των κριτικών. Ίσως μάλιστα να πρόκειται για την πιο αμφιλεγόμενη παράσταση της φετινής θεατρικής περιόδου. Έχουν γραφτεί ήδη πολλά για την επέμβαση του Αντώνη Γαλέου, που υπογράφει τη μετάφραση, στον τίτλο του έργου, ενώ από το χρονοντούλαπο της ιστορίας και με σκοπό τη σύγκριση με την εν λόγω παραγωγή βγήκε ο Κάρολος Κουν που σκηνοθέτησε το έργο το 1949 κατά την πρώτη παρουσίασή του, δηλαδή, στην Ελλάδα, αλλά και ο Ελίας Καζάν που σκηνοθέτησε την κινηματογραφική μεταφορά του έργου με τον Μάρλον Μπράντο και τη Βίβιαν Λι στους πρωταγωνιστικούς ρόλους το 1951. Με την επίκληση αυτή σε αυθεντίες του παρελθόντος, οι επικριτές προσπάθησαν να θεμελιώσουν τις απόψεις τους περί ασέβειας του Μαρμαρινού κατά την τωρινή σκηνική παρουσίαση του έργου.

Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι το είδος θεάτρου που κάνει ο Μαρμαρινός είναι ιδιαίτερο και δεν είναι δυνατόν να αρέσει πάντοτε και σε όλους. Θα συνεχίσω με την παραδοχή ότι συνήθως –αλλά όχι πάντα– οι σκηνοθετικές αναγνώσεις των έργων από τον Μαρμαρινό μου αρέσουν. Γι’ αυτό, χωρίς να χρειάζεται να αναλωθώ σε παρατηρήσεις σχετικές με την υπόθεση του έργου, την παραστασιακή και μεταφραστική παράδοση στην οποία αυτό ανήκει ή τον συγγραφέα, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω κάποια στοιχεία προκειμένου να καταδείξω πως ο Μαρμαρινός ακολούθησε μια μέση λύση στη συγκεκριμένη του σκηνοθεσία, σεβάστηκε απόλυτα το κείμενο και περιόρισε αισθητά τα μεταμοντέρνα στοιχεία που συνήθως τον χαρακτηρίζουν.

Πρώτα από όλα θα αρχίσω από το κείμενο και τη μετάφραση. Ο Μαρμαρινός στις τελευταίες του σκηνοθεσίες (Λυσιστράτη στο Εθνικό Θέατρο, Δον Ζουάν στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών κ.ά.) ακολούθησε μια τεχνική κατακερματισμένου λόγου, καθώς ο λόγος ενός ήρωα εκφερόταν από διαφορετικούς ηθοποιούς ή και ταυτόχρονα ακόμη από πολλούς. Στο Τραμ με το όνομα «Πόθος» οι ρόλοι ήταν ξεκάθαροι και η μόνη του παρέμβαση στο κείμενο ήταν με κάποια τραγούδια που έλεγαν οι ηθοποιοί, όχι ως ρόλοι πια, τα οποία περισσότερο λειτουργούσαν παρέμβλητα ως άλλα ιντερμέδια, που διέκοπταν τη δράση δίνοντας χρόνο να καταλαγιάσει η σκηνική ένταση. Ακόμη όμως και η επιλογή των τραγουδιών ήταν σύμφωνη με το γενικότερο κλίμα του έργου και του αμερικανικού νότου, όπως περιγράφεται από τον Ουίλιαμς. Στην ίδια γραμμή ήταν και η μετάφραση από τον Αντώνη Γαλέο, στρωτή και ρέουσα που επέτρεπε στον θεατή να ακούει και να παρακολουθεί επακριβώς το έργο, χωρίς να χάνει ούτε μία λέξη.

Ως προς τη σκηνοθεσία, με εξαίρεση κάποια περιττά τρεξίματα των ηθοποιών on stage, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία είχαν οργανική σύνδεση με το έργο, όπως όμως το οραματίστηκε ο δημιουργός. Όπως δηλαδή η Μπλανς ντι Μπουά «δεν ήθελε ρεαλισμό, αλλά μαγεία», έτσι και ο Μαρμαρινός επέλεξε να μην κινηθεί ρεαλιστικά, αλλά να στηρίξει τη σκηνοθεσία του πάνω σε αυτή τη φράση του κειμένου. Γι’ αυτό «έχτισε» ρεαλιστικά μονάχα τη Μαρία Ναυπλιώτου ως Μπλανς ντι Μπουά με ρεαλιστικές ενδυματολογικές επιλογές (κοστούμια Εύα Νάθενα) και σκηνική δράση, ενώ όλους τους υπόλοιπους ήρωες τους έβαλε να κινούνται μεταξύ ρεαλισμού και μεταμοντέρνας σκηνικής προσέγγισης. Σε όλα τα επιμέρους επικεντρώθηκε πάνω στη «μαγεία», δημιουργώντας ένα φαντασιακό απομάκρυνσης του θεατή από τον ρεαλισμό, με τη χρήση όμως μιας ρεαλιστικής σκηνογραφίας (σκηνικά επίσης της Εύας Νάθενα). Έτσι, ο Adrian Frieli με τα σπαστά του ελληνικά υπενθύμιζε αδιάλειπτα πως το θέατρο είναι μια σύμβαση, ο σκηνικός χώρος θύμιζε αποθήκη κινηματογραφικού στούντιο με διασκορπισμένα σκηνικά αντικείμενα, ενώ ενίσχυσε το παιχνίδι ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μαγεία με το τέχνασμα της λάμπας και του χάρτινου καλύμματός του.

Ως προς τις ερμηνείες των ηθοποιών (Μαρία Ναυπλιώτου, Χάρης Φραγκούλης, Θεοδώρα Τζήμου, Άγγελος Τριανταφύλλου, Ευαγγελία Καρκατσάνη, Αdrian Frieli) δεν μπορεί να ξεχωρίσει κάποια, αφού οι σκηνοθεσίες του Μαρμαρινού είναι πάντοτε σκηνοθεσίες συνόλου. Η σκηνή όμως του βιασμού της Μπλανς (Ναυπλιώτου) από τον Κοβάλσκυ (Φραγκούλη) είναι αυτή που σίγουρα μένει στον θεατή τόσο για το σκηνοθετικό εύρημα, όσο και για την εκτέλεσή του από τους δύο ηθοποιούς. Ένα «ξεπουπούλιασμα», που επίσης δέχτηκε δριμεία κριτική.

Ένα πράγμα ωστόσο είναι σίγουρο. Σε όποιο στρατόπεδο και αν ανήκει κανείς, θα αναγνωρίσει πως ο σκηνοθέτης επιχείρησε να πειραματιστεί πάνω σε ένα κλασικό έργο του παγκόσμιου ρεπερτορίου και να δείξει για πρώτη φορά στο κοινό πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί το σκηνικό του ανέβασμα με έναν τρόπο διαφορετικό, καινοτόμο και αντισυμβατικό.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΘΕΑΤΡΟ
O Λευτέρης Ελευθερίου στο έργο «Στα ξένα Έλληνας και στην Ελλάδα "ξένος"»

Μια παράσταση που αφηγείται την ιστορία ενός μετανάστη, τον οποίο ενσαρκώνει ο ταλαντούχος ηθοποιός Λευτέρης Ελευθερίου, και που αποτελεί αναφορά στην Ελληνική κοινωνία και στην ξενιτιά, στις...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: