«Χαρίκλεια Καβάφη» του Κοραή Δαμάτη

«Χαρίκλεια Καβάφη» του Κοραή Δαμάτη

Ήγγικεν ο καιρός ημών,
επληρώθησαν αι ημέραι ημών,
παρέστιν ο καιρός ημών.
ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ, Δ΄ 19

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ:
Δυο καρέκλες. Το διπλό κρεβάτι. Το παράθυρο. Οι κουρτίνες. Το λαβομάνο με το πεσκίρι. Το ερμάρι. Ο μεγάλος καθρέφτης. Μες στον καθρέφτη εγώ. Και κείνος. Δίπλα μου. Κάθε μέρα. Όλες τις μέρες. Σήμερα καλύτερα να βάλεις το λινό κοστούμι, θά ’χει ζέστη. Θα σε ετοιμάσω το λινό. Το άσπρο. (Στο κοινό) Του πάει πολύ το άσπρο. Και ποια γραβάτα; (Παύση) Πολλές μύγες… θα βρέξει. (Φωνάζει) Αίσα… (Ακούγεται ο μουεζίνης στην πρωινή προσευχή) Ξημερώνει. Πού τρέχει απ’ το χάραμα; (Φωνάζει) Αίσα… Πολλές μύγες… Να κατεβάσουν τα τουλπάνια, θα μας φάνε. (Φωνάζει) Αίσα… Ένα τσάι… Σήμερα δε θα μαγειρέψω. (Διώχνει τις μύγες) Πω πω, κοίταξέ τες τις άτιμες… Φλεβάρη μήνα… Είχε και στο νοσοκομείο πολλές μύγες… Πόσο έμεινε μέσα;… Τέσσερις εβδομάδες γεμάτες. Εγώ πήγα μόνο μία φορά, ναι, μόνο μία… Δεν ήθελα να τον βλέπω. Πήγαινε ο Γεώργιος, ο μεγάλος μας ο υιός. Τον ρώταγα όταν ερχότανε, «Πώς είναι ο πατέρας σου; Είπαν τίποτα οι γιατροί;» «Τίποτα ακόμα, μητέρα, τίποτα…» Πλενότανε, του έδινα καθαρές αλλαξιές για τον πατέρα του και ξανάφευγε… Εκεί… όλες τις μέρες, εκεί. Ένα μεσημέρι γυρίσανε. «Στείλε τον Χασάν, μητέρα, με το αμάξι να μας πάρει», μέ ’χε πει το πρωί ο υιός μου πριν φύγει για το νοσοκομείο. Ήλθανε, εκείνος σταμάτησε εις το έμπα και κοίταξε γύρω σα να μην ήξερε τι έβλεπε… «Καλώς τονα τον άντρα μου, έλα, κόπιασε, Πέτρο μου, πέρνα σπίτι σου…» Του άνοιξα την τραπεζαρία και πέρασε και κάθισε ήμερος, σιγανεμένος… «Θες κάτι, άρχοντά μου, να σε φέρω ολίγον ρετζέλι που σ’ αρέσει να γλυκαθείς;», τον λέω, «ε, έναν καφέ, να σε φτιάξω έναν καφέ;» Απόκριση δεν έλαβα. Με κοίταξε παράξενα, έψαχνε να δει ποια είμαι. Τον άφησα δυο στιγμές να βρεθεί στα γνώριμά του κι ύστερα, «Άντρα μου, μη στενοχωριέσαι, θες να φύγομε απ’ την Αλεξάνδρεια, έχει πολλήν υγρασία αυτόν τον καιρό… Θες να πάμε στη Μάρσα Ματρούχ, να στείλω να ανοίξουν το σπίτι;…» Πάλι δεν αποκρίθηκε, και σβήσαν τα μάτια του, σβηστά με κοίταζε. «Απ’ τα φάρμακα», πρόλαβε ο υιός μου, «είναι βαριά τα φάρμακα…» «Οι γιατροί δεν μίλησαν τίποτα; Επιστήμονες, ούτε δυο λέξεις;…» «Τα νεύρα του με είπαν», και βγήκε απ’ την κάμαρα το παιδί μη δω την ταραχή του. Τι πά’ να πει τα νεύρα του; Μια χαρά άνθρωπος, γερός, ψυχωμένος , πώς τα νεύρα του, απ’ τη μιαν ώρα στην άλλη; Και ποιο δρόμο από δω και πέρα, γιατρέ μου;… Έλα, πες μας… Γι’ αυτό και σπούδασες, δια να με λες τι πρέπει να κάνω… πώς να βοηθήσω άρρωστο άνθρωπο… πώς να τον συνεφέρω. Τα παιδιά του δίπλα του ορθά, εγώ κερί αναμμένο, οι δουλειές του προχωρούν όπως τις θέλει… γιατί τα νεύρα του; Εξόν κι αν ο Πέτρος μου, είχε μυστικά, αν είχε κρυφούς καημούς… Λες, και να μην το ήξερα; Όχι, όχι, δεν είχε τέτοια ο Πετρής μου, δεν είχε καταχωνιασμένα, όλα τά ’λεγε, όλα… Μα πάλι… άνθρωπος ήταν, δεν ήταν Θεός! Όχι, δεν ήταν Θεός! Αν ήταν δε θα γέμιζε το σπίτι φάρμακα και φαρμάκια. Άλλα το πρωί, άλλα το μεσημέρι, άλλα το βράδυ, κι όλο κοιμότανε. Λίγες ώρες ξύπνιος, κι αυτές τις λίγες κλειστό το στόμα, ούτε αχ δεν έβγανε. Πέντε φορές να τον ρώταγες, μουγγός σ’ έβλεπε, μουγγός σ’ άκουγε. Τριγύρναγε άσκοπα μέσ’ στο σπίτι κι όλο έβγαινε στη βεράντα να κοιτάει ανθρώπους κι άμαξες να περνάνε. Τι κοιτούσε τόσες ώρες, ας μέ ’λεγε κάποιος… Το μυαλό σου, άντρα μου; Σε ποια σοκάκια μπλέχτηκε το μυαλό σου; Ναι. Ο άνθρωπος με τα χρόνια χαλάει. Μεγαλώνεις, άντε να σταθώ στα πόδια μου, λες, κάνεις να στυλώσεις το κεφάλι να κοιτάξεις πέρα και πέφτεις εις τους κακόδρομους και εις τα βουρκονέρια, και μετά έρχονται και σε βρίσκουν αρρώστιες και λιγοψυχάς και λες, αυτό ήταν, γέρασα… πάει τέλειωσε. Ό,τι έζησα, έζησα, κι ό,τι απόμεινε αυτό θα ζήσω, δεν έχει άλλο παραπέρα, έτσι θαρρώ εγώ. Κι αυτά που λένε για το μετά… ο ένας σε τάζει αυτό, ο άλλος σε τάζει τ’ άλλο… πού να βασιστείς; «Πάντες θέλουσι ζωοποιηθεί εν τω Χριστώ». Καλό είναι για παρηγοριά, αλλά άμα σε τρώει να μάθεις, δε σε φτάνει. Κι αυτός ο τετραήμερος ο Λάζαρος λέξη δεν είπε, μισή χαρά πήραμε. «Ο πιστεύων εις εμέ, και αν αποθάνει, θέλει ζήσει», λέμε στις εκκλησιές μας. «Οι ευσεβείς θα βρεθούν στη μακαριότητα, οι κακοήθεις στη Φωτιά της Κόλασης», λένε απέναντι στα τζαμιά τους…και μεις στη μέση να παραδέρνουμε στη τρομάρα και στο φοβέρισμα. Να, είδατε, μεγάλωσα και εγώ. Αυτά δεν τα σκέφτεσαι μικρός. Τα σκέφτεσαι; Όχι. Μικρός τρέχεις να γλυκαθείς απ’ τη ζωή, γελάς, αγαπάς, μαλώνεις, πονάς, πέφτεις, μαθαίνεις να σηκώνεσαι. Είσαι εσύ. Μόνο. Εσύ ο Θεός, εσύ κι άνθρωπος και κάνεις τα κουμάντα σου. Μετά, όσο μεγαλώνεις, λιγοστεύει ο Θεός κι απομένεις ο άνθρωπος και το παλιωμένο χώμα σου. «Χους ει και εις χουν απελεύσει». Μεγάλωσα, ναι. Ο Πέτρος μου, βέβαια, μεγαλύτερος… Πόσα χρόνια; Είκοσι. Είκοσι ολόκληρα! Η μάνα μου, μικροκαμωμένη μια σταλιά, αλλά τα λόγια της, πόρτες που κλείνουν, Αυτόν θα πάρεις! Με το ’πε μια έξω! Άντρας καλός, κιμπάρης και σ’ αγαπάει. Μεγαλύτερός σου, αλλά αυτό είναι το κέρδος σουΘα σε προσέχει, θα σε φροντίζει ωσάν τα μάτια του, ψηλά θα σε βάνει και θα σε κρατά ψηλά. Μόνο μάθε να μαγειρεύεις, κι η ζωή σου;…χαρισάμενη! Χάλασαν κόσμο οι προξενιές εις το Νιχώρι, και μετά ήλθαν οι αρρεβώνες και γρήγορα οι χαρές με τα μπροστιάσματα και τους κουμπάρους και τις στολίστρες. Τα παινέματα; Κόπιασαν απ’ όλη την Πόλη… τρεις μέρες βούιζε το Τσιχαγγίρι, κι ο Επτάλοφος! Όμορφη ήμουν! Ρουσομάτα και βεργολυγερή. Λουλούδι, πήρες, Πέτρο μου, δεκατεσσάρων χρόνων, λευκό γιασεμάκι πήρες… Πω πω, μύγες… (Φωνάζει) Αίσα… Μέ ’λειψε το Νιχώρι όταν έφυγα. Εκεί να δεις… δέντρα ίσαμε τον ουρανό, πουλιά, πουλιά, τσι, τσι, τσι, απ’ το πρωί ως την εσπέρα τιτιβίσματα, ο μπαξές μας γεμάτος φωλιές, και νερά, πολλά νερά είχε το Νιχώρι.

Κι όταν το βράδυ έλθη,
αν βγης έξω να περπατήσης
και βρης μπροστά σου καρυδιαίς,
στο δρόμο μη προχώρει
του ταξειδιού σου πια.
Αλλού ποιόν τόπο θα ζητήσης
καλλείτερον απ’ το Νιχώρι.

Το ’γραψε το στερνοπαίδι μου, ο μικρός μου ο Κωνσταντίνος, όταν γνώρισε το Νιχώρι. Ήταν τότε που σαν τρελή μάζεψα τα παιδιά μου, παράτησα την Αλεξάνδρεια δεκαπέντε μέρες πριν την βομβαρδίσουν οι Άγγλοι, και πήγαμε εις το Νιχώρι, εις το πατρικό μου σπίτι να σωθούμε. Πόσο ήταν τότε ο Κωνσταντίνος; Παλικαράκι, δεκαοχτώ, δεκαεννιά… Εκεί, εις το Νιχώρι, κατάλαβα. Ήταν πολύ γλυκό αγόρι ο παραγιός. Ναι. Μας έφερνε κάθε απόγεμα τα ζεμπίλια με τα ψώνια. Αρμένης, μελαχρινός και καλοδεμένος, στην ηλικία ίσαμε το γιό μου. Είδα τα κρυφοκοιτάγματα, πώς προλάβαινε τον χτύπο της πόρτας ο Κωνσταντίνος την ώρα που περιμέναμε τον φορτωμένο παραγιό. Κάποια βράδια αργούσε να γυρίσει σπίτι απ’ τη βόλτα του, κι όταν επέστρεφε μύριζε δυό ιδρώτες, κι ήταν ακόμα αναμμένος, κι ανταριασμένος κάπου να κρυφτεί να μη δούμε το άναμμά του. Και μετά ήταν κι ο ξάδελφός του ο Γεώργιος, μεγαλύτερός του αυτός. Δέθηκαν πολύ τα δυό αγόρια, συνέχεια μαζί περνούσαν τις ώρες, εκεί τα πράγματα φάνηκαν περισσότερο. Από τότε ένιωσα το παιδί μου, αλλά δεν του μίλησα. Ούτε θα του μιλήσω. Κι όταν το βράδυ έλθη, αν βγης έξω να περπατήσης… Για τον άλλον με λένε ότι είναι ποιητής, τον Ιωάννη, αλλά θαρρώ πως ο μικρός σχεδιάζει πιο καλά τα γραμμένα. Έτσι ήταν, όπως τά ’γραψε. Καταπράσινο το Νιχώρι, διάπλατοι δρόμοι, περνούσαν οι μανάβηδες με τις καρότσες το πρωί, κι οι Αρμενέοι παγωτατζήδες τα απογεύματα, κι οι καμπάνες στις εκκλησίες, κι οι μουεζίνηδες εις τα τζαμιά, κι ωραία μεγάλα σπίτια. Ντυνόμασταν και ωραία, ερχόντουσαν ράφτρες εις το σπίτι και ράβανε δυο φορές το χρόνο, πριν την άνοιξη και τέλος καλοκαιριού. Ράβανε, ου, ου, ου, τριάντα μέρες! Περνούσαν στη σειρά όλες οι γυναίκες της οικογένειας, οι άντρες ραβόντουσαν στην πόλη. Ήταν ωραία. Ζούσαμε καλά. Καλά έζησα εις το Νιχώρι, απ’ την ώρα που γεννήθηκα…μέχρι εκείνη τη μέρα… Σάββατο ήτανε, κι άνοιξη, ζαλιζόσουν απ’ τις μυρωδιές του μπαξέ. Είχα δει ένα όνειρο τα ξημερώματα και ξύπνησα σα λαβωμένη. Η μάνα μου, λέει, ότι με ήβρε στη στροφή της σκάλας που κατέβαινε απ’ τις κρεβατοκάμαρες. Είχα περάσει, λέει, τα πόδια μου ανάμεσα απ’ τα κάγκελα, κρεμόντουσαν τα πόδια μου, και τα κούναγα πέρα δώθε ωσάν να περπατούσα, και μίλαγα σε κάποιον κοιτώντας το πανωπόρτι κάτω στην είσοδο, και τον φώναζα, λέει, να φύγει, να ανοίξει την πόρτα και να φύγει απ’ το σπίτι, έτσι με είπε η μάνα μου. Και με είπε ότι δεν ήταν κανείς στην πόρτα. Εγώ δεν ενθυμούμαι σκάλες και πόδια κρεμασμένα. Μόνο τ’ όνειρο ενθυμούμαι κι ότι ήταν Σάββατο κι άνοιξη.

Παντρεύτηκα, λοιπόν, τον Πετρή μου, αλλά σπιτικό δεν ανοίξαμε. Όλο έφευγε ταξίδια κι άλλα ταξίδια, δουλειές, δυο χρόνια πήγαινε-έλα εκείνος, πέρα-δώθε στην κουζίνα, της πεθεράς μου, εγώ! Μέναμε εις το σπίτι της προσωρινά. Αφεντογυναίκα και σκοτεινομάτα. Όλα να με τα μάθει, κι όλα κατά τη δική της τη βουλή. Ήξερα, βέβαια, κι απ’ τη μάνα μου, αλλά η πεθερά μου, βήμα πίσω, έπρεπε να τα κάνω όπως έλεγε αυτή. «Εσύ θα μαγειρεύεις σπίτι σου, ακούς; Μην αφήνεις ξένες, ακούς;» Τι να μποτιλιάζω σουμάδες έμαθα, να φτιάχνω λικεράκια, τι ασουρέδες, έμαθα να τσιγαρίζω, να κοσκινίζω, να ψήνω εις τον ατμό, λουφάρια πιλάφι έμαθα, γκιουβέτζι, χαβιαροσαλάτα, τι βύσσινο σιρόπι, σ’ αυτό ήμουν πρώτη, κι άκου, εύκολο. Δύο οκάδες βύσσινο, δύο οκάδες ρούμι, καλό ρούμι, και ζάχαρη όσο να είναι γλυκό. Το μισό το βύσσινο παστρευμένο απ’ τα κουκούτσια του, το άλλο μισό ζουληκτό και παίρνουν το ζουμί του, βάζουν κανελόξυλα και μοσκοκάρφια και αφού ανακατευθούν όλα καλά τα μποτιλιάζουν και στουμπώνουν, σε δύο τρεις μήνες… λαμπρό ποτό! Αίμα κατακόκκινο! Τα ’χω γραμμένα όλα εις το τετραδιάκι μου, ντυμένο με μαύρη κόλλα χαρτί να ξεχωρίζει… Σαράντα συνταγές…και να δω πόσες ακόμα θε να γράψω.

Δυο χρόνια πέρασαν με τα ταψιά και τις κατσαρόλες εις το σπίτι της πεθεράς μου και σε μίαν επιστροφή του ο Πετρής με λέει ότι εις το επόμενο ταξίδι θα με πάρει μαζί του, να ετοιμαστώ, λέει, θα πάμε να μείνομε στην Αγγλία. Τά ’χασα. Δεν ήξερα, να χαρώ, να μαυρίσει η ψυχή μου; Πρώτη μου φορά θά ’φευγα απ’ τα μέρη μου… και πού θα πήγαινα; Σε ένα μεγάλο νησί, λέει. Πώς νά ’χεις εμπιστοσύνη σ’ ένα κομμάτι γης που στέκεται μόνο του μες στη θάλασσα; Κι αν την έπιανε την Αγγλία να σαλπάρει, να ταξιδέψει ανοιχτοπέλαγα, πού θα φτάναμε; Μικρή, βλέπεις, δεν ήξερα τα γράμματα που έπρεπε, δεν ήξερα και τον κόσμο. Λαχτάρησα! Άσε που θα μέ ’λειπε κι η Πόλη μου, οι δικοί μου οι άνθρωποι, οι φίλες μου. Με έπιασε και λύπη μαζί με την τρομάρα, αλλά δεν έδειξα τίποτα. Ήθελα να με περνάνε για γενναία και δυνατή. Ο Πέτρος όμως το κατάλαβε και πιάνει ένα βράδυ και με καθίζει μόνοι μας, και μ’ αρχίζει τα σερμπέτια για την Αγγλία. Και κείνο και το άλλο, και θα βλέπομε από δω και θα βλέπομε από κει, και θα δεις ομορφιές στο Λονδίνο, και θά ’μαστε οι δυο μας μοναχά. Με γλύκαναν τα λόγια του, πάει η τρομάρα. Γύρισα φύλλο. Μέ ’πιασαν οι βιασύνες. Δεν ήξερα πού να κρυφτώ, να μη βλέπει η πεθερά μου πως πέταγα απ’ τη χαρά μου.

Πάντως άλλος αέρας φυσάει εις το Λονδίνο, άλλοι άνθρωποι. Εμένα άνοστοι με φάνηκαν, αλλά, θα με πεις, όλοι έχουμε τα στραβά μας. Αλήθεια. Ωσάν άψητο ψωμί και κλειστοί, κουμπωμένοι μέχρις απάνω απ’ την κεφαλή. Η γειτονιά που μείναμε ήταν ωραία, και το σπίτι μας, μια χαρά σπίτι, φρεσκοβαμμένο, επιπλωμένο, με βεράντες μπρός πίσω. Είχαμε και γυναίκα να μας μαγειρεύει, αλλά τρύπωνα και εγώ στην κουζίνα κάτι να διορθώσω, κάτι να σώσω. Βλέπεις, και τα φαγητά τους ίδια μ’ αυτούς. Άνοστα, ωσάν να ’λειπε το αλάτι, τα μπαχαρικά. Οι σάλτσες τους δε δένανε, νερό νά ’χες, σάλτσα νά ’χες, το ίδιο ήτανε. Μισές γεύσεις. Και δεν είχαν και φρούτα. Πέντε δικά τους να ’χαν όλα κι όλα;… Πολλά λέω, τα υπόλοιπα τά ’φερναν απ’ άλλες χώρες. Ε, τα γλυκά τους πια… δεν… Πού ’ν’ το σαραγλί και το εκμέκ, το καζάν ντιπί και το μουχαλεμπί, αχ, Πόλη μου, Κωνσταντινούπολη! Το μόνο που μ’ άρεζε σ’ αυτούς ήταν η πουτίγκα ρυζιού. Βράζεις καλά ρύζι με μίαν οκά γάλα, έπειτα το κατεβάζεις και το ανακατεύεις με ζάχαρη και επτά αυγά και σταφιδίτσες. Αλείφεις ένα τεντζεράκι με βούτυρο και γαλέτα ψιλοκοπανισμένην, το φκερώνεις μέσα εις τον τέντζερη και το στέλνεις εις το φούρνο. Έπειτα κάνεις μίαν σάλτσα, παίρνεις ολίγον κονιάκ, σπάνεις τέσσερα ή πέντε αυγά και ζάχαρη ψιλή και τα κτυπάς πλησίον της φωτιάς και την περιχάς.

 

Απόσπασμα από τον ομώνυμο μονόλογο του Κοραή Δαμάτη που ανεβαίνει στο Θέατρο Vault την Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017, σε σκηνοθεσία του ίδιου και ερμηνεία της Βάνας Παρθενιάδου.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: