A+ A A-

«“Φράνσις” της Αλμπέρτας Τσοπανάκη στο Θέατρο Παραμυθίας» του Κωνσταντίνου Μπούρα

«“Φράνσις” της Αλμπέρτας Τσοπανάκη στο Θέατρο Παραμυθίας» του Κωνσταντίνου Μπούρα


Η έμπειρη πλέον θεατράνθρωπος και άνθρωπος-ορχήστρα Αλμπέρτα Τσοπανάκη βουτάει στα πραγματικά βαθιά νερά της θεατρικής και συγγραφικής πράξης, εκεί που βούλιαξε για πάντα η Σάρα Κέιν. Διασκευάζοντας κατά τον δικό της μεσογειακό-ιονεσκικό τρόπο τη γνωστή ιστορία της χολιγουντιανής ηθοποιού Φράνσις Φάρμερ, η οποία τη δεκαετία του 1930 απέτυχε να προσαρμοστεί στη βιομηχανία του θεάματος και με τη συνεργεία της μητέρας της κλείστηκε σε ψυχιατρική κλινική και υπέστη λοβοτομή. Η ιστορία της έγινε γνωστή το 1982 από την ομώνυμη ταινία του Γκρεμ Κλίφορντ Φράνσις, μια αδέσμευτη γυναίκα (Frances), με πρωταγωνιστές την Τζέσικα Λανγκ και τον Σαμ Σέπαρντ στο ρόλο ενός δημοσιογράφου που είχε μπλεχτεί ερωτικά με την ηθοποιό.

Στο έργο της Τσοπανάκη, η νεαρά, άθεη κι επαναστατημένη κατά των κοινωνικών ανισοτήτων και πολέμιος της Αδικίας, ηθοποιός ανούσιων τυποποιημένων ρόλων, ξανθιάς χαζογκόμενας, πιστής συζύγου και νοικοκυρούλας, πειθήνιας δακτυλογράφου και πρόθυμου θηλυκού (υπό προϋποθέσεις, και με το ανάλογον αντάλλαγμα, βεβαίως), αλέθεται από τις μυλόπετρες μιας βιομηχανίας που θεωρεί τον ηθοποιό «κρέας», άβουλο, πειθήνιο όργανο στις προδεδιαγραμμένες ιδιοτροπίες σεναριογράφων και σκηνοθετών.

Η Αλμπέρτα Τσοπανάκη παίρνει στοιχεία του μύθου, αλλά δεν αντιγράφει βεβαίως την ταινία. Αντιθέτως, στήνει ένα εφιαλτικό νουάρ τοπίο, όπου η αιώνια έφηβη αντιστέκεται στην εφιαλτική, απρόσωπη, διεφθαρμένη κοινωνία που επιμένει να την καταπιεί, να την αφομοιώσει, να τη μεταβολίσει. Αυτή η αιωνίως επαναστατημένη διάθεση των εφήβων του Δυτικού Κόσμου, όπως εικονοποιείται και στο Επαναστάτης χωρίς αιτία με τον Τζέιμς Ντιν, κρύβει μια υπερ-προστατευτικότητα των μικρο-μεσοαστικών εύπορων οικογενειών προς τους «μικρούς αυτοκράτορες» που μεγαλώνουν ως γόνους κατ’ εικόνα και ομοίωσίν τους. Η αγωνία της αθανασίας διά της επαναλήψεως του προτύπου αποτυπώνεται πεντακάθαρα σε αυτό το εκπληκτικής αγριότητος πρόθεμα «junior» (αγγλοσαξωνικής κοπής κι εμπνεύσεως). Και δεδομένου ότι κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός κι ανεξάντλητος, αυτή ακριβώς η επιταγή, οικογενειακή κι ως εκ τούτου κοινωνική, είναι ο πρώτος βιασμός που υφίσταται ο νεαρός σπόρος όταν αρχίσει να βλασταίνει. Θα ακολουθήσουν βεβαίως κι άλλοι, με την προϋπόθεση ότι δεν έχει «τσακίσει», δεν έχει καταστραφεί ο βλαστός και το «άλας» δεν έχει «μωρανθεί»...

Στο έργο της Τσοπανάκη, η νεαρά, άθεη κι επαναστατημένη κατά των κοινωνικών ανισοτήτων και πολέμιος της Αδικίας, ηθοποιός ανούσιων τυποποιημένων ρόλων, ξανθιάς χαζογκόμενας, πιστής συζύγου και νοικοκυρούλας, πειθήνιας δακτυλογράφου και πρόθυμου θηλυκού (υπό προϋποθέσεις, και με το ανάλογον αντάλλαγμα, βεβαίως), αλέθεται από τις μυλόπετρες μιας βιομηχανίας που θεωρεί τον ηθοποιό «κρέας», άβουλο, πειθήνιο όργανο στις προδεδιαγραμμένες ιδιοτροπίες σεναριογράφων και σκηνοθετών. Η μικρά αντιστέκεται. Θανάσιμο αμάρτημα. Η καθωσπρέπει μάνα είναι πανταχού παρούσα για να εξασφαλίσει το political correct της κόρης της και την τιμή της οικογένειάς της. Διαφαίνεται μια γυναικεία ζήλεια από την πλευρά του υποταγμένου θηλυκού προς το επαναστατημένο βλαστάρι της. Όμως πέρα από την όποια ψυχαναλυτική οπτική, το κοινωνικό δράμα εκτυλίσσεται αναλλοίωτο από το Μεσαίωνα και έως τις μέρες μας. Το διαφορετικό εξοντώνεται, εξαλείφεται, εξανδραποδίζεται, άλλοτε άμεσα κι άλλοτε έμμεσα. Η καταστροφή μιας καριέρας, η σιωπή, η αγνόηση, η περιφρόνηση, η περιθωριοποίηση είναι μερικές φορές πιο δραστικές από τις πυρές των μαγισσών.

Τελικά, η κοινωνία (η κάθε κοινωνία) διαφυλάσσει κάθε φορά τα όριά της (ακόμα κι αν διακηρύσσει ότι δεν υπάρχουν σύνορα, ακόμα κι αν έχει το ηλιακό άγαλμα της Ελευθερίας στο τελωνείο της...). Υπάρχουν όρια κι αλίμονο σε όποιον θα τα διαβεί.

Το θέατρο, από αρχαιοτάτων χρόνων, είναι πράξη προπαγανδιστικά πολιτική, σχολείο μίμησης κι εκμάθησης προτύπων-ρόλων-στάσεων και συμπεριφορών, αποδεκτών από το κοινωνικό σύνολο, εκείνων που εξασφαλίζουν την επιβίωση και την ευημερία του. Ο «αποδιοπομπαίος φαρμακός» καταστρέφεται, προκαλώντας στη βαθιά ψυχούλα μας «έλεον και φόβον», αλλά κυρίως αποστροφή για να μην καταλήξουμε στο γκρεμό μαζί του. Από τον αιμομείκτη και πατροκτόνο Οιδίποδα έως τον εσταυρωμένο Θεάνθρωπο, οι Γραμματείς και Φαρισαίοι πάντα κερδίζουν, οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες έχουν πάντα τον τελευταίο λόγο, ακόμα κι αν δεν τους «κουβανείς μες την ψυχή σου». Τους κουβαλάνε οι άλλοι...

Στην Τέχνη, το θύμα γίνεται συμπαθές άμα τη πτώσει του. Προηγουμένως είναι τερατώδες και τρομακτικό. Αποτρόπαιο και παράδειγμα προς αποφυγήν. Δυσάρεστο και «κακόγουστο» συνάμα. Δεν συνάδει προς τα χρηστά ήθη. Ουδείς λογικός άνθρωπος θέλει να κάνει παρέα και να ταυτιστεί μαζί του. Στο θέατρο, όμως, πληρώνεις εισιτήριο, κάθεσαι στην ανωνυμία της σκοτεινής σάλας, απολαμβάνεις εκ του ασφαλούς τις εκτροπές του μυαλού, δεμένος όμως σφιχτά στην καρέκλα σου, και μόλις προσγειωθείς πάλι στην πραγματικότητα, χειροκροτείς για να συνειδητοποιήσεις πού βρίσκεσαι εσύ και πού οι άλλοι, για να επανέλθεις στα συμβατικά όρια που χωρούν μέσα στα ρούχα σου. Λίγο ασφυκτικά, αλλά τι να κάνεις; Δεν πειράζει... Φτάνει να επιβιώσεις. Συχνά όμως ξεχνάμε ότι τα ουσιαστικά «ζωή» κι «επιβίωση» ΔΕΝ είναι συνώνυμα.

Θαύμασα τη δραματουργική μαεστρία, την αδάμαστη υποκριτική της Αλμπέρτας Τσοπανάκη, τη σκηνοθετική δεινότητα της καθηγήτριας Σημειολογίας του Θεάτρου Μαρίκας Θωμαδάκη, την πίστη του σταθερού κοινού που έχει αναπτύξει μέσα στα χρόνια το «αιρετικό», το «νουάρ» Θέατρο της Οδού Παραμυθίας.

Θαύμασα τη δραματουργική μαεστρία, την αδάμαστη υποκριτική της Αλμπέρτας Τσοπανάκη, τη σκηνοθετική δεινότητα της καθηγήτριας Σημειολογίας του Θεάτρου Μαρίκας Θωμαδάκη, την πίστη του σταθερού κοινού που έχει αναπτύξει μέσα στα χρόνια το «αιρετικό», το «νουάρ» Θέατρο της Οδού Παραμυθίας. Νεανικό κοινό, θεατράνθρωποι ολκής και φοιτούντες εις το Πανεπιστήμιο της Ζωής, αενάως.

Παρά τη σκηνική λιτότητα (στα χρόνια της Κρίσης αναπτύσσεται μια σκηνογραφική-ενδυματολογική άποψη «φτώχειας», η οποία συμβαδίζει με τα ξεσκισμένα τζιν που δεν διακρίνονται από τα κουρέλια των αστέγων). Οι φωτισμοί όμως και το video-art συμπλήρωσαν αυτό το «φτωχό θέατρο», που δεν είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που οραματιζόταν ο Γκροτόφσκι. Η μουσική τραγική υπόμνηση της ναρκοθετημένης μοίρας του Ανθρώπου, από τον αλυσσοδεμένο Προμηθέα κι εντέυθεν.

Μία από τις πλέον πρωτότυπες κι ενδιαφέρουσες θεατρικές απόπειρες της φετινής θεατρικής περιόδου.

Συντελεστές
Συγγραφέας: Αλμπέρτα Τσοπανάκη
Σκηνοθεσία: Μαρίκα Θωμαδάκη
Μουσική επιμέλεια: Τάκις Μελίδης
Σκηνικά-Κοστούμια-Φωτιστικοί σχεδιασμοί: Τάκις Μελίδης
Εικαστική επιμέλεια/video art: Τάκις Μελίδης
Κίνηση: Βίλμα Ανδριώτη
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελίνα Σπυριδάκη

Παίζουν: Αλμπέρτα Τσοπανάκη, Μαρία Δούση, Πέτρος Μπένος, Θανάσης Πατριαρχέας, Κωνσταντίνος Κούσης, Εμμανουήλ Μαυρίδης

Θέατρο Παραμυθίας
Παραμυθίας 27 και Μυκάλης
Κεραμεικός, Αθήνα
Τηλ.: 6939 498289

 

Διαβάστε επίσης
ΘΕΑΤΡΟ
«Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου στο Θέατρο Altera Pars

Η «Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου παίζεται κάθε Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή στο θέατρο Altera Pars σε σκηνοθεσία Πέτρου Νάκου. Η Αγγέλα, ένα ορφανό κορίτσι, έρχεται από το χωριό της στον «μεγάλο κόσμο» της...

ΘΕΑΤΡΟ
«“Θέλετε να χορέψομε Μαρία;” της Μέλπως Αξιώτη από την ομάδα bijoux de kant» του Κώστα Καρασαββίδη

Με τη νουβέλα Θέλετε να χορέψομε Μαρία; της Μέλπως Αξιώτη σε δραματουργική μεταφορά Γιάννη Σκουρλέτη και Ηλέκτρας Ελληνικιώτη, η ομάδα bijoux de kant πειραματίστηκε αυτήν τη φορά πάνω στην...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr