A+ A A-

ΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

ΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ της Έλενας Χουζούρη

Η εμβληματική οπερέτα «Ο Βαφτιστικός» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη κάνει πρεμιέρα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στις 23 Οκτωβρίου για να ακολουθήσουν άλλες πέντε παραστάσεις στις 26, 27, 28 Οκτωβρίου και 2-3 Νοεμβρίου. Ο Βαφτιστικός είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά τον περασμένο Ιούλιο στο Ηρώδειο και η εξαιρετική επιτυχία της παράστασης δρομολόγησε και τις φθινοπωρινές παραστάσεις στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Πρόκειται για την πρώτη παραγωγή οπερέτας του Μεγάρου Μουσικής και εντάσσεται στο πλαίσιο του κύκλου «Όπερα και Οπερέτα».

Ο Βαφτιστικός του Θεόφραστου Σακελλαρίδη –ο οποίος, δικαίως, μαζί με τον Νίκο Χατζηαποστόλου θεωρούνται οι στυλοβάτες της ελληνικής (αθηναϊκής) οπερέτας– ανεβαίνει για πρώτη φορά στις 19 Μαΐου 1918 στο θέατρο του Συντάγματος από το θίασο του Γιάννη Παπαϊωάννου και κυριολεκτικά σπάει ταμεία, ενώ τα τραγούδια της παράστασης θα παραμείνουν στο ελληνικό ρεπερτόριο για αρκετές δεκαετίες ακόμα.

Ωστόσο το αθηναϊκό κοινό είχε μυηθεί στα ανάλαφρα και παιγνιώδη ακούσματα, μουσικά και λεκτικά, της οπερέτας ήδη από το 1871, όταν περιοδεύοντες γαλλικοί θίασοι παρουσίαζαν οπερέτες στην πρωτεύουσα. Άλλωστε η γενέτειρα της οπερέτας, της μικρής όπερας δηλαδή ή μελοδραματίου όπως αποκαλείτο αρχικά, ήταν η Γαλλία και πατήρ της ο Ιάκωβος [Ζακ] Όφενμπαχ. Από τη Γαλλία πέρασε στη Βιέννη όπου άκμασε χάρη στον Γιόχαν Στράους τον νεότερο (Βαρόνος αθίγγανος, Νυχτερίδα), τον Φραντς Λέχαρ, τον Έμεριχ Κάλμαν και τον Όσκαρ Στράους. Κύριο χαρακτηριστικό της βιεννέζικης οπερέτας ήταν βέβαια το βαλς. Στην Αθήνα των αρχών του 20ού αιώνα, όπου μια μικρή αστική τάξη είχε αρχίσει να δημιουργείται, με το βλέμμα στραμμένο προς την Ευρώπη, η οπερέτα βρήκε πρόσφορο έδαφος. Έτσι, ελληνικός θίασος τολμά να ανεβάσει τη γαλλική οπερέτα Μαμζέλ Νιτούς [Mamzel Nitouch] του Herve Florrimond (1825-1892) με πρωταγωνίστρια τη Ροζαλία Νίκα και αρχιμουσικό τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη, στις 12 Σεπτεμβρίου 1908. Η επιτυχία της περίφημης για πολλά χρόνια μετά την πρώτη παράσταση Μαμζέλ Νιτούς ανοίγει κυριολεκτικά το δρόμο για την αθηναϊκή οπερέτα. Ούτε ένα χρόνο μετά, στις 8 Μαΐου 1909, ανεβαίνει στη σκηνή του «Θεάτρου Συντάγματος» η πρώτη ελληνική οπερέτα. Πρόκειται για την οπερέτα Σία και αράξαμε σε μουσική Θεόφραστου Σακελλαρίδη και λιμπρέτο Π. Δημητρακόπουλου. Μεγάλη τολμηρή καινοτομία της πρώτης ελληνικής οπερέτας, η χρήση της δημοτικής γλώσσας. Την ίδια χρονιά ακολουθούν οι οπερέτες Λήδα του Διονυσίου Λαυράγκα και Σατανάς του Ξενοφώντα Αστεριάδη. Και το 1914 έρχεται ένας σπουδαίος μουσικός και συνθέτης, ο Σπύρος Σαμάρας, με την οπερέτα Πόλεμος εν πολέμω. Από κει και πέρα το μέλλον της αθηναϊκής-ελληνικής οπερέτας λαμπρόν. Ανάμεσα στα 1910 και 1940 οι αθηναϊκές σκηνές θα φιλοξενήσουν περί τις… χίλιες οπερέτες. Δύο όμως είναι εκείνες που θα βάλουν τη σφραγίδα τους στην πλούσια ιστορία της αθηναϊκής οπερέτας και θα επηρεάσουν και το αστικό ή ελαφρύ τραγούδι, όπως το είχαν χαρακτηρίσει κάποιοι κακεντρεχείς αργότερα. Ο Βαφτιστικός του Θεόφραστου Σακελλαρίδη και Οι απάχηδες των Αθηνών του Νίκου Χατζηαποστόλου. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι η επιτυχία που σημειώνει η οπερέτα στο αθηναϊκό κοινό δεν είναι τυχαία. Η οπερέτα είναι αναμφισβήτητα ένα μουσικό θέατρο το οποίο ασχολείται με την καθημερινότητα των νεόκοπων Αθηναίων αστών. Έρχεται δηλαδή να εκπορθήσει το κωμειδύλλιο που έως τα τέλη του 19ου αιώνα μεσουρανεί εκπροσωπώντας και τη στροφή στην ελληνική φύση και τα έθιμα που πρεσβεύει η γενιά ποιητών και πεζογράφων της δεκαετίας του 1880. Με το γύρισμα όμως του αιώνα η Αθήνα σταδιακά γίνεται το σκηνικό στα έργα των περισσότερων πεζογράφων και ποιητών της νεότερης γενιάς, οι οποίοι εγκαταλείπουν την ελληνική φύση και την ύπαιθρο. Η ανάδυση τής –έστω σε σπάργανα– αστικής τάξης που ζει στην πρωτεύουσα της μικρής Ελλάδας θα φέρει και όλες τις αναμενόμενες αντιθέσεις και συγκρούσεις. Μαζί της θα γιγαντωθεί και το αποκλειστικό της ιδεολόγημα, η περίφημη και μοιραία Μεγάλη Ιδέα. Σε αυτό το καρπερό έδαφος πέφτει η, εξ εσπερίας ως μουσικό είδος φερμένη, οπερέτα. Ευρωπαϊκός αέρας, επίδραση από τη γαλλική φάρσα, μουσικό είδος πιο σύνθετο από το κωμειδύλλιο –ορχηστρική μουσική, χορωδιακά μέρη, άριες, ντουέτα, μπαλέτα–, η οπερέτα γίνεται η αισθητικά ευρωπαΐζουσα μουσική έκφραση των Αθηναίων αστών και επικρατεί.

Ο Βαφτιστικός του Θεόφραστου Σακελλαρίδη ανεβαίνει σε μια περίοδο όπου η Ελλάδα αισθάνεται περήφανη για τις νίκες της στους Βαλκανικούς Πολέμους οι οποίοι μεγάλωσαν τα σύνορά της, που έως τότε έφταναν μέχρι τον Πηνειό, και ζει τη Μεγάλη Ιδέα στην ενδοξότερη στιγμή της μετά τη συμμετοχή της στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μόλις ένα χρόνο μετά, τα ελληνικά στρατεύματα θα αποβιβαστούν στη Σμύρνη. Πώς θα μπορούσαμε να «διαβάσουμε» σήμερα τον Βαφτιστικό; Ως μια φάρσα πατριωτισμού; Ως έναν ύμνο στον πατριωτισμό μέσα από την καλοφτιαγμένη φάρσα; Μια κωμωδία παρεξηγήσεων; Ένα ερωτικό παιχνίδι με επίκεντρο τον πατριωτισμό; Πάντως η Βιβίκα Ζαχαρούλη λοιδορεί τον άνδρα της που, αντί να πάρει τον ένδοξο δρόμο που οδηγεί στο μέτωπο, εκείνος προτιμά να κρυφτεί στα μετόπισθεν των στρατιωτικών… αθηναϊκών γραφείων. Αντίθετα, ερωτεύεται αυτόν που νομίζει ότι είναι ο Βαφτιστικός και που υποτίθεται ότι έρχεται κατευθείαν από το ηρωικό μέτωπο. Η αλήθεια όμως είναι άλλη. Κι εδώ μπαίνει η φάρσα για να δείξει πως τα πράγματα δεν είναι καθόλου όπως φαίνονται. Τελικά ένας Συνταγματάρχης, ως από μηχανής θεός, εμφανίζεται για να αποκαλύψει την αλήθεια και να στείλει δειλούς και θαρραλέους –πού αλλού– στο μέτωπο. Η πλοκή της οπερέτας είναι επηρεασμένη από μια γαλλική φάρσα των Ενεκέν, Βέμπερ και Ντε Γκορς. Ωστόσο ό,τι πέρασε μέσα στο χρόνο από εκείνη την ανάλαφρη και φαρσική οπερέτα του Σακελλαρίδη δεν ήταν ούτε το ζεύγος Ζαχαρούλη, ούτε οι μπαγαποντιές του Βαφτιστικού, ούτε ο πατριωτισμός και η Μεγάλη Ιδέα. Ήταν η μουσική και τα τραγούδια. Πολλές δεκαετίες μετά θα τραγουδιέται το περίφημο «Τικ-Τακ», δηλαδή «Η καρδιά μου πονεί για σας» , «Τον παλιό εκείνο τον καιρό» και πολλά άλλα τραγούδια της οπερέτας. Πολύ αργότερα, το 1952 η οπερέτα θα γίνει κινηματογραφική ταινία σε σκηνοθεσία Μαρίας Πλυτά, με τον Αλέκο Αλεξανδράκη στο ρόλο του Βαφτιστικού και με τη φωνή του τενόρου Π. Επιτροπάκη στα τραγούδια, την Ανθή Ζαχαράτου και τον Μίμη Φωτόπουλο.

Την παράσταση-παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών έστησαν σκηνοθετικά ο εξαιρετικά έμπειρος στο γαλλικό θέατρο παρεξηγήσεων –βλέπε Μαριβό– Βασίλης Παπαβασιλείου και ενορχηστρωτικά ο αρχιμουσικός και καλλιτεχνικός διευθυντής της Καμεράτα, Γιώργος Πέτρου, πάντα σεβαστικός προς τις παλιές μουσικές. Ο Βαφτιστικός παρουσιάζεται χωρίς μουσικές περικοπές, όπως δηλαδή τον είδε, τον άκουσε και τον απόλαυσε το αθηναϊκό κοινό το 1918. Ακόμα και η ενορχήστρωση είναι η ίδια με εκείνη του 1918. Ο Γιώργος Πέτρου, πιστός στο σεβασμό του προς τη μουσική του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, δε θέλησε να ντύσει με «φαντεζί» –όπως θα έλεγε και ο πατήρ της αθηναϊκής οπερέτας– στοιχεία την παράσταση, όπως συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια. Άλλωστε η ενορχήστρωση του 1918 χαρίζει μοναδικά χρώματα στο έργο του Σακελλαρίδη, καθώς οι ήχοι του συνομιλούν με εκείνους των πατέρων της βιεννέζικης οπερέτας, Στράους και Λέχαρ.

Τους ρόλους στην παράσταση του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών κρατούν η σοπράνο Τζίνα Φωτεινοπούλου (Βιβίκα), η μετζοσοπράνο Ειρήνη Καραγιάννη (Κική), ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος (Πέτρος Χαρμίδης), ο βαρύτονος Δημήτρης Ναλμπάντης (Ζαχαρούλης) και ο βαρύτονος Ζάχος Τερζάκης (Συνταγματάρχης). Επίσης συμμετέχουν οι ηθοποιοί Θ. Τσαλνταμπάσης και Θ. Δήμου.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι της Marie Noelle Semet, η χορογραφία της Ισιδώρας Σιδέρη και η δραματουργική επεξεργασία του Σωτήρη Χαβιάρα. Την ορχήστρα της Καμεράτα διευθύνει ο Γιώργος Πέτρος. Συμπράττει η Χορωδία του Δήμου Αθηναίων.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr