A+ A A-

ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΗΝ ΤΟΣΚΑ

ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΗΝ ΤΟΣΚΑτης Έλενας Χουζούρη

Η πιο διάσημη ηρωίδα των παιδικών παραμυθιών και των ονείρων των, ανά τους αιώνες, φτωχών νεανίδων και μια από τις πιο τραγικές ηρωίδες του παγκόσμιου οπερατικού ρεπερτορίου, προσελκύουν το ενδιαφέρον όσων αγαπούν την όπερα. Η Σταχτοπούτα του Ροσίνι στην Εθνική Λυρική Σκηνή, από τη μια, και η Τόσκα του Πουτσίνι στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, από την άλλη.

«Η Σταχτοπούτα ή ο θρίαμβος της καλοσύνης», όπως είναι ο ακριβής τίτλος της όπερας του Ροσίνι (1792-1868), δανείζεται στοιχεία από το κλασικό παραμύθι του Περό (1647) δημιουργώντας τη δική του διδακτική εκδοχή του μύθου, με τις ανάλογες παρεμβάσεις. Λόγου χάριν, τον ρόλο της νεράιδας-νονάς που ως άλλος από μηχανής θεός βοηθάει τη Σταχτοπούτα να πάει στον χορό ερμηνεύει άντρας. Επίσης ο Ροσίνι και ο λιμπρετίστας που συνεργάστηκε μαζί του, ο Γιάκοπο Φερέτι, αφαιρούν το στοιχείο της μαγικής παρεμβολής προτάσσοντας το υψηλόν του χαρακτήρα της Σταχτοπούτας, τα ψυχικά της χαρίσματα, δηλαδή την προσωπικότητά της. Απηχούν έτσι τα ιδεώδη του Διαφωτισμού από τα οποία είχε επηρεαστεί ο συνθέτης. Πάντως συνθέτης και λιμπρετίστας δε βασίστηκαν μόνον στο κλασικό παραμύθι του Περό αλλά και στα ποιητικά κείμενα του Σαρλ Γκιγιόμ Ετιέν για την όπερα του Νικολά Ιζουάρ «Σταχτοπούτα» (Παρίσι, 1810) και του Φραντσέσκο Φιορίνι για την όπερα «Αγαθούλα ή η επιβράβευση της αρετής» του Στέφανο Παβέλ (Μιλάνο, 1814). Η όπερα του Ροσίνι ανεβαίνει τελικά το 1817 όταν ο συνθέτης από το Πέζαρο είναι ήδη διάσημος, εξαιτίας του «Κουρέα της Σεβίλλης» που έχει παρουσιαστεί μόλις έναν χρόνο πριν από τη Σταχτοπούτα κι έχει γνωρίσει τεράστια επιτυχία. Τα επόμενα χρόνια και έως το 1829 που, στα 38 του χρόνια, αποσύρεται εκούσια από την όπερα, ο Ροσίνι θα έχει συνθέσει άλλες 38 όπερες και θα θεωρείται, περίπου, ο βασιλιάς του belcanto. Μία από τις χαρακτηριστικές αγαπημένες του ενασχολήσεις από δω και πέρα θα είναι η γαστρονομία που τον ωθεί να οργανώνει γαστρονομικές δεξιώσεις και να δημιουργεί δικής του έμπνευσης πιάτα, όπως το γνωστό, έως σήμερα, tournedot Rossini!

Όσο για τη Σταχτοπούτα του αυτή, με οπερατικούς όρους ονομάζεται dramagiocoso, δηλαδή παιγνιώδες δράμα· κατά τον Μπετόβεν, operabuffo. Η αφαίρεση των υπερφυσικών στοιχείων, η ανάδειξη της κοινωνικής μικρογραφίας της εποχής του και των ταξικών διακρίσεων, έκανε τη σκηνοθέτιδα της παράστασης της ΕΛΣ, Ροδούλα Γαϊτάνου, να τοποθετήσει τη δράση σ’ ένα off Broadway θέατρο της Νέας Υόρκης, που παρακμάζει την περίοδο της «Μεγάλης Ύφεσης», το 1929. Έτσι η Σταχτοπούτα είναι η θετή κόρη του επιστάτη Μανίφικο και η ψυχή του θεάτρου. Ενώ όμως το ταλέντο της είναι ολοφάνερο, ο πατριός της έχει φορτώσει σ’ αυτήν όλες τις βαριές δουλειές της καθημερινότητας και προωθεί τις ατάλαντες κόρες του αλλά και το ίδιο το θέατρο στην καταστροφή του. Ώσπου πεθαίνει ο γέρος ιδιοκτήτης του θεάτρου και αναλαμβάνει ο, μέχρι πρότινος, άσωτος γιος του Ραμίρο. Μ’ έναν όμως όρο: Να βρει μια άξια κοπέλα για σύντροφο. Όλες αρχίζουν να περνούν από ακρόαση και βέβαια κερδίζει με το σπαθί της η Σταχτοπούτα. Με τη διαφορά ότι τη λύση τη δίνει όχι το κλασικό γοβάκι αλλά ένα… βραχιόλι.

Στην παράσταση της ΕΛΣ που παίζεται στις 10 και 13 Νοεμβρίου, στον ρόλο της Σταχτοπούτας εναλλάσσονται οι σοπράνο Μαίρη-Έλεν Νέζη και Ειρήνη Καραγιάννη, στον ρόλο του Ντον Ραμίρο οι Αντώνης Κορωναίος και Βασίλης Καβάγιας, και στου Νταντίνι οι Ντέιβιντ Μενέντεθ και Χάρης Ανδριανός. Την ορχήστρα της ΕΛΣ διευθύνει ο Γιώργος Πέτρου και τη χορωδία ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος. Τα σκηνικά είναι του Σάιμον Κόρνερ και τα κοστούμια της Αλεξίας Θεοδωράκη.

 

ΕΖΗΣΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΠΕΘΑΝΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

Μ’ αυτή τη φράση, παράφραση της περίφημης άριας «Vissi darte, vissi damore», μπορεί να σηματοδοτηθεί η ζωή και το τέλος της Φλόρια Τόσκα, της αρχετυπικής οπερατικής φιγούρας του Πουτσίνι (1858-1924), στην ομώνυμη όπερά του, που θα δούμε την Κυριακή 10 Νοεμβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, σε μαγνητοσκοπημένη μετάδοση από τη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης (MET HD).

Η «Τόσκα» του Τζιάκομο Πουτσίνι βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό τρίπρακτο δράμα του Βικτοριέν Σαρντού στο οποίο πρώτη είχε πρωταγωνιστήσει η Σάρα Μπερνάρ και είχε γνωρίσει μεγάλη επιτυχία. Το έργο αποπνέει έναν έντονο επαναστατικό αέρα και μια αναμφισβήτητη διακήρυξη της ελευθερίας του καλλιτέχνη και της τέχνης γενικότερα. Από κοντά και η θυσία για τον έρωτα ως οικουμενική και βαθιά ουμανιστική αξία. Η υπόθεση της Τόσκα τοποθετείται στα 1800, μόλις λίγα χρόνια μετά τη Γαλλική Επανάσταση και την έντονη επίδραση των επαναστατικών ιδεωδών της στην Ευρώπη. Ο ζωγράφος Μάριο Καβαρντάσι, εραστής της διάσημης αοιδού Φλόρια Τόσκα, συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο από τον Διευθυντή της Αστυνομίας Σκάρπα, ο οποίος είναι ερωτευμένος με την Τόσκα. Ο λόγος είναι ότι ο ζωγράφος παρείχε άσυλο σε κάποιον καταδιωκόμενο επαναστάτη. Την παραμονή της εκτέλεσης του Μάριο η Τόσκα εκλιπαρεί τον Σκάρπα να του χαρίσει την ζωή. Εκείνος τη διαβεβαιώνει ότι τα πυρά δε θα είναι αληθινά με τον όρο η Τόσκα να του δοθεί. Εκείνη με τη σειρά της υποκρίνεται ότι δέχεται και μόλις εξασφαλίζει την άδεια εξόδου του ζωγράφου, σκοτώνει τον Σκάρπα μ’ ένα στιλέτο. Όμως ούτε ο Σκάρπα τής είχε πει την αλήθεια διότι τα πυρά είναι αληθινά και ο Καβαρντάσι εκτελείται. Η Τόσκα απελπισμένη αυτοκτονεί πέφτοντας στον Τίβερη.

Ο Πουτσίνι συνεργάστηκε με τους λιμπρετίστες Luigi Igglica και Gioseppe Giacosa, με κύριο στόχο του να συνθέσει μια όπερα με έντονο ρεαλισμό. Ήταν υπέρ της συνεχούς δράσης και επενέβαινε συνεχώς στο λιμπρέτο. Μάλιστα ήθελε να αφαιρέσει και την περίφημη άρια της όπερας «Vissi darte, vissi damore» και την τελευταία στιγμή δεν το έκανε. Ευτυχώς γιατί πρόκειται για τις πιο γνωστές και τις πιο ωραίες άριες της παγκόσμιας όπερας. Τελικά ο Πουτσίνι κατάφερε να δημιουργήσει μια αρχετυπική γυναικεία φιγούρα της όπερας. Η «Τόσκα» έκανε πρεμιέρα στο θέατρο Constanzi της Ρώμης στις 14 Νοεμβρίου 1900 για να επαναληφθεί στο Παρίσι στις 13 Οκτωβρίου 1903 και να καθιερωθεί ως μία από τις πιο εμβληματικές όπερες του βερισμού.

Από τις διασημότερες, αν όχι η διασημότερη ερμηνεύτρια της Τόσκα είναι η Μαρία Κάλλας. Τη συναντούμε να ερμηνεύει για πρώτη φορά την ηρωίδα του Πουτσίνι το 1942, μόλις 19 ετών, στην παράσταση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ως Μαρία Καλογεροπούλου. Είκοσι χρόνια μετά, και με το άστρο της σε πλήρη άνθηση, η Μαρία Κάλλας ηχογραφεί την Τόσκα σε μία ηχογράφηση που θεωρήθηκε σταθμός. Μαζί της, στους  αντρικούς ρόλους, δύο επίσης ιερά τέρατα της όπερας, ο Τζουζέπε ντι Στέφανο και ο Τίτο Γκόμπι.  

Στην παράσταση της Μετροπόλιταν Όπερα, τον ρόλο της Τόσκα ερμηνεύει η Patricia Racette, του Καβαρντάσι ο Roberto Alagna και του Σάρπα ο George Gagnidze. Την ορχήστρα και τη χορωδία της ΜΕΤ διευθύνει ο Riccardo Firra. Η σκηνοθεσία είναι του Luc Bondy, τα σκηνικά του Richard Peduzzi και τα κοστούμια της Milena Canonero.

H«Τόσκα», εκτός από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, θα μεταδοθεί και σε μια σειρά άλλες πόλεις της χώρας, σε επιλεγμένους χώρους, με την υποστήριξη του Antenna group.

ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ΣΤΗΝ ΤΟΣΚΑ

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr