A+ A A-

«PRINCE» της Πέρσας Σούκα

«PRINCE» της Πέρσας Σούκα


«Το να είσαι καλά με τον εαυτό σου σημαίνει να αντέχεις τον εαυτό σου, μα πάνω απ’ όλα να είσαι ψύχραιμος. Για να το ανακαλύψεις αυτό το μόνο που έχεις να κάνεις είναι ν’ αναρωτηθείς: Yπάρχει κάποιος που φοβάμαι; Υπάρχει κάποιος που όταν μπω σ’ ένα δωμάτιο και τον δω θα φοβηθώ; Αν η απάντηση είναι αρνητική, τότε ναι, είσαι καλά με τον εαυτό σου, είσαι ψύχραιμος», είχε εκμυστηρευτεί σε συνέντευξη του ο Prince.

Ο οξυδερκής μουσικός, αν μη τι άλλο, φημιζόταν για τον τρόπο που μιλούσε, πάντα χωρίς περιστροφές, τα έβαζε με όποιον υποτιμούσε τη νοημοσύνη του και επιχειρούσε να τον χρησιμοποιήσει. Ήξερε την αξία του και δεν δίσταζε να πάρει αυτό που του αντιστοιχούσε. Ούτως ή άλλως, δεν ήθελε τίποτα παραπάνω από αυτό που του άξιζε κι ο ίδιος έλεγε πως: «Το να κάνω επιτυχημένα τραγούδια για μένα είναι το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο».

Πάντα αφιερωμένος στη μεγάλη του αγάπη, τη μουσική, ώρες επί ωρών κλεισμένος στο στούντιό του δημιουργούσε συνεχώς και απορούσε με τους άλλους καλλιτέχνες που αργούσαν να βγάλουν άλμπουμ, εκφράζοντας την άποψη ότι «δεν είμαι ο άνθρωπος που μπορεί να περιμένει τέσσερα χρόνια για να βγάλει ένα άλμπουμ. Τι θα κάνω στο μεταξύ; Μόνο τραγούδια πάλι».

Η μουσική κυλούσε μέσα του, ζούσε γι’ αυτή και ήταν το μόνο σταθερό πράγμα στη ζωή του. Ήξερε να έχει μέτρο, έλεγε συχνά όχι κι ας στενοχωρούσε οποιονδήποτε που του ζητούσε κάτι έξω από τα πιστεύω του. Κάποια στιγμή ο Τζον Μπον Τζόβι του ζήτησε να ηχογραφήσει ένα τραγούδι με την μπάντα του κι εκείνος του απάντησε, «Τι πράγμα; Είναι σαν να μου ζητάς να κοιμηθείς με τη γυναίκα μου».

Δεν δεχόταν εύκολα την αποτυχία, αλλά δεν τον πτοούσε. Κάποια στιγμή πήρε μια άσχημη κριτική για την ταινία του Graffiti Bridge και υπερασπίστηκε τη δουλειά του, λέγοντας ότι είναι μια αγνή ταινία, πνευματώδης, χωρίς βία, χωρίς έντονες ερωτικές σκηνές, προσθέτοντας ότι ακόμη και ο Μάγος του Οζ αδικήθηκε στην αρχή.

Έλεγε τα πράγματα όπως ήταν και η διπλωματία δεν ήταν στα ατού του. Κάποια στιγμή τον ρώτησαν για την αρνητική του συμπεριφορά κι εκείνος είπε: «Βλέπω μονίμως να με περιγράφουν ως υπερόπτη. Απλώς κάνω αυτό που θέλω, αν αυτό είναι υπεροψία, τι να πω; Άκουσα μια φορά τη Γιόκο Όνο να τραγουδάει... μου ήρθε τρέλα, στάματα να το κάνεις αυτό τώρα, φώναξα!»

Οι συνεργασίες με γυναίκες τραγουδίστριες ήταν πολύ περισσότερες απ’ ό,τι με άνδρες τραγουδιστές και πίστευε ότι με τις γυναίκες τα πήγαινε καλύτερα, γιατί δεν απειλούνταν από εκείνον καλλιτεχνικά. Όταν ήρθε σε ρήξη με την εταιρία του τη Warner Records και αποδεσμεύτηκε, ένιωσε πιο ελεύθερος από ποτέ. «Οι καλλιτέχνες δεν είμαστε επιχειρηματίες», είπε σε μια συνέντευξη του. «Θέλουμε να εκφραστούμε, να έχουμε μια όμορφη σχέση με το κοινό. Στην εποχή του Μότσαρτ η επιτυχία πήγαινε από στόμα σε στόμα, δεν υπήρχε κάποιος να πουλήσει τη μουσική του. Η μουσική βγαίνει από το μυαλό, αυτός που την πουλάει από που βγαίνει; […] Τα συμβόλαια δημιουργούνται γιατί υπάρχει έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των παραγωγών και των καλλιτεχνών. Δίνεις την κληρονομιά σου που είναι κάτι ανεκτίμητο. Το χρήμα κάποτε τελειώνει».
Έτσι αποφάσισε να πουλάει πλέον ο ίδιος τη μουσική του, χωρίς μεσάζοντες, χωρίς να υπερχρεώνει τα άλμπουμ του, διαθέτοντας όπως ο ίδιος θέλει τον εαυτό του και την τέχνη του αλλάζοντας το όνομα του σε «The Artist».

Ο Prince Rogers Nelson γεννήθηκε στις 7 Ιουνίου του 1958 στη Μινεσότα και έφυγε από τη ζωή μέσα στο ασανσέρ όπου στεγαζόταν το στούντιο του στο Πέισλι Παρκ στη Μινεσότα. Έζησε όλη του τη ζωή εκεί. Τις τελευταίες εβδομάδες μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία από μια βαριά γρίπη που τον ταλαιπωρούσε, τελικά δεν άντεξε και κατέληξε το πρωί της περασμένης Πέμπτης στα 57 του χρόνια.

Υπήρξε ένα τεράστιο είδωλο της παγκόσμιας μουσικής σκηνής, και όχι αδικα. Εκκεντρικός από τη φύση του, ένα τεράστιο ταλέντο που ξεπερνούσε κάθε μουσικό φάσμα, ένας μελωδός της Rhythm n’ Blues και της ποπ, ένας εξαιρετικός μουσικός και σαρωτικός περφόρμερ. Με 7 βραβεία Γκράμι και αμέτρητες υποψηφιότητες μεσουράνησε στη μουσική βιομηχανία, όχι μόνο ως Prince αλλά γράφοντας τραγούδια για πολλές τραγουδίστριες και μπάντες χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Κυκλοφόρησε 39 σόλο άλμπουμ και δεν σταμάτησε ποτέ να συνθέτει. Η μουσική κληρονομιά που άφησε πίσω του είναι μεγάλη και  πολλά από τα τραγούδια του μεταξύ των οποίων τα «Purple rain», «Nothing compares to you», «I feel for you», «Let’s go crazy», «The most beautiful girl in the world», «Get off», «Raspberry beret», «Kiss», «Cream» θεωρούνται πλέον κλασικά.

Ο Prince υπήρξε ένας δυναμικός και ανατρεπτικός καλλιτέχνης, ένας πεισματάρης άνθρωπος, ιδιότροπος κι επίμονος που είχε στοχευθεί άπειρες φορές για τις πεποιθήσεις του. «Ένα ισχυρό πνεύμα ξεπερνά τους κανόνες», συνήθιζε να λέει και δεν χαριζόταν σε κανένα. Ούτε στον εαυτό του.


Prince - Purple Rain (1984)

 

Εμφανίσεις: 897

Χρήστος Νικολόπουλος: συνέντευξη στη Θεοδώρα Τζίτα

Χρήστος Νικολόπουλος Η ζωή μου… τα τραγούδια μου Κώστας Μπαλαχούτης Αλκυών

Ο Χρήστος Νικολόπουλος, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες και κορυφαίος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, έχει διαγράψει μια μακρά και απολύτως επιτυχημένη πορεία στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Γεννημένος στο Καψοχώρι Ημαθίας ακολουθεί από πολύ νωρίς τη μουσική του κλίση και καταφέρνει να μάθει μπουζούκι, μελετώντας ουσιαστικά μόνος του. Το 1963 μετακομίζει στην Αθήνα και αρχίζει να παίζει στις ηχογραφήσεις δίσκων μικρών εταιρειών. Σύντομα θα βρεθεί στο πλευρό του Στέλιου Καζαντζίδη, μέχρι την οριστική αποχώρηση του τραγουδιστή από το πάλκο. Συνοδεύει στις ζωντανές τους εμφανίσεις τα μεγαλύτερα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού (από την Πόλυ Πάνου και την Μαρινέλλα μέχρι τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον Μανώλη Χιώτη), ενώ ταυτόχρονα συνεργάζεται με τους σημαντικότερους συνθέτες της εποχής στις ηχογραφήσεις των δίσκων τους (τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάνο Λοΐζο, τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Χρήστο Λεοντή, τον Δήμο Μούτση, ακόμα και με τον Μάρκο Βαμβακάρη στις τελευταίες ηχογραφήσεις του), ενώ από το 1968 αρχίζει και ο ίδιος να συνθέτει μουσική.

Αφορμή για τη συνάντησή μας στάθηκε η κυκλοφορία της βιογραφίας του, με την υπογραφή του σημαντικού ερευνητή του λαϊκού τραγουδιού, συγγραφέα και στιχουργού, Κώστα Μπαλαχούτη, όπου καταγράφονται μνημειώδεις στιγμές του ελληνικού τραγουδιού, πολύτιμες πληροφορίες και γοητευτικά παραλειπόμενα και  ανασύρονται μνήμες για πρόσωπα και καταστάσεις, καθώς στις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν οι σπουδαίοι συνοδοιπόροι του μέχρι και σήμερα.

 

Εμφανίσεις: 854

Περισσότερα...

«Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ του Γ. Σ. Μπαχ στο Ίδρυμα Θεοχαράκη με τον Νίκο Λαάρη» της Μαρίας Κοτοπούλη

«Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ του Γ. Σ. Μπαχ στο Ίδρυμα Θεοχαράκη με τον Νίκο Λαάρη» της Μαρίας Κοτοπούλη


Ποιός ήταν ο νεαρός Γκόλντμπεργκ που το αριστούργημα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (1685-1750), Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ, φέρει το όνομά του; Γερμανός βιρτουόζος του τσέμπαλου, οργανίστας και μετριότατος συνθέτης, ο Γιόχαν Γκόλντμπεργκ [Johann Goldberg] (1727-1756), ήταν, από τα νεανικά του χρόνια, στην υπηρεσία του Ρώσου πρεσβευτή στη Δρέσδη, του κόμητος Χέρμαν Καρλ φον Κάιζερλινγκ [Hermann Carl von Keyserlingk] (1697-1754). Ο Κόμης επισκεπτόταν συχνά τον Μπαχ στη Λειψία, αποβλέποντας στο να τον πείσει να δώσει κάποια μαθήματα στον προστατευόμενό του. Ο Ρώσος διπλωμάτης εκτιμούσε και θαύμαζε ιδιαίτερα το Μεγάλο Κάντορα και ήταν αυτός που είχε προτείνει το 1736 να του απονεμηθεί ο τίτλος του βασιλικού συνθέτη του παρεκκλησίου της αυλής της Σαξωνίας. Όπως αναφέρεται από τον πρώτο βιογράφο του Μπαχ, τον Γιόχαν Ν. Φόρκελ [Johann Nicolaus Forkel], ο κόμης, καθώς υπέφερε από αϋπνίες, είχε ζητήσει από τον συνθέτη να γράψει ένα έργο για να του το παίζει τις ατέλειωτες νύχτες στο τσέμπαλο ο δεκατετράχρονος Γκόλντμπεργκ. Μια χρυσή ταμπακέρα, κατ’ άλλους ένα κύπελλο με χρυσά λουδοβίκεια ήταν η αποτίμηση του παραγγελέα για έργο αξίας ανεκτίμητης.

 

Εμφανίσεις: 3767

Περισσότερα...

«Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών με την Τιάνγουα Γιανγκ στο Μέγαρο Μουσικής» της Μαρίας Κοτοπούλη

«Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών με την Τιάνγουα Γιανγκ στο Μέγαρο Μουσικής» της Μαρίας Κοτοπούλη


Ένα έργο υψηλών συνθετικών αρετών, το Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα, έργο 15 του Μπέντζαμιν Μπρίτεν [Benjamin Britten] , ερμηνευμένο ιδανικά από ένα σπάνιο αστέρι του βιολιού, τη διεθνούς φήμης Κινέζα Τιάνγουα Γιανγκ [Tianwa Yang], είχαμε την τύχη να απολαύσουμε στις 19.02.16 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με την Κρατική Ορχήστρα, υπό την μπαγκέτα του αρχιμουσικού Στέφανου Τσιαλή, και με την ευγενική υποστήριξη της Γερμανικής Πρεσβείας στην Αθήνα. Και είναι η δεύτερη φορά που η Γιανγκ μας κάνει την τιμή να έρθει στη χώρα μας, μετά από την πρώτη εκείνη αξέχαστη ερμηνεία της στο Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα, έργο 35 του Τσαϊκόφσκι, προσκαλεσμένη, όπως και τώρα, από την Κρατική μας Ορχήστρα.

Η συναυλία ξεκίνησε με την Εισαγωγή, σκέρτσο και φινάλε, έργο 52 του Ρόμπερτ Σούμαν [Robert Schumann], μια άτυπη συμφωνία χωρίς αργό μέρος. Ο αρχιμουσικός Στέφανος Τσιαλής με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών αξιοποίησε τον ανάλαφρο και  συναισθηματικό χαρακτήρα που ο συνθέτης προσέδωσε στο έργο του και ανέδειξε μοναδικά τον λεπτό ρομαντικό ήχο των Ξύλινων Πνευστών και τη διάχυτη χάρη και ιλαρότητα της Ορχήστρας. 

 

Εμφανίσεις: 1610

Περισσότερα...

Ευσταθία: συνέντευξη στη Ράνια Μπουμπουρή

Ευσταθία: συνέντευξη στη Ράνια Μπουμπουρή


Η Ευσταθία, γνωστή και αγαπημένη τραγουδοποιός, αποτελεί μια ιδιαίτερη παρουσία στο ελληνικό καλλιτεχνικό στερέωμα. Στην προσωπική της δισκογραφία έχει να επιδείξει, μέχρι στιγμής, τέσσερα άλμπουμ: Το φιλανθρωπικό γκαλά (2003), Χωρίς εσένα, η ζωή θα είναι… (2005), Δεν μπορεί, έχει meeting (2007) και Είναι πολύ καλό παιδί (2010), καθώς και τέσσερα CD single: Το γραφείο (2000), Σ’ ευχαριστώ (2002), Το τραγούδι της ΑΝΑΣΑ (2009) και, το πιο πρόσφατο, Διακριτικά (2015). Τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί και στη θεατρική συγγραφή, ενώ κυκλοφορεί και το βιβλίο της Τέρμα για σήμερα ο μύθος (Ιανός, 2011). Μιλήσαμε μαζί της για τη μέχρι σήμερα πορεία της, καθώς και για τα μελλοντικά σχέδιά της.

Ευσταθία, γεννήθηκες και μεγάλωσες στην Αθήνα. Σε ποια ηλικία κατάλαβες ότι η μουσική είναι αυτό με το οποίο θες ν’ ασχοληθείς στη ζωή σου;

Από μικρή αγαπούσα τη μουσική, γι’ αυτό και ξεκίνησα ήδη από το δημοτικό τις σπουδές στο ωδείο της γειτονιάς μου. Μάθαινα κλασικό πιάνο. Ο αγαπημένος μου ήταν ο Μπαχ. Συνήθως τα παιδιά σιχαίνονται τον Μπαχ, εγώ ήμουν η εξαίρεση. Μου άρεσε επίσης να γράφω και στίχους. Δεν μου άρεσε να τραγουδάω η ίδια, αυτό ήρθε πολλά χρόνια αργότερα λόγω «επαγγελματικής απογοήτευσης». Δεν κατάφερα να γίνω καθηγήτρια και έγινα τραγουδίστρια. Και οι δύο περιπτώσεις απευθύνονται σε κάποιο κοινό…

Ποια ήταν τα μουσικά ακούσματα που σ’ επηρέασαν στην εφηβεία σου;

Ο πρόσφατα χαμένος David, o Elton John, αργότερα ανακάλυψα και τους Beatles και κάμποσα φλωροτράγουδα που έσκιζαν στα ερτζιανά, που τα άκουγα κρυφά μιας και στο σχολείο το σωστό και το πρέπον ήταν να είσαι πιο ροκ τύπος…

Σπούδασες στη Θεολογική Σχολή Αθηνών. Με ποιο σκεπτικό επέλεξες αυτό το γνωστικό αντικείμενο και τι σου προσέφερε στη μετέπειτα πορεία και εξέλιξή σου;

Δεν επέλεξα τη Σχολή μου με κανένα σκεπτικό ιδιαίτερο. Απλά είδα τι διδασκόταν και μου άρεσε η ύλη. Μου άρεσαν τα μαθήματα και σκέφτηκα ότι θα σπουδάσω κάτι με χαρά και όχι με βαρεμάρα. Δεν σκέφτηκα καθόλου τις προοπτικές, που δεν υπήρχαν έτσι κι αλλιώς. Μου άρεσε η θεολογία, συνεχίζει να μου αρέσει και πιστεύω ότι μου προσέφερε πολλά όσον αφορά την πνευματική μου αφύπνιση και την τέχνη μου.

 

Εμφανίσεις: 1359

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr