ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΑΠΟ 28 ΜΑΡΤΙΟΥ

Η ανάγνωσή μας: Ύστερα από τις περσινές χολιγουντιανές παραγωγές ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΚΑΘΡΕΦΤΑΚΙ ΜΟΥ του Ταρσέμ Σινγκ και Η ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ Ο ΚΥΝΗΓΟΣ του Ρούπερτ Σάντερς, αυτή η απρόσμενη μεταφορά από την Ιβηρική πιστοποιεί ότι το παραμύθι της Χιονάτης παραμένει κινηματογραφικά επίκαιρο. Ο Πάμπλο Μπέργκερ προετοίμαζε για δέκα χρόνια αυτή τη μαυρόασπρη και χωρίς διαλόγους ταινία, τοποθετημένη στη Σεβίλλη του 1920 στο κόσμο των ταυρομαχιών. Ο Ισπανός σκηνοθέτης επιχειρεί μία νοσταλγική επιστροφή στην περίοδο του βωβού κινηματογράφου άψογα φροντισμένη, σε εικαστικό επίπεδο όμως σε αντίθεση με το παραπλήσιο εγχείρημα του Μισέλ Χαζαναβίσιους στο ΤΗΕ ΑRTIST, το περιεχόμενο του δεν έχει ανάλογο οικουμενικό ενδιαφέρον. Άλλωστε κάθε ουσιαστική σύγκριση θα αδικούσε και τις δύο ταινίες. Η φωτογραφία είναι επηρεασμένη από την αισθητική του γερμανικού εξπρεσιονισμού και τις πρώιμες ταινίες του Μπουνιουέλ και το φιλμ απεικονίζεται σε ένα τετράγωνο κάδρο που θυμίζει το ξεφύλλισμα ενός ασπρόμαυρου φωτογραφικού άλμπουμ. Σε αντίστοιχο βαθμό αρτιότητας τα κοστούμια και το σχολαστικό ηχητικό μοντάζ που παντρεύει την εικόνα με το φλαμένγκο και τους ήχους της Ανδαλουσίας. Όμως παρά τις καινοτομίες του (οι νάνοι είναι έξι από τους οποίους ένας ερωτευμένος με την ηρωίδα, ο καθρέφτης αντικαθίσταται από τα εξώφυλλα των περιοδικών μόδας ) η κλασική ιστορία των αδελφών Γκριμ μοιάζει να δεσμεύει το Βάσκο δημιουργό που προσπαθεί να χωρέσει μέσα της την ισπανική παράδοση και τις φεμινιστικές αναφορές σε μία θηλυκή ματαντόρ. Αν και χάνει τις εντυπώσεις στη διεύθυνση των ηθοποιών, η πρωτοεμφανιζόμενη Μακαρένα Γκαρθία είναι μία σιωπηλή Χιονάτη που μιλά στην καρδιά σου. Δεκαοχτώ υποψηφιότητες και δέκα βραβεία Γκόγια (ισπανικά Όσκαρ), όχι όμως και για τη σκηνοθεσία του Μπέργκερ που η δεκαετία απραξίας από το ντεμπούτο του ΤΟRREMOLINOS 73 βάρυναν την επιστροφή του στην αρένα του θεάματος.

Αξιολόγηση: 6/10

WELCOME TO THE SHOWWELCOME TO THE SHOW

ΕΛΛΑΔΑ/65'/NEW STAR

Ντοκιμαντέρ

Σκηνοθεσία: Κώστας Πλιάκος, Αλέξης Πόνσε

Εμφανίζονται: Γιάννης Αγγελάκας, Κώστας Φέρρης, Μάκης Μηλάτος, Αργύρης Ζήλος

Ο μύθος: Ντοκουμέντα από τη μουσική πορεία του Παύλου Σιδηρόπουλου και συνεντεύξεις με μουσικούς και δημοσιογράφους που μιλούν για το έργο του.

Η ανάγνωσή μας: Το άστρο του Παύλου Σιδηρόπουλου έλαμψε ιδιαίτερα μετά το θάνατο του. ενώ, όσο ζούσε, η αναγνώριση του κοινού των συναδέλφων και του Τύπου ήταν σαφώς μικρότερη. Ο ίδιος ένιωθε περισσότερο ποιητής (ήταν εξάλλου ανηψιός της συγγραφέως Έλλης Αλεξίου και δισέγγονος του Αλέξη Ζορμπά) παρά μουσικός και ας θεωρείται ο πρωτοπόρος που πάντρεψε το rock με τον ελληνικό στίχο. Οι σκηνοθέτες Κώστας Πλιάκος και Αλέξης Πόνσε, θαυμαστές φυσικά του καλλιτέχνη, στο ντεμπούτο τους φωτίζουν το μύθο του πρώτου πραγματικού leader εγχώριας μπάντας. Εντύπωση προκαλεί το πόσο πενιχρό είναι το διασωσμένο οπτικοακουστικό υλικό, αν σκεφτούμε ότι ο Σιδηρόπουλος έδρασε κυρίως τη περίοδο 1978-1990. Αν δεν υπήρχαν αποσπάσματα μίας ραδιοφωνικής συνέντευξης και πλάνα από τις ελάχιστες εμφανίσεις του ως ηθοποιός στο φιλμ του Ανδρέα Θωμόπουλου Ο ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ και την τηλεοπτική σειρά ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΖΑΡΝΤΗ του Κώστα Φέρρη, θα περιοριζόμασταν μόνο σε γνωστές καθώς και ανέκδοτες φωτογραφίες. Αναπόφευκτα οι δύο δημιουργοί ρίχνουν το βάρος στις μαρτυρίες μουσικών, σύγχρονων του Σιδηρόπουλου ή νεότερων που επηρεάστηκαν από αυτόν, και μουσικοκριτικών. Θα ήταν προτιμότερο (κάτι που ισχύει και για άλλες ταινίες τεκμηρίωσης) να ακούγονται και οι ερωτήσεις που θέτουν στους ομιλητές και να μην μοντάρονται μόνο οι απαντήσεις τους. Ξεχωρίζει η τοποθέτηση του Δημήτρη Πουλικάκου ότι αν σήμερα ο Σιδηρόπουλος ζούσε δεν θα ήταν σύμφωνος με τη δημοτικότητα και την εμπορευματοποίηση του ονόματος του γιατί θα ήταν αντίθετο με τις αντιλήψεις του. Οι Πλιάκος και Πόνσε μένουν σύμφωνοι με τον αυθορμητισμό της rock κουλτούρας αναμειγνύουν άτσαλα το υλικό χωρίς μία σαφή χρονολογική ακολουθία, ενώ δε λείπουν ορισμένες τεχνικές αδυναμίες στην ηχοληψία. Η εκτίμηση τους για τον Σιδηρόπουλο είναι αυτονόητη, αλλά η απειρία τους οδηγεί σε ένα αρκετά διαφωτιστικό, αλλά αποσπασματικό, πορτραίτο που, παραφράζοντας μία κορυφαία στιγμή του μουσικού, θα μπορούσε να τιτλοφορείται «Παύλος ο Φλου».

Αξιολόγηση: 4/10

STOKERSTOKER

ΗΠΑ-ΑΓΓΛΙΑ/99'/ΟDEON

Σκηνοθεσία: Παρκ Τσαν-Γουκ

Ηθοποιοί: Μία Βασικόφσκα, Νικόλ Κίντμαν, Μάθιου Γκουντ, Τζάκι Γουίβερ

Ο μύθος: Μετά το θάνατο του αδελφού του, ο Τσάρλι επιστρέφει για την κηδεία και αποφασίζει να μείνει προσωρινά με τη γυναίκα και την κόρη του για να τους συμπαρασταθεί. Σύντομα θα αναπτύξει μία ιδιαίτερη σχέση με τις δύο γυναίκες όμως σταδιακά η ανηψιά του θα αποκαλύψει το πραγματικό του πρόσωπο.

Η ανάγνωσή μας: Η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Παρκ Τσαν-Γουκ (ενός ακόμη Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη που επελαύνει στο Χόλιγουντ μετά τον Κιμ Τζι-Γουν ο οποίος γύρισε εκεί το ΜΗ ΜΟΥ ΧΑΛΑΣ ΤΗ ΜΕΡΑ με το Σβαρτζενέγκερ) έχει όσα χρειαζόταν για να πιστοποιήσει τη μεγάλη του βιρτουοζιτέ αλλά τίποτα που να ενδιαφέρει ουσιαστικά το θεατή. Ο πρωταγωνιστής της σειράς PRISON BREAK Γουέντγορθ Μίλερ αποφάσισε να δοκιμάσει τη τύχη του ως σεναριογράφος με αποκαρδιωτικό αποτέλεσμα. Το σενάριο του διαλαλεί τις υποτιθέμενες λογοτεχνικές επιρροές από το συγγραφέα του Δράκουλα (το Stoker του τίτλου είναι το επώνυμο της οικογένειας) και τις αντίστοιχες κινηματογραφικές από το φιλμ του Χίτσκοκ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑΣ (με παρόμοια υπόθεση και το σοφιστικέ πολυταξιδεμένο θείο Τσάρλι, κοινή παρουσία στις δύο ταινίες). Η ιστορία του Μίλερ παραπαίει ως χρονικό ενηλικίωσης μίας ασυνήθιστης εφήβου ή σαν ένα νοσηρό οικογενειακό δράμα γεμάτο εξαφανίσεις προσώπων, για την τύχη των οποίων δεν αναρωτιέται κανένας. Δε μας συστήνει ούτε ένα χαρακτήρα που να αποφεύγει τη σχηματικότητα και από αυτή την παρατήρηση δεν ξεφεύγει ούτε η Νικόλ Κίντμαν, συμπρωταγωνίστρια του Μίλερ στη σπουδαία δουλειά του Ρόμπερτ Μπέντον ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΣΤΙΓΜΑ, πριν μία δεκαετία. Ο Παρκ Τσαν-Γουκ παίρνει αυτό το, αραχνιασμένο στα συρτάρια των παραγωγών, σενάριο για να αποδείξει ότι είναι μάστορας της εικόνας κι ένας δεξιοτέχνης της στυλιστικής βίας, κατευθύνοντας τα νήματα στο ύφος μίας ταινίας τρόμου. Μπορεί να μη σοκάρει με τις σχέσεις σαγήνης και σκοτεινού ερωτισμού ανάμεσα σε αυτό το περίεργο τρίγωνο, αλλά, τουλάχιστον, δεν περνά απαρατήρητος, όπως οι πρωταγωνιστές του ή ο συνθέτης Κλιντ Μάνσελ (ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ, ΜΑΥΡΟΣ ΚΥΚΝΟΣ).

Αξιολόγηση: 4/10

ΒROKEN CITY

ΒROKEN CITY

ΗΠΑ/109'/ ΑUDIOVISUAL

Σκηνοθεσία: Άλεν Χιουζ

Ηθοποιοί: Μαρκ Γουόλμπεργκ, Ράσελ Κρόου, Κάθριν Ζέτα Τζόουνς, Τζέφρι Ράιτ

Ο μύθος: Ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ και πρώην αστυνομικός αναλαμβάνει την παρακολούθηση της συζύγου του δημάρχου, ο οποίος είχε συμβάλλει στην αθώωση του, όταν δικάζονταν για υπέρβαση καθήκοντος. Στην πορεία θα ανακαλύψει ότι δεν πρόκειται για μία υπόθεση μοιχείας, αλλά για τη διαπλοκή παράνομων συμφερόντων.

Η ανάγνωσή μας: Μετά τις ταινίες των Λι Ντάνιελς και Αντουάν Φουκουά το BROKEN CITY, είναι η τρίτη νέα παραγωγή, σκηνοθετημένη από έναν Αφροαμερικανό που βλέπουμε στην Ελλάδα τον ίδιο μήνα. Ο Άλεν Χιουζ (ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΚΟΛΑΣΗ, DEAD PRESIDENTS) σκηνοθετεί για πρώτη φορά χωρίς το δίδυμο αδελφό του Άλμπερτ που ζει στην Τσεχία την τελευταία δεκαετία. Τα πράγματα στη ζωή του βασικού ήρωα μπορεί να μη στραβώνουν εξαρχής αλλά αυτό δεν ισχύει με την ίδια την ταινία. Ο Χιουζ συνθλίβεται κάτω από την υποτονική ίντριγκα ενός ακόμη πρωτάρη σεναριογράφου και τον υπερβολικό σεβασμό στους διάσημους αστέρες. Με το ένα πόδι στο αστυνομικό δράμα και το άλλο στην πολιτική καταγγελία, η ταινία επιφυλάσσει μία απλοϊκή συνωμοσία γύρω από ένα κατασκευαστικό σκάνδαλο. Οι κλισαρισμένες σκηνές ζηλοτυπίας και η όψιμη απορία αναφορικά με το ποιοι τον ενέπλεξαν όταν, όλοι το γνωρίζουμε, δεν ταιριάζουν στον, μόνιμα ανέκφραστο, Μαρκ Γουόλμπεργκ σε ένα ρόλο που, με το δίκιο του, απέρριψε ο Μάικλ Φασμπέντερ. Ο Ράσελ Κρόου έχει τη σωστή ηλικία και το εκτόπισμα ενός δημάρχου, αλλά με άδεια τη σκηνοθετική καρέκλα δεν μπορεί να μεγαλουργήσει ανάλογα με άλλα κοινωνικά δράματα όπως το ΙΝSIDER του Μάικλ Μαν ή τη ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ του Κέβιν Μακντόναλντ. Σε αυτή την εξαθλιωμένη πόλη ένα κινητό τηλέφωνο θα επικρατήσει μίας βιντεοκασέτας ως τεχνολογικό μέσο μίας ένοχης αποκάλυψης και όσοι δεν ικανοποιηθήκατε αρκετά από το θέαμα με τους σιδηροδέσμιους τοπικούς άρχοντες της ελληνικής πραγματικότητας, έχετε μία ακόμη μυθοπλαστική ευκαιρία.

Αξιολόγηση: 3/10

ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΥΣ ?ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΥΣ ?

ΕΛΛΑΔΑ/83'/FEELGOOD

Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνα Βούλγαρη

Ηθοποιοί: Μαρία Γεωργιάδου, Δημήτρης Ξανθόπουλος, Θέμις Μπαζάκα, Δημήτρης Πιατάς

Ο μύθος: Η Ηλέκτρα, μετά την προφυλάκιση του αναρχικού συντρόφου της, προσπαθεί να ορθοποδήσει σε μία αφιλόξενη μεγαλούπολη. Έχει αφήσει αναξιοποίητες τις σπουδές της και βιοπορίζεται ως babysitter έχοντας μία τυπική επικοινωνία με τους γονείς της.

Η ανάγνωσή μας: Η Κωνσταντίνα Βούλγαρη, κόρη του σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη και αδελφή του, επίσης σκηνοθέτη και μουσικού, Αλέξανδρου Βούλγαρη, έχει το δικό της λεπταίσθητο άγγιγμα που τη διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους κινηματογραφιστές της οικογένειας. Το ντεμπούτο της VALSE SENTIMENTALE ήταν μία αφόρητη φορμαλιστική άσκηση που με τα κατάλληλα αποθέματα υπομονής, σε δεύτερη ανάγνωση έβρισκες τα ελκυστικά ψήγματα μίας καταραμένης ερωτικής ιστορίας. Το ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΥΣ ? βλέπει με παρόμοια ευαισθησία το προφίλ άλλης μίας νεαρής γυναίκας αλλά είναι, σε αισθητική και περιεχόμενο, ένα βήμα πίσω στην καριέρα της. Η ψηφιακή κάμερα μπορεί να είναι μία τεχνολογική και οικονομική διευκόλυνση για τους νέους δημιουργούς, αρκεί οι ευκολίες της να μην αφορούν και τις ιστορίες που θέλουν να μεταφέρουν. Με μία ιδέα που δεν θα αρκούσε ούτε για μία σπουδαστική ταινία μικρού μήκους, η Βούλγαρη προσπαθεί να αρθρώσει έναν ασύνδετο και αφελή λόγο για την ανάγκη της πολιτικοποίησης και της συλλογικότητας. Τέσσερις σεκάνς από τη ζωή της ηρωίδας με το φυλακισμένο σύντροφο, τους γονείς , το παιδί που προσέχει και έναν γείτονα, ορίζουν την ταινία με τους διαλόγους να φλερτάρουν με τον αυτοσχεδιασμό και τη σκηνοθέτη να υποκύπτει σταδιακά στο ναρκισσισμό. Όμως, για να αποδώσεις αυθεντικά ένα κίνημα ιδεολογικής αντίστασης, δεν αρκούν απλώς γυρίσματα στα Εξάρχεια και το Μεταξουργείο. Η ηρωίδα, μία δεκαετία αργότερα, προαισθάνεται ότι θα είναι μία καλοβαλμένη αστή με προοδευτική συνείδηση και παχυλό πόθεν έσχες, με γνώμονα ότι έχει κληρονομήσει στοιχεία από τη δημιουργό της. Η δεύτερη ταινία της Βούλγαρη είναι ένας ταπεινός (?) καλλιτεχνικός ψίθυρος που κάποιοι για συγκεκριμένους και ευνόητους λόγους θα τον εκλάβουν ως ιαχή.

Αξιολόγηση: 3/10

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER