A+ A A-

NEEΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΑΠΟ 4 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

του Νίκου Νικολαΐδη

Στην Αθήνα βρέθηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο ο διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου Ντίτερ Κόσλικ και η παρουσία του συνοδεύτηκε από δύο ομιλίες. Στο ινστιτούτο Γκαίτε παρουσίασε τους θεσμούς του Φεστιβάλ που προωθούν τους νέους δημιουργούς (Βerlinale Talent CampusWorld Cinema Fund-Berlinale Residency), ενώ αυτή που παρακολουθήσαμε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών είχε ως θέμα τα κριτήρια επιλογής ταινιών στα φεστιβάλ και το ρόλο των τελευταίων στην προώθηση και στην εμπορική εκμετάλλευση των ταινιών. Μιλώντας στα αγγλικά, ο κύριος Κόσλικ αναφερόμενος στην Ελλάδα εκτίμησε ότι έχουμε να κάνουμε με μεμονωμένες επιτυχίες ελληνικών ταινιών και ότι δεν πρόκειται για ένα κύμα του ελληνικού κινηματογράφου κρατώντας σαφείς αποστάσεις από τους διοργανωτές, που τιτλοφορούσαν την ημερίδα όπου συμμετείχε: Riding The Greek Wave. Απάντησε σε σχετική ερώτηση ότι η συμμετοχή και η διάκριση μιας ταινίας σε ένα φεστιβάλ δεν καθιστά αυτονόητη και την εμπορική διανομή της στις αγορές, σκέλος για το οποίο θα πρέπει να υπάρχει προετοιμασία και στρατηγική ανάλογη με τη δημιουργία μιας ταινίας. Τέλος, δεν έκρυψε από παραπομπές και παραδείγματα στο λόγο του την αντιπαλότητα που υπάρχει με τα Φεστιβάλ των Καννών και της Βενετίας. Από 4 έως 10 Οκτωβρίου, ο κινηματογράφος Τιτάνια στο κέντρο της Αθήνας φιλοξενεί ένα φεστιβάλ ντοκιμαντέρ με αφορμή τη συμπλήρωση 45 χρόνων από τη δολοφονία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα με συνολικά 31 ταινίες τεκμηρίωσης, που ξετυλίγουν πτυχές από τη ζωή και την πολιτική δράση του γνωστού επαναστάτη.

NEEΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΑΠΟ 4 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥΑΓΑΠΗ [ΑΜΟUR]

AYΣΤΡΙΑ-ΓΑΛΛΙΑ-ΓΕΡΜΑΝΙΑ/127'/ODEON

Σκηνοθεσία: Μίκαελ Χάνεκε

Ηθοποιοί: Ζαν-Λουί Τρεντινιάν, Εμανουέλ Ριβά, Ιζαμπέλ Ιπέρ

Ο μύθος: Ο Ζορζ και η Αν είναι ένα ζευγάρι συνταξιούχων που διανύουν την όγδοη δεκαετία της ζωής τους. Έχουν μία κόρη μουσικό, που ζει στο εξωτερικό με τον Άγγλο σύζυγό της. Κάποια μέρα, η Αν θα υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο που θα την αφήσει παράλυτη από τη μία πλευρά του σώματός της. Αυτό το πρόβλημα θα δοκιμάσει τις αντοχές και την αγάπη του ζευγαριού.

Η ανάγνωσή μας: Η ταινία, που χάρισε τον δεύτερο Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών τον περασμένο Μάιο στο δημιουργό της, ενώνει πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη τα δύο ιερά τέρατα του γαλλικού κινηματογράφου, Ζαν-Λουί Τρεντινιάν και Εμανουέλ Ριβά, ύστερα από 55 χρόνια παράλληλης καριέρας. Ο Μίκαελ Χάνεκε στρέφει το φακό του στην τρίτη ηλικία, στις συνέπειες των γηρατειών και της βιολογικής φθοράς. Με επίκεντρο ένα ζευγάρι της αστικής τάξης, στο οποίο δίνει για όγδοη ταινία του τα μικρά ονόματα Ζορζ και Αν. Πέρα από την αυτονομία του ΑΜΟUR ως ταινίας, τα ονόματα αυτά αποκτούν και μια μεταφορική σημασία στη φιλμογραφία του σαν να πρόκειται για το ίδιο ζευγάρι που, έπειτα από τις περιπέτειες και τις εμπειρίες της ζωής, φθάνει στα γεράματα και στο κατώφλι του θανάτου. Το φιλμ ξεκινάει με ένα flash-forward του τέλους, με το οποίο ο Χάνεκε επιχειρεί εξαρχής να μην αφήσει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για τη δυσοίωνη πορεία της ιστορίας του. Ακολουθεί το κοντσέρτο ενός μαθητή της Αν με την κάμερα να μένει προσηλωμένη στα πρόσωπα των θεατών, μεταξύ των οποίων και του ηλικιωμένου ζευγαριού. Αυτή είναι η μοναδική σκηνή έξω από το διαμέρισμά τους, στο οποίο τοποθετείται η υπόλοιπη ταινία: το φρούριο της προγενέστερης ευτυχίας τους και το καταφύγιο του επερχόμενου δράματος. Ο κυνισμός και η ψυχρότητα που διατρέχει την οπτική του Χάνεκε εδώ περιττεύει και τη θέση τους παίρνει μια ενδελεχής παρατήρηση των γηρατειών και της ασθένειας που μετασχηματίζει το αίσθημα της αγάπης. Η απώλεια της αυτοσυντήρησης και η σταδιακή εξάρτηση της Αν, η απόγνωση και η κόπωση του συντρόφου της είναι άλλωστε θέματα που αρκούν από μόνα τους να φέρουν τη δυσφορία. Όσοι τους επισκέπτονται εκφράζουν μια τυπική συμπαράσταση (η κόρη με τον άνδρα της , ο μουσικός) ή προσφέρουν εξυπηρέτηση με αντάλλαγμα μια αμοιβή ή ένα φιλοδώρημα (οι γείτονες και οι νοσοκόμες). Ο Αυστριακός σκηνοθέτης προβάλλει κινηματογραφικά με ωριμότητα και κλινική ματιά την ασθένεια και το θάνατο, η κάμερα αλλάζει συνεχώς θέσεις και οπτικές γωνίες σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού παρακολουθώντας τις αντιδράσεις και τις αλλαγές στη συμπεριφορά του ζευγαριού. Οι δύο παλαίμαχοι ηθοποιοί στο λυκόφως της καριέρας τους επανακάμπτουν στην υποκριτική σε δύο ρόλους υψηλών απαιτήσεων. Ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν επωμίζεται όλη την πίεση των ψυχολογικών παρενεργειών που συνοδεύουν το πρόβλημα υγείας της συντρόφου του και μεγαλουργεί. Δίπλα του η Εμανουέλ Ριβά αναλαμβάνει τον επώδυνο χαρακτήρα της άρρωστης συζύγου και η Ιζαμπέλ Ιπέρ, που μόνο για τον Χάνεκε θα αποδεχόταν δευτερεύοντα ρόλο, δεν είναι αυτή τη φορά η δασκάλα, αλλά η κόρη της δασκάλας του πιάνου σε μια διακριτική εμφάνιση.

Αξιολόγηση: 7/10

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ [SONBAHAR]ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ [SONBAHAR]

TOYΡΚΙΑ-ΓΕΡΜΑΝΙΑ/99'/ΝΕW STAR

Σκηνοθεσία: Οζκάν Αλπέρ

Ηθοποιοί: Ονούρ Σεϊλάκ, Μέγκι Κομπαλάτζε

Ο μύθος: Ο Γιουσούφ αποφυλακίζεται ύστερα από δέκα χρόνια κράτησης ως πολιτικός κρατούμενος και επιστρέφει στο χωριό του. Ζει με την ηλικιωμένη μητέρα του και συναναστρέφεται κυρίως τον παιδικό του φίλο, Μιχαήλ. Κάποια μέρα θα γνωρίσει την Έκα, μια νεαρή πόρνη από τη Γεωργία που θα σπάσει τη μονοτονία της ζωής του.

Η ανάγνωσή μας: Σκηνοθετικό ντεμπούτο το 2008 του Τούρκου Οζκάν Αλπέρ, που από τότε έχει γυρίσει άλλες δύο ταινίες. Τοποθετημένη στη βόρεια Τουρκία, στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας και στα σύνορα με τη Γεωργία, η ταινία περιγράφει το νέο ξεκίνημα μιας άδικα χαραμισμένης ζωής. Το μελαγχολικό κλίμα και ο μινιμαλισμός διαπερνά το φιλμ με το φυσικό τοπίο και την εποχή του φθινοπώρου να αντικατοπτρίζει πολύ καλύτερα τη διάθεση του ήρωα από οποιαδήποτε προφορική έκφραση των σκέψεών του. Η φωτογραφία στις αποχρώσεις του χρυσού, του καφέ και του πράσινου προσφέρει εικόνες που θυμίζουν πίνακες ζωγραφικής και αναδεικνύουν την εικαστική σύνθεση των πλάνων, που συνήθως είναι γενικά και επιβλητικά. Η ελεγειακή μουσική συμπληρώνει μοναδικά τους ελάχιστους διαλόγους και τις μακρόσυρτες σιωπές, και εξελίσσεται σε καθοριστικό παράγοντα της ατμόσφαιρας της ταινίας. Ο Αλπέρ προδίδει επιρροές από διάφορους –κυρίως συμπατριώτες του– σκηνοθέτες, όπως ο Ταϊφούν Πιρσελίμογλου και ο Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν, αλλά σε αυτό το πρωτόλειό του στερείται ένα ολοκληρωμένο ιδεολογικό και κοινωνικό στίγμα και μια συγκροτημένη σεναριακή ανάπτυξη. Ο Ονούρ Σεϊλάκ, που έχουμε ξαναδεί στη χώρα μας στη ταινία της Τομρίς Γιριτλίογλου ΠΛΗΓΕΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ, εξυπηρετεί με τη φυσιογνωμία του άψογα αυτό το σιωπηλό υπαρξιακό δράμα και μας παρακινεί να ενδιαφερθούμε για τον ήρωά του.

Αξιολόγηση: 5/10

MATCHING JACK MATCHING JACK

AYΣΤΡΑΛΙΑ /99'/ΑUDIOVISUAL

Σκηνοθεσία: Νάντια Τας

Ηθοποιοί: Γιασίντα Μπάρετ, Τζέιμς Νέσμπιτ, Κόλιν Φρίελς, Κόντι Σμιτ ΜακΦί

Ο μύθος: Ο μικρός Τζακ πάσχει από λευχαιμία και θα σωθεί μόνο αν του γίνει μεταμόσχευση μυελού των οστών. Η μητέρα του ανακαλύπτει τυχαία τις απιστίες του συζύγου της και γνωρίζεται με τον χήρο πατέρα ενός άλλου αγοριού, με το οποίο μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο στο νοσοκομείο.

Η ανάγνωσή μας: Ύστερα από δώδεκα χρόνια όπου σκηνοθετούσε σειρές για μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα, η Νάντια Τας επέστρεψε στα κινηματογραφικά πλατό το 2010 με την έβδομη μεγάλου μήκους ταινία της. Όπως και στην προηγούμενη δουλειά της, το πολυβραβευμένο ΑΜΥ, τα παιδιά κατέχουν εξέχουσα θέση στην ταινία αν και η Τας δεν επικεντρώνεται μόνο σε αυτά. Το αρχικό σενάριο της Λιν Ρίνιου, που προοριζόταν για ένα άλλο φιλμ το οποίο δεν γυρίστηκε ποτέ, είχε τίτλο Love and Mortal και υποδηλώνει εύστοχα τους κύριους άξονες του ΜΑΤCHING JACK. Σε αντίθεση με άλλες ταινίες, όπως το LORENZO'S OIL του Τζορτζ Μίλερ και Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ ΚΑΙ ΕΓΩ του Νικ Κασαβέτη, που ασχολούνταν με το θέμα της παιδικής λευχαιμίας από μία καθαρά μελοδραματική σκοπιά, το ΜΑΤCHING JACK επιδιώκει να είναι μια ταινία για όλη την οικογένεια. Η μοιχεία που γεννά την ελπίδα και αργότερα την επιθυμητή λύση για μια απελπισμένη μητέρα, το ρομάντζο της με τον πατέρα ενός άλλου άρρωστου παιδιού, η επεισοδιακή επικοινωνία με τις πρώην ερωμένες του συζύγου της, οι σχέσεις του ζευγαριού και η φιλία των δύο νοσηλευόμενων παιδιών. Η γεννημένη στην Ελλάδα σκηνοθέτις προβάλλει τα παραπάνω θέματα αρκετά προβλέψιμα, χωρίς να αποβάλλει τις συνήθειες της τηλεοπτικής της θητείας, όμως αγαπάει τους ήρωές της και βλέπει με αισιοδοξία τη ζωή και με θάρρος το θάνατο. Ο Αυστραλός πιανίστας της τζαζ Πολ Γκραμπόφσκι ντύνει τις σκηνές με μουσική που θα περίμενες να συνοδεύει μια κομεντί, εναρμονισμένος στο ανάλαφρο και αντικαταθλιπτικό σκηνοθετικό ύφος. Ο Κόντι Σμιτ ΜακΦί, ο οποίος υποδύεται το παιδί που μοιράζεται το δωμάτιο με τον Τζακ, και ο Τζέιμς Νέσμπιτ στο ρόλο του στοργικού και καλόκαρδου πατέρα του, υπερέχουν με τις ερμηνείες τους. Σε αντίθεση με τα ιατρικά μοσχεύματα, η αγάπη είναι συμβατή με όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις – ακόμα και με όσες χάνουν τη μάχη με τη ζωή, όπως ο αληθινός Τζακ: ο Τζέιμς Λόουδερ, που ενέπνευσε το σενάριο, ήταν ένα παιδί από την Ιρλανδία που πέθανε λίγο μετά την κυκλοφορία της ταινίας στις αίθουσες.

Αξιολόγηση: 5/10

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΡΝ [THE BOURNE LEGACY]Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΡΝ [THE BOURNE LEGACY]

ΗΠΑ/135'/UIP

Σκηνοθεσία: Τόνι Γκιλρόι

Ηθοποιοί: Τζέρεμι Ρένερ, Ρέιτσελ Βάις, Έντουαρντ Νόρτον, Στέισι Κιτς

Ο μύθος: Κάτω από το βάρος άλλων μυστικών προγραμμάτων που την εκθέτουν μετά την αποκάλυψή τους από τον Τύπο, η αμερικανική κυβέρνηση αποφασίζει να κλείσει και την επιχείρηση Οutcome που αφορούσε τη χορήγηση χαπιών σε ανθρώπους-πειραματόζωα με σκοπό την αύξηση των φυσικών και διανοητικών τους ικανοτήτων. Όλα τα πρόσωπα στα οποία χορηγούνταν τα συγκεκριμένα σκευάσματα δολοφονούνται εκτός από τον πράκτορα Άαρον Κρος, που μαζί με μία γιατρό η οποία συμμετείχε στην επιχείρηση καταφέρνουν να ξεφύγουν...

Η ανάγνωσή μας: Ο Τζέισον Μπορν δεν υφίσταται πλέον, αφού ο ηθοποιός Ματ Ντέιμον που τον ενσάρκωσε σε τρεις ταινίες αποφάσισε να αποχωρήσει όταν ο Πολ Γκρίνγκρας εγκατέλειψε το σκηνοθετικό τιμόνι. Χωρίς πρωταγωνιστή και σκηνοθέτη, η σειρά ταινιών βρέθηκε σε οριακό σημείο για μια επιτυχημένη εισπρακτικά συνέχεια. Ο σεναριογράφος των προηγούμενων φιλμ Τόνι Γκιλρόι ανέλαβε τη σκηνοθεσία έχοντας εξοικειωθεί στα συγκεκριμένα καθήκοντα με τις ταινίες MICHAEL CLAYTON και ΑΔΙΑΚΡΙΣΙΕΣ. O Αμερικανός δημιουργός είναι καλύτερος στη συγγραφή διαλόγων και στην εξιστόρηση της πλοκής απ' ό,τι στο στήσιμο σκηνών δράσης και Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΡΝ είναι μια ακόμη επιβεβαίωση. Ο Γκιλρόι και ο αδελφός του Νταν, οι δυο σεναριογράφοι, ορθά τοποθετούν τη δράση να εκτυλίσσεται ταυτόχρονα με τα γεγονότα της τρίτης ταινίας. Αυτό προσφέρει μια γενική σύνδεση με το παρελθόν που επιθυμεί να έχει η νέα ταινία, τη στιγμή που κόβουν ουσιαστικά τον ομφάλιο λώρο με τον Μπορν μεταθέτοντας το κέντρο βάρους σε έναν νέο χαρακτήρα που παίρνει τη σκυτάλη. Μια έξυπνη κίνηση, που όμως αψηφεί τους αδυσώπητους κανόνες του μάρκετινγκ πως αυτή η αλλαγή θα συνεχίσει να αποτελεί ένα προϊόν της μυθολογίας Μπορν, πρόβλημα στο οποίο θα κληθεί να απαντήσει η επόμενη ταινία – όπως προμηνύει ο ανοικτός επίλογος. Το φιλμ διατηρεί τη μητροπολιτική ατμόσφαιρα και τον γνώριμο κοσμοπολίτικο χαρακτήρα του μεταφέροντας τη δράση της σε Καναδά, Φιλιππίνες και Νότια Κορέα, όμως τα περιπετειώδη τμήματα δομούνται με εμβόλιμο και μηχανικό τρόπο. Στην ουσία, στη μεγαλύτερη διάρκεια βλέπουμε ένα καταδιωκόμενο ζευγάρι με τη Ρέιτσελ Βάις να αποκτά ισότιμο ρόλο στην πλοκή της ιστορίας, που μπορεί να συγκριθεί μόνο με αυτόν της Γερμανίδας Φράνκα Ποτέντε στο ΧΩΡΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ, την πρώτη περιπέτεια της σειράς. Ο Τζέρεμι Ρένερ είναι αξιόλογος ηθοποιός, όμως δεν έχει ούτε τη λάμψη ούτε το εκτόπισμα ενός action hero. Προς το παρόν ακουμπάει στην αίγλη ενός δημοφιλούς κινηματογραφικού ήρωα, ωστόσο το δύσκολο θα είναι να χτίσει με τα δικά του χαρακτηριστικά τη φήμη του στο μέλλον. Το φιλμ αφήνει ανάμεικτα συναισθήματα, δεν μπορεί να θεωρηθεί άξιο τέκνο της περίφημης τριλογίας, ούτε πως μένει στη σκιά της. Μπορεί να χάνει τη σκηνοθετική ένταση και υπερκινητικότητα που είχαν φέρει οι Νταγκ Λάιμαν και Πολ Γκρίνγκρας, αλλά διατηρεί αναλλοίωτη τη σκεπτόμενη και ανθρώπινη πλευρά ενός πράκτορα που εδώ δεν προσπαθεί να σώσει την ανθρωπότητα, αλλά μόνο τη ζωή του.

Αξιολόγηση: 4/10

Η ΚΟΡΗΗ ΚΟΡΗ

ΕΛΛΑΔΑ-ΙΤΑΛΙΑ/90'/STRADA FILMS

Σκηνοθεσία: Θάνος Αναστόπουλος

Ηθοποιοί: Σαβίνα Αλιμάνι, Γιώργος Συμεωνίδης, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Θεοδώρα Τζήμου

Ο μύθος: Η μοναχοκόρη ενός χωρισμένου ζευγαριού απάγει τον οκτάχρονο γιο του συνεταίρου του πατέρα της και τον κρατάει αιχμάλωτο στην ξυλαποθήκη της κοινής τους επιχείρησης.

Η ανάγνωσή μας: Στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο, είναι ακατόρθωτο για τους δημιουργούς να σταθούν αντάξιοι στις προσδοκίες κάποιας καλλιτεχνικής τους επιτυχίας στα επόμενα βήματά τους. Η ΔΙΟΡΘΩΣΗ, η προηγούμενη ταινία του Αναστόπουλου, μια οξυδερκής παρατήρηση πάνω στο ζήτημα της εκδίκησης, της μετάνοιας και των τύψεων, που ανακύπτει από το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας, αποδεικνύεται περίτρανα ένα πυροτέχνημα χωρίς ανάλογη συνέχεια. Η βία ως μήνυμα που βομβαρδίζει το μυαλό και το βλέμμα παιδιών και εφήβων, με αποτέλεσμα να την υιοθετούν στη συμπεριφορά τους, μένει στο χαρτί ως σεναριακή πρόθεση. Στην οθόνη παρελαύνουν όλες οι βασικές αδυναμίες των ελληνικών ταινιών. Προβληματική αφήγηση με διαλόγους που δίνουν την εντύπωση ότι έχουν γραφτεί από τα ίδια τα παιδιά και όχι από έναν ενήλικα. Αποτυχημένο και πρόχειρο ρεπεράζ, που τονίζει ακούσια την ασχήμια της Αθήνας και στερεί τις σκηνές από κάθε ίχνος αυθεντικότητας. Η αποθήκη ξυλείας δίνει μια γκροτέσκα θεατρικότητα κρύβοντας τους δύο ανηλίκους, όχι όμως και τη φτώχεια της παραγωγής. Οι ερμηνείες είναι ερασιτεχνικές, ακόμα και ταλαντούχων επαγγελματιών ηθοποιών, και ο Έλληνας σκηνοθέτης κάνει το ολέθριο σφάλμα να ταυτίζει έμπειρους συνεργάτες και φίλους από προηγούμενες δουλειές του ως αυτομάτως ιδανικούς για τους ρόλους τους. Μεταξύ συνεχόμενων αποτυχημένων σκηνών και εξωφρενικών καταστάσεων, περίοπτη θέση έχει η πιο τραγελαφική απαγωγή που έχουμε δει εδώ και πολλά χρόνια σε ελληνική ταινία. Ο Θάνος Αναστόπουλος, ο οποίος ζει μόνιμα πια στην Τεργέστη της Ιταλίας, κάνει ένα βεβιασμένο και ελάχιστα επεξεργασμένο βήμα, που είναι αβέβαιο κατά πόσον αφουγκράζεται τις εγχώριες κοινωνικές συνθήκες και μεγαλώνει ακόμη περισσότερο το χάσμα του ελληνικού σινεμά από τον σύγχρονο ευρωπαϊκό κινηματογράφο.

Αξιολόγηση: 2/10

ΣΙΩΠΗΛΟ ΣΠΙΤΙ [SILENT HOUSE]ΣΙΩΠΗΛΟ ΣΠΙΤΙ [SILENT HOUSE]

HΠΑ-ΓΑΛΛΙΑ/86'/SEVEN

Σκηνοθεσία: Κρις Κέντις, Λάουρα Λάου

Ηθοποιοί: Ελίζαμπεθ Όλσεν, Άνταμ Τρις, Έρικ Σέφερ Στίβενς

Ο μύθος: Μια κοπέλα μαζί με τον πατέρα και τον θείο της αναπαλαιώνουν το εξοχικό τους σπίτι, το οποίο σκοπεύουν να πουλήσουν. Κάποια στιγμή, θα αντιληφθεί ότι στο σπίτι δεν είναι μόνοι και θα βρει τραυματισμένο τον πατέρα της σε ένα από τα δωμάτιά του.

Η ανάγνωσή μας: Αγγλόφωνο ριμέικ της ταινίας LA CASA MUDA (2010) του Γκουστάβο Χερνάντεζ που προβλήθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας εκείνης της χρονιάς. Ο Ουρουγουανός σκηνοθέτης είχε στηριχτεί σε πραγματικά περιστατικά που είχαν συμβεί σ’ ένα χωριό της πατρίδας του τη δεκαετία του '40, σε ένα φιλμ που κόστισε μόλις έξι χιλιάδες δολάρια. Όπως και η πρωτότυπη ταινία, το ΣΙΩΠΗΛΟ ΣΠΙΤΙ έχει την ίδια διάρκεια και είναι ένα μονοπλάνο στα πρότυπα των ταινιών Η ΘΗΛΕΙΑ του Άλφρεντ Χίτσκοκ και η ΡΩΣΙΚΗ ΚΙΒΩΤΟΣ του Αλεξάντερ Σοκούροφ. Αυτή η τεχνική ιδιαιτερότητα όχι μόνο δεν προσφέρει τίποτα στο φιλμ, αλλά αποτελεί και αιτία των αδυναμιών του. Ο Κρις Κέντις στην τρίτη του ταινία εμπιστεύεται τη μόνιμη συνεργάτιδα και σύζυγό του Λάουρα Λάου στο σενάριο και, πρώτη φορά, στη συν-σκηνοθεσία με απογοητευτικά αποτελέσματα. Αν και χρησιμοποιούν όλες τις βολικές λεπτομέρειες (σπίτι χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και τηλέφωνο, σφραγισμένα παράθυρα για το φόβο των καταληψιών και κινητά τηλέφωνα χωρίς σύνδεση), αδυνατούν να υποβάλουν το φόβο και την αγωνία στην ιστορία τους. Τα πολυάριθμα σκοτεινά δωμάτια και η δαιδαλώδης αρχιτεκτονική θυμίζουν κατασκευασμένο χολιγουντιανό σκηνικό και όχι μια συνηθισμένη εξοχική κατοικία, η πρωταγωνίστρια ανασαίνει βαριά και ουρλιάζει στα δύο τρίτα του φιλμ και ο αποκλεισμός της δείχνει αδικαιολόγητος και υπερβολικός, ακόμα και λαμβάνοντας υπόψη την τελική αποκάλυψη. Όταν η απειλή προσωποποιείται, καταλαβαίνουμε ότι το σπίτι έχει μόνο συμβολική σημασία, το μόνο που το στοιχειώνει είναι οι εφιάλτες της βάναυσης παιδικής μεταχείρισης της ηρωίδας και όσα παρακολουθήσαμε υποφωτισμένα και αμοντάριστα είναι η τραυματική υποκειμενική οπτική της που αφυπνίστηκε απροειδοποίητα. Με αυτό τον τρόπο, μια πληκτική ταινία τρόμου αποκτά και μανδύα κοινωνικής καταγγελίας προκειμένου να διατηρήσει το ανεξάρτητο ύφος της παραγωγής. Οι δημιουργοί, που είχαν διαπρέψει μεσοπέλαγα με το αποπνικτικό θρίλερ ΑΓΡΙΟΣ ΩΚΕΑΝΟΣ το 2003, τώρα βουλιάζουν μέσα σε ελάχιστα τετραγωνικά μιας προκάτ κατασκευής.

Αξιολόγηση: 1/10

BARBIE: Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΚΑΙ Η ΠΟΠ ΣΤΑΡ [ΒΑRBIE THE PRINCESS AND THE POP STAR]BARBIE: Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΚΑΙ Η ΠΟΠ ΣΤΑΡ [ΒΑRBIE THE PRINCESS AND THE POP STAR]

Ηθοποιοί: Κέλι Σέρινταν, Άντριαν Πέτριφ

Ο μύθος: Η πριγκίπισσα Τόρι επιθυμεί να τραγουδά και να χορεύει χωρίς τους περιορισμούς της θέσης της. Όταν επισκέπτεται το βασίλειό της η διάσημη τραγουδίστρια Κέιρα, που πάντα ονειρευόταν να γίνει πριγκίπισσα, αποφασίζουν να αλλάξουν ζωές.

Η ανάγνωσή μας:-

Αξιολόγηση:-

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr