ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

Ο Γούντι Άλεν δεν κομίζει γλαύκα, αλλά σαν «περατάρης» αναλαμβάνει να μας ξεναγήσει στο μύθο του Παρισιού, παραβιάζοντας τις πύλες του παρελθόντος. Όπως οι πνευματιστές καλούσαν τους πεθαμένους να ξαναβγούν στο φως και να φέρουν πληροφορίες από τον σκοτεινό τους κόσμο, ο Γούντι Άλεν, «ανεβαίνοντας» το ποτάμι του χρόνου, το χρόνο σε αντίστροφη πορεία, φεύγει από το παρόν και πηγαίνει να τους συναντήσει εκεί, στον δικό τους χώρο και χρόνο, με όλα τα σύνεργα της ιλλουσιόν στις αποσκευές του, λογοτεχνία, μουσική, χορό, κινηματογράφο. Φωτογραφία, ομορφιά αγέραστη και, γενικώς, δημιουργία αξεπέραστη.

Το παλίμψηστο μιας εκατονταετίας περίπου συμπυκνώνεται στο κινηματογραφικό δίωρο, στη διάρκεια του οποίου διασχίζουν την οθόνη μυθικά πρόσωπα και οι τέχνες που υπηρέτησαν. Ο ήρωας, και προσωπείο του σκηνοθέτη, Γκιλ Πέντερ, Αμερικανός σεναριογράφος της τηλεόρασης και επίδοξος μυθιστοριογράφος, έρχεται στο Παρίσι για να διεισδύσει στον κόσμο της αληθινής τέχνης και να καταφέρει να γράψει το δικό του αληθινό μυθιστόρημα.

Η ταινία, λοιπόν, μπορεί να χωριστεί σε δύο επίπεδα χρόνου· ημέρας και νύχτας. Η νύχτα με τη σειρά της σε πολλές βαθμίδες παρελθόντος, το οποίο διαβαθμίζεται σε παλαιότερο και απώτερο. Η μέρα με τις ξεναγήσεις στα πραγματικά τοπία και η νύχτα με τις περιηγήσεις στα υπερπραγματικά. Το Παρίσι είναι ένα κοχύλι με τη χρυσαφένια εξωτερική επιφάνεια των κτιρίων του που λάμπουν στο φως –Πόλη του Φωτός άλλωστε– και κρύβει το λαβύρινθο του καλλιτεχνικού του βυθού, σαν την πυραμίδα στην αυλή του Λούβρου. Κι ο ήρωας που δε χορταίνει να βλέπει τα επιβλητικά κτίρια, τις μεγάλες πλατείες και τις μικρές, τον Σηκουάνα με τα φέρι μποτ φορτωμένα τουρίστες, τις γέφυρες, τις γωνίες, τα ανθοπωλεία, τις επιφανείς επιγραφές, τους τρούλους και τις οξυκόρυφες απολήξεις των οικοδομημάτων, τα πλακόστρωτα, τους κήπους, τους δρόμους, τα μνημεία, με ήλιο ή βροχή, όλα λουσμένα στο φως, θα μπει στα βαθιά του λαβυρινθώδους χρόνου, όπου θα συναντήσει τα είδωλά του, θα μιλήσει μαζί τους, θα συζητήσει τα προβλήματά του, θα ξαναερωτευτεί, θα γοητευθεί.

Ο θεατής, συμμετέχοντας στο παιχνίδι της αποπλάνησης, ξεκινώντας από την αφίσα της ταινίας, με τον ήρωα να περιπλανιέται, μέρα μεσημέρι, ωστόσο με τον έναστρο ουρανό του Βαν Γκογκ πάνω και καθρεφτισμένο στα νερά του Σηκουάνα κάτω, με τη θαυμάσια μουσική του Stephane Wrembel Bistro Fada να τον συνοδεύει, έχει κάνει το πρώτο βήμα για την είσοδο στη Μαγεία. «Η Μαγεία είναι κόρη της Πλάνης, είναι εξίσου μητέρα της Ελευθερίας και της Αλήθειας», λέει ο Frazer, φράση που υποστηρίζει μιαν αντίφαση, η οποία όμως κατισχύει στην Τέχνη, και στην ταινία, φυσικά, και καθόλου δεν ενοχλεί.

Η ταινία ανοίγει μ’ ένα τοπίο του Μονέ, τα νούφαρα και στο γνωστό γεφυράκι με το ξύλινο κάγκελο, όπου ο Γκιλ θα διαβεβαιώσει την Ινέζ για την αγάπη του και θα τη φιλήσει ερωτικά. Και αυτή είναι η μόνη περίπτυξη του ζευγαριού.

Στις ημερήσιες εκδρομές είναι οι Βερσαλλίες, το μουσείο Ροντέν, το μουσείο Μονέ, μια εκδήλωση με κρασιά, μια συνάντηση και δείπνο σε επιφανές ρεστοράν, περίπατος στα παλαιοπωλεία, στα βιβλιοπωλεία. Σ’ αυτές θα γνωρίσουμε και τους βασικούς, της καθημερινότητας, ήρωες. Γιατί στις νυχτερινές ξεναγήσεις θα γνωρίσουμε τους πραγματικούς, τους μυθικούς, τους καλλιτέχνες.

Ο Γκιλ και η ωραία μνηστή του Ινέζ, καλά προσγειωμένη στον αστισμό της, κανονική σύγχρονη Αμερικανίδα. Εκείνος θέλει να περπατήσει στη βροχή, εκείνη όχι. Εκείνη θέλει να χορέψει, εκείνος όχι. Εκείνη δεν μπορεί να ζήσει παρά μόνο στην Αμερική, εκείνος επιθυμεί διακαώς στο Παρίσι. Στο ζευγάρι των φίλων, Πολ και Κάρολ, ο Πολ παρουσιάζεται «ειδικός» σε όλα: στις Βερσαλλίες, στον Μονέ, στον Ροντέν, στον Πικάσο, στα κρασιά, στο χορό. Με την «άνεση» του ειδήμονα, και ενοχλητικά εξωστρεφής, υποστηρίζει με πάθος και πράγματα που δεν ξέρει καλά. Η Ινέζ, καταγοητευμένη, δεν αφήνει τον Γκιλ να αρθρώσει λέξη, για να μη χάσει του Πολ καμία λέξη, ο οποίος με πολλή χαρά (και έκδηλη αλαζονεία) θα «έκρινε» το μυθιστόρημα του Γκιλ για να του «επισημάνει τα λάθη του». Ο Γκιλ όμως δεν το δείχνει σε κανέναν και δεν ακούει κανέναν σε ό,τι αφορά το έργο του. Και οι γονείς της Ινέζ, κλασικοί συντηρητικοί Αμερικανοί, δε φαίνονται να συμπαθούν τον Γκιλ, επιφυλακτικοί για το «τι καπνό φουμάρει ο γαμπρός που μας έφερε η κόρη μας», όπως θα έλεγε ο Έλληνας γονιός. Πέντε άνθρωποι, λοιπόν, περιστρέφονται γύρω από τον Γκιλ, τελείως αταίριαστοι, με καθημερινά τουριστικά γούστα, ενώ ο Γκιλ, με τα αθώα μάτια του τεντωμένα μες στις εικόνες, είναι έτοιμος για το θαύμα. Η διαφορά των απόψεων δε θα αργήσει να φανεί και ο Γκιλ θα διαχωρίσει τη θέση του σε ό,τι αφορά, τουλάχιστον, τις νυχτερινές εξόδους.

Στο μουσείο Ροντέν, την ξεναγό υποδύεται η ωραία και ευγενική Κάρλα Μπρούνι.

Κι ένα βράδυ, εκεί που περιδιαβάζει αμέριμνος και μόνος για να πάρει «φρες ερ», χάνεται· χάνεται εδώ για να βρεθεί «αλλού». Μεσάνυχτα, το μεγάλο ρολόι σημαίνει και… αρχίζουνε τα θαύματα. Μια παρέα, με ένα παλαιάς μόδας Peugeot αυτοκίνητο, τον καλεί. Η παρέα καταλήγει στο σπίτι του Ζαν Κοκτό, στα 1920, όπου ο Γκιλ θα συναντήσει το ζεύγος Σκοτ και Ζέλντα Φιτζέραλντ. Εκεί ο Κολ Πόρτερ στο πιάνο τραγουδά το «Lets do it» (επιτυχία του 1928). Ο ήρωας μένει ενεός, σαν να του έχουν κάνει «λοβοτομή», κατά την έκφραση της Ζέλντα. Είναι πράγματι ο Φιτζέραλντ πλάι του και στο πιάνο ο Πόρτερ; Στη συνέχεια θα τον συστήσουν στον Χέμινγουεϊ, που με μια χειμαρρώδη αφήγηση θα τον μεταφέρει στις σελίδες του βιβλίου του. Είναι αυτός, ο Χέμινγουεϊ, απέναντί του; Κάθε βράδυ με το ίδιο παλιό Peugeot «γλιστράει» στο χρόνο. Κι έτσι θα γνωρίσει τη Γερτρούδη Στάιν, εξπέρ στην κριτική βιβλίου, που θα διαβάσει το μυθιστόρημά του και θα τον καθοδηγήσει. Και την Αντριάνα, μια όμορφη κοπέλα, που μαθητεύει πλάι στην Κοκό Σανέλ, μοντέλο και ερωμένη του Πικάσο, προηγουμένως του Μπρακ, πιο πριν του Μοντιλιάνι, που τη φλερτάρει ο Χέμινγουεϊ, την ερωτεύεται κι ο Γκιλ. Το σχόλιο του Γκιλ για την ωραία Αντριάνα είναι: «ένα νέο επίπεδο της ‘‘καλλιτεχνικής θαυμάστριας’’».

Μια από τις ωραιότερες διαφωνίες και τεράστια έκπληξη για το έργο και το μοντέλο αποτελεί η ερμηνεία του πορτρέτου της, από τον ίδιο τον Πικάσο και τη Στάιν. Ο Γκιλ, μάρτυρας αυτής της σκηνής, θα τη μεταφέρει την άλλη μέρα στο μουσείο, όπου θα κάνει τους φίλους της ημέρας να μείνουν ενεοί. Έχει γίνει πλέον κανόνας κάθε βράδυ, στην ίδια πλατεία, όταν σημαίνει μεσάνυχτα το μεγάλο ρολόι, κάποιος λογοτεχνικός μύθος να τον καλεί στο παλιό Peugeot. Περαστικός από το μαγικό σημείο και ο Τ. Σ. Έλιοτ. Σ’ ένα μπαρ ο Σαλβαντόρ Νταλί αναλύει ζωγραφικά τις δυνατότητες που έχει το πρόσωπο του Γκιλ· βλέπει σ’ αυτό έναν πίνακα, ένα πρόσωπο, τα αθώα μάτια, τα υγρά χείλη, ένα δάκρυ στο μάγουλο και μέσα στο δάκρυ τον Χριστό. Έρχονται και ο Λουίς Μπουνιουέλ με τον Μαν Ρέι. Η συζήτηση γύρω από το μπέρδεμα της ζωής του Γκιλ ο οποίος ζει στο 2010 και είναι αρραβωνιασμένος με την εξωστρεφή Αμερικανίδα, αλλά κάθε νύχτα ζει στο 1920, 1900… κτλ., και είναι ερωτευμένος με την αισθαντική Αντριάνα. Το θέμα προσφέρεται στον Ρέι για φωτογραφία, στον Μπουνιουέλ για ταινία, στον Νταλί για να ζωγραφίσει ένα ρινόκερο, ενώ ο Γκιλ ζει μ’ ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Άλλη νύχτα θα βρεθεί στο μπαρ, όπου τραγουδά και χορεύει η γνωστή έγχρωμη τραγουδίστρια Joséphine Baker, σε ρυθμό κόγκα, το «La Conga Blicoti».

ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙΑπό το 1920 θα γλιστρήσει μαζί με την Αντριάνα στην μπελ επόκ με άμαξα εποχής. Συνακόλουθα αλλάζουν τα κοστούμια, τα χτενίσματα, οι μουσικές. Στο Μουλέν Ρουζ τους υποδέχεται μια γνωστή γυναικεία φιγούρα του Λοτρέκ και επισημαίνει το «πρωτοποριακό» ντύσιμο της Αντριάνα και του Γκιλ. Παρακολουθούμε παράσταση καν καν, ακολουθεί η συνάντηση με τον Τουλούζ Λοτρέκ, μετά με τον Ντεγκά και τον Γκογκέν, νέο σχόλιο για το ντύσιμό τους, ακούγεται η «Βαρκαρόλα» από τα Παραμύθια του Χόφμαν, του Όφενμπαχ, αλλά και το «parle-moi damour», επιτυχία του 1930.

Τελικά, από προώθηση σε προώθηση, ο Γκιλ θα συνειδητοποιήσει ότι η νοσταλγία μιας παλαιότερης εξωραϊσμένης εποχής ανακαλεί κάποια άλλη παλαιότερη και το ποτήρι της νοσταλγίας δεν έχει πάτο.

Ο πατέρας της Ινέζ αναθέτει σε ντετέκτιβ να παρακολουθήσει το γαμπρό του να δει τι κάνει τις νύχτες. Εκείνος, φανατικότερος του παρακολουθούμενου, υπερπροωθείται στο παρελθόν με αποτέλεσμα να φτάσει στις Βερσαλλίες και να τρομάξει (!) την Αντουανέτα και τον Λουδοβίκο. Η Ινέζ αφήνεται να εννοηθεί ότι έχει συνάψει δεσμό με τον Πολ, πράγμα που επιβεβαιώνει (!) στον Γκιλ ο Χέμινγουεϊ και η Στάιν. Η Λογοτεχνία δε λέει ψέματα. Το ζευγάρι χωρίζει.

Στο κατάστημα ειδών της νοσταλγίας (αυτό είναι και το θέμα του μυθιστορήματός του), η πωλήτρια, ωραία και αισθαντική, που θυμίζει έντονα την Τζέιν Μπίρκιν (ωραία και αισθησιακή ηθοποιό και τραγουδίστρια του ’70), αποτελεί τη χρυσή κορυφή του ισοσκελούς τριγώνου των ωραίων γυναικών στη ζωή του ήρωα. Στις γωνίες της βάσης βρίσκονται η αδιάφορη Ινέζ, γερά προσγειωμένη και κολλημένη στο παρόν, και η γλυκιά, αλλά άλλης εποχής, Αντριάνα. Στη νεαρή πωλήτρια αρέσουν τα παλιά πράγματα και ο περίπατος στη βροχή. Τελικά ο Γκιλ αντιλαμβάνεται ότι κάθε εποχή έχει τα προβλήματά της και ο άνθρωπος πρέπει να ζει στη δική του με ό,τι τον έχουν προικίσει οι προηγούμενες γενιές. Η όμορφη πωλήτρια, η Γκαμπριέλ, θα γίνει η κατάλληλη να περπατήσει στο Παρίσι με τη βροχή που πέφτει σαν ευλογία και δείχνει πως κάνει πραγματικότητα τα όνειρα των νυχτερινών περιπλανήσεων. Για λίγα λεπτά μάς αιχμαλωτίζει το χαμόγελό της, το αληθινό και ειλικρινές, ίσως και λόγω της διαφοράς του από τα αμερικανικά ψεύτικα με την τεχνητή οδοντοστοιχία!

Στις σκηνές όπου ο θεατής απογειώνεται συγκαταλέγονται: η αφήγηση του Χέμινγουεϊ, ο ρινόκερος του Νταλί, η ανάλυση του πορτρέτου της Αντριάνα από τον Πικάσο και τη Στάιν, το τραγούδι του Πόρτερ και της Μπέικερ, η σκηνή με Χέμινγουεϊ, Γκιλ, Αντριάνα, Ισπανό, όπου ο καθένας μιλάει στη γλώσσα του –αμερικανικά, γαλλικά, ισπανικά– και ο καθένας απαντά στη δική του, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ο πατέρας που ανακοινώνει την εξαφάνιση του ντετέκτιβ. Ο Γκιλ που διορθώνει τον Πολ στην ανάλυση του πίνακα της Αντριάνα (επειδή τη νύχτα είχε «ακούσει» τη Στάιν και τον Πικάσο!). Όνειρα και πραγματικότητα είναι συγκοινωνούντα δοχεία και πυλώνες της υπερπραγματικότητας.

Οι ήρωες των νυχτερινών περιπλανήσεων είναι Αμερικανοί, Ισπανοί, διαπρεπείς στη λογοτεχνία, στο τραγούδι, στη ζωγραφική, στον κινηματογράφο, στη φωτογραφία. Ο ήρωας αφήνεται να εννοηθεί πως τακτοποιεί τη ζωή του και ολοκληρώνει το έργο του, πράγμα που σημαίνει πως και μόνο ο μύθος αυτής της πόλης, ο αέρας της, αρκούν για να γονιμοποιήσουν τη σκέψη του καλλιτέχνη, ή αφού σκύψει καλά στα έργα των άλλων και «ακούσει» τις συμβουλές τους, θα βρει τις απαντήσεις στα ερωτήματά του, γιατί, όπως έλεγε και ο δικός μας ο Σεφέρης, τα καλά έργα της τέχνης διδάσκουν και νομοθετούν.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως η ταινία αποτελεί φόρο τιμής σε όλους εκείνους που έθρεψαν το όνειρο, μέσα στο οποίο κινείται η αδηφάγα φαντασία του Γκιλ-Γούντι Άλεν. Παλαιότερα, ο Μπερτολούτσι, στην ταινία The dreamers, είχε κάνει κάτι ανάλογο, με αναφορά στο Μάη του ’68 και το σινεμά. Η εκδοχή του Γούντι Άλεν όμως είναι πιο πλατιά, πιο υπερρεαλιστική, λιγότερο πολιτική, αφού, όπως λέει ο ήρωάς του, ανήκει «στο κόμμα των παλαβιάρηδων».

    

Κυκλοφορεί σε Blu-ray και dvd από τη Sony.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: